Εδγαρ Άλλαν Πόε: “Σκιά – Μια παραβολή” | Διήγημα

“Τ’ όνομά μου είναι ΣΚΙΑ, κ’ η κατοικία μου είναι πλάι στις κατακόμβες της Πτολεμαϊδας, εκεί κοντά στα σύθαμπα πεδία των Ηλυσίων που βρίσκονται στα σύνορα του μαύρου ποταμιού του Χάροντα”.

by Times Newsroom 1

Όλο το έργο του Πόε συνιστά ένα οικοδόμημα στοιχειωμένο από έξαρση και τρόμο, από μυστήριο και φρίκη. Αυτή είναι η ασύλληπτη μαγεία που αναδίνεται από τις Ιστορίες τρόμου· μια μαγεία που γεννά ακράτητα ρίγη έξαρσης και κατάπτωσης, μεταρσίωσης και τρόμου. Και στην πραγματικότητα, τούτη η απαράμιλλη μαγεία που διαπνέει τις Ιστορίες τρόμου απορρέει μέσα από την εκστατική και τυραννισμένη ψυχή του Πόε και αναμφίβολα είναι εκπεφρασμένη με την άφταστη τέχνη της γραφίδας του.

ΕΔΓΑΡ ΑΛΛΑΝ ΠΟΕ

Σκιά

Μια παραβολή

ΕΣΕΙΣ που διαβάζετε είσαστε ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς: όμως εγώ που γράφω θα ’χω από καιρό πάρει το δρόμο της χώρας των ίσκιων. Γιατί αληθινά, παράξενα θα γίνουν πράματα, και μυστικά θα γίνουν πια γνωστά, και πολλοί αιώνες θα περάσουν προτού τούτη η γραφή φανερωθεί στα μάτια των ανθρώπων. Κι όταν τη δουν, άλλοι δε θα πιστέψουν, κι άλλοι θ’ αμφιβάλλουν, κι ωστόσο μερικοί θα πέσουν σε στοχασμούς βαθιούς μπροστά σ’ αυτά τα γράμματα που είναι χαραγμένα με σιδερένιο κοντύλι.

Τούτη η χρονιά ήταν χρονιά τρόμου, και μ’ αγωνίες πιο δυνατές κι από τον τρόμο, που όνομα γι’ αυτές δε βρίσκεται στη γη. Γιατί πολλά θάματα και σημάδια είχαν προβάλει, και πέρα ώς πέρα, πάνωθε από στεριά και θάλασσα, τα μαύρα είχανε απλωθεί φτερά της φριχτής Επιδημίας. Για κείνους όμως που γνωρίζαν τ’ άστρα, ήτανε φανερό πως οι ουρανοί προμηνούσαν συμφορές. Και για μένα, τον Έλληνα Οίνο, και για μερικούς άλλους, ήτανε πια γνωστό πως είχε φτάσει η αλλαγή της χρονιάς εφτακόσα ενενήντα τέσσερα, όταν βρισκόμαστε στον αστερισμό του Κριού, που ο πλανήτης Δίας έρχεται σε συζυγία με τον κόκκινο δακτύλιο του φοβερού Κρόνου. Το παράξενο νόημα των ουρανών, αν δεν κάνω μεγάλο λάθος, φανερωνόταν, όχι μονάχα στη φυσική σφαίρα της γης, αλλά και στις ψυχές, τις φαντασίες και τους στοχασμούς της ανθρωπότητας.

Γύρω σε αμφορείς με το κόκκινο της Χίου κρασί, κλεισμένοι μες στους τοίχους μιας περήφανης αίθουσας σε κάποια σκοτεινή πολιτεία που την έλεγαν Πτολεμαϊδα, καθόμαστε, νύχτα, μια συντροφιά από εφτά ανθρώπους. Και στην κάμαρά μας δεν υπήρχε άλλη είσοδος εκτός από μια ψηλή μπρούντζινη θύρα: κ’ ήταν η θύρα φτιαγμένη από τον Κορρίνο τον τεχνίτη, πλούσια κατεργασμένη, και κλειστή από μέσα. Κι ακόμα, μαύρες κουρτίνες ολόγυρα, μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, έκρυβαν από τη ματιά μας το φεγγάρι, τα πένθιμα αστέρια, και τους άδειους δρόμους – αλλά το προμήνυμα κ’ η μνήμη του Κακού, αυτά δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Ήτανε πράματα τριγύρω μας που τώρα δεν μπορώ να περιγράψω ξεκάθαρα –πράματα υλικά και πνευματικά– ένα βάρος στον αγέρα, ένα αίσθημα ασφυξίας, μια αγωνία, και, προπάντων, εκείνη η φοβερή κατάσταση της ύπαρξης, που νιώθουν οι υπερευαίσθητοι όταν οι αισθήσεις είναι ζωντανές και ξύπνιες, ενώ η δύναμη της σκέψης έχει αποκοιμηθεί. Ένα πλάκωμα μας έσφιγγε την καρδιά. Κρεμόταν βαρύ επάνω στα μέλη μας, πάνω στα έπιπλα, πάνω στα κροντήρια απ’ όπου πίναμε· κι όλα ήτανε γιομάτα κατάθλιψη, όλα εξόν από τις φλόγες στις εφτά σιδερένιες λυχνίες που φώτιζαν το γλέντι μας. Υψώνονταν σαν ψηλές λεπτές γραμμές από φως, κ’ έκαιγαν πελιδνές κι ασάλευτες· και στο καθρέφτισμα που η λάμψη τους έριχνε πάνω στο στρογγυλό εβένινο τραπέζι όπου καθόμαστε, ο καθένας από μας που είχαμε ανταμωθεί εκεί, έβλεπε τη χλομάδα του προσώπου του και την ανήσυχη λάμψη στα χαμηλωμένα μάτια των συντρόφων του.

Κι όμως γελούσαμε κ’ ήμαστε εύθυμοι με το δικό μας τρόπο, με τον τρόπο που φέρνει η υστερία. Και τραγουδούσαμε τις ωδές του Ανακρέοντα – που είναι γεμάτες τρέλα. Και πίναμε βαθιά – μ’ όλο που το κόκκινο κρασί μάς θύμιζε αίμα. Γιατί βρισκόταν κ’ ένας άλλος ακόμα στο δωμάτιο, ο νέος κι όμορφος Ζωίλος. Νεκρός, κειτόταν ξαπλωμένος, τυλιγμένος στο σάβανό του – η διάνοια κι ο δαίμονας όλης αυτής της σκηνής. Αλίμονο! Δε γλένταγε αυτός μαζί μας, μόνο που η όψη του, παραμορφωμένη απ’ την αρρώστια, και τα μάτια του, όπου ο θάνατος είχε μισοσβήσει τη φλόγα του πυρετού, λες κ’ έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον στο γλέντι μας, όσο μπορούν να νιώσουν οι νεκροί για τη διασκέδαση εκείνων που σε λίγο θα πεθάνουν. Αλλά μ’ όλο που εγώ, ο Οίνος, ένιωθα πως τα μάτια του νεκρού ήταν καρφωμένα πάνω μου, όμως ακόμα ανάγκαζα τον εαυτό μου να μην νιώσει την πίκρα της έκφρασής τους, και, κοιτάζοντας επίμονα τα βάθη του εβένινου καθρέφτη, τραγουδούσα με δυνατή και μυριόηχη φωνή τους ύμνους του ποιητή της Τέω. Μα λίγο-λίγο τα τραγούδια μου σταμάτησαν, κ’ οι αντίλαλοί τους, κυλώντας πέρα ανάμεσα στα μαύρα πέπλα της αίθουσας, έγιναν σιγανά κι αξεδιάλυτα, και σβήστηκαν ολότελα. Και να! Μες απ’ τις μαύρες εκείνες κουρτίνες όπου είχαν σβήσει τα τραγούδια μου, πρόβαλε μια σκοτεινή κι ακαθόριστη σκιά – μια σκιά σαν εκείνη που το φεγγάρι, όταν είναι χαμηλά στον ορίζοντα, πλάθει απ’ τη μορφή ενός ανθρώπου. Μα δεν ήτανε σκιά ανθρώπου, ούτε θεού, ούτε κανενός γνωστού πράγματος. Και σιγοτρέμοντας για λίγο ανάμεσα στις κουρτίνες, ήρθε στερνά κι απλώθηκε ολοφάνερη πάνω στην επιφάνεια της μπρούντζινης πόρτας. Μα η σκιά ήταν αόριστη, και δίχως σχήμα, και θαμπή, και δεν ήτανε σκιά ανθρώπου ή θεού – μήτε θεού της Ελλάδας, μήτε θεού της Χαλδαίας, μήτε κανενός Αιγύπτιου θεού. Κ’ η σκιά είχε ακουμπήσει πάνω στην μπρούντζινη πόρτα, και κάτω από την αψίδα της μετόπης της πόρτας, και δε σάλευε, παρά έμεινε στητή κι ολόρθη. Κ’ η πόρτα που πάνω της απλωνόταν η σκιά βρισκόταν, αν καλά θυμάμαι, πλάι στα πόδια του νεαρού σαβανωμένου Ζωίλου. Μα εμείς οι εφτά που ήμαστ’ εκεί συγκεντρωμένοι, κ’ είχαμε δει τη σκιά να βγαίνει μες απ’ τα παραπετάσματα, δεν τολμούσαμε να την αντικρίσουμε σταθερά, μόνο χαμηλώναμε τα μάτια και κοιτάζαμε ολοένα μέσα στα βάθη του εβένινου καθρέφτη. Κ’ εγώ, ο Οίνος, στερνά, μιλώντας σιγανές λέξεις, ρώτησα τη σκιά πού κατοικούσε και ποιο ήταν τ’ όνομά της. Κ’ η σκιά αποκρίθηκε:

“Τ’ όνομά μου είναι ΣΚΙΑ, κ’ η κατοικία μου είναι πλάι στις κατακόμβες της Πτολεμαϊδας, εκεί κοντά στα σύθαμπα πεδία των Ηλυσίων που βρίσκονται στα σύνορα του μαύρου ποταμιού του Χάροντα”.

Και τότε εμείς οι εφτά, σηκωθήκαμε απ’ τα καθίσματά μας με φρίκη, και σταθήκαμε, τρέμοντας κι αναρριγώντας κι αμίλητοι: γιατί ο αντίλαλος απ’ τη φωνή της σκιάς δεν ήταν ο αχός μιας ύπαρξης, αλλά ενός αμέτρητου πλήθους από υπάρξεις, κι αλλάζοντας το ρυθμό τους από συλλαβή σε συλλαβή έφτανε θολά ώς τ’ αυτιά μας, θυμίζοντας τους αξέχαστους και γνώριμους αντίλαλους απ’ τις φωνές χιλιάδων πεθαμένων φίλων.

  • Εδγαρ Άλλαν Πόε, Ιστορίες τρόμου. Μετάφραση-πρόλογος Νίκου Σημηριώτη. Κλασική Λογοτεχνία 95. Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

__________________________________________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει τον Ουίλιαμ Ουίλσον του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Έντγκαρ Άλαν Πόε: Η πολιτεία στη θάλασσα

#snfccAtHome: Παραβάσεις – Έντγκαρ Άλαν Πόε, Η πτώση του Οίκου των Άσερ (Ηχογραφημένη ανάγνωση)

Η τριπλή ταφή του Έντγκαρ Άλαν Πόε

«Wilson & Wilson» του Έντγκαρ Άλαν Πόε για τρίτη χρονιά στο Θέατρο Τόπος Αλλού

Εντγκαρ Αλαν Πόε: «Η πτώση του οίκου των Ασερ», σε διασκευή και σκηνοθετική επιμέλεια της Κατερίνας Ευαγγελάτου

“Το Κοράκι” του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο συγγραφέας του «αλλόκοτου»

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή