Ελεγεία στο Δάσκαλο Γιάννη Σιδέρη

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
Share this

Αναμνήσεις από το Δ΄ Αρρένων Αθηνών

          Άφκιαστο κι αστόλιστο
            του Χάρου δε σε δίνω
                       Κωστής Παλαμάς

Κατοχή. Δ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Ένα παμπάλαιο δίπατο κτήριο, ετοιμόρροπο από τότε, που καθώς οι ξύλινες στριφτές του σκάλες έτριζαν απ’ το σαράκι τους, το άγριο μαθηταριό με το ανέβα-κατέβα στα τρεχαλητά των διαλειμμάτων έκανε φωναχτά τους υπολογισμούς του: «Σήμερα πέφτει, αύριο πέφτει το ρημάδι». Το ρημαδιό στέκει ακόμα. Εκεί, στη γωνία των οδών Αγησιλάου και Μέτωνος, που έβγαζε στην οδό Πειραιώς, απέναντι στην πλατεία Κουμουνδούρου. (Στη δικτατορία του Μεταξά είχε αλλάξει όνομα η πλατεία. «Πλατεία Ελευθερίας». Ακούς! Ο δήμαρχος ο Κοτζιάς είχε φτιάξει μιά λιμνούλα εκεί και έβαλε κάμποσες τρομαγμένες πάπιες για αξιοποίηση. Εμείς, Κουμουνδούρου, την είχαμε μάθει την πλατεία, Κουμουνδούρου τη λέγαμε. Έτσι την λένε ακόμα.).

Το Δ΄ Αρρένων είχε πολλά παράθυρα, ένα μεσιανό μπαλκόνι και μιά δίφυλλη πόρτα που έκλεινε με αμπάρα. Στο μπαλκόνι έβγαινε πότε-πότε ο γυμνασιάρχης, ο Κωνσταντίνος Γεωργούλης («διάνοια» λέγαμε, πού τον ήθελε το Πανεπιστήμιο), για να εποπτεύσει την κίνηση του δρόμου. Στο δρόμο γίνονταν το διάλειμμα και η πρωινή προσευχή. Εκεί ο νταβάς με το σάμαλι, το τρίκυκλο ποδήλατο με τις τουλούπες και τους μπακλαβάδες και ο «αυστηρώς απηγορευμένος» καφενές με το μπιλιάρδο. Στην πόρτα έστηνε το πανέρι με τα κουλούρια ο επιστάτης, πρίν έρθει η άγρια πείνα της Κατοχής που μας ρήμαξε.

Απ’ την πείνα αυτή, μάθαμε, λύγισε μιά μέρα μπροστά στην πόρτα του Σχολείου και πέθανε ο Αλεξανδρόπουλος, ο ηπειρώτης φιλόλογος, πού μεγάλωσε στη Σμύρνη (έγραψε θεατρικές κριτικές σαν «Αλεξάς») σαιξπηριστής ικανότατος. Τον φέρνω στο νου. Αρχοντικός, δυσκολοπλησίαστος και έντιμος, με τα μαύρα καθαρά ρούχα και το άσπρο σκληρό κολλάρο. Έπεσε «επί των επάλξεων», στην οδό Μέτωνος. Σ’ αυτό το κτήριο ζούν ακόμα οι παλιοί μου δάσκαλοι, του παλιού καιρού ξεθωριασμένες εικόνες, όταν περνάω καμιά φορά το στενό δρομάκι και κοντοστέκομαι και ξαναγυρίζω. Από τους πιο αγαπημένους μου ο Παπαγεωργίου, το «φάντασμα» ή το «φουγάρο». Ξερακιανός, αυστηρός, απρόσιτος, ο ελληνιστής που κάπνιζε στα διαλείμματα το ‘να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο, πνίγοντας την υποψία της γόπας στα κιτρινισμένα του νύχια. («Κύριε, Κύριε, Κύριε» τα σηκωμένα χέρια, για την πρωτιά. «Κερί και λιβάνι» η ζεματιστή φωνή ). Φτωχούλης του Θεού, που έφτυνε αίμα να μας μάθει γράμματα «να γίνουμε άνθρωποι, να προκόψουμε»- Θέ μου σαν και εκείνον, το πετεινό τ’ ουρανού, που με τη βία τα ‘φερνε βόλτα. Κάποτε στη γιορτή του βάλαμε όλη η τάξη από μιά δραχμή και του πήγαμε μιά τούρτα. Θάμπωσαν οι χοντροί φακοί στα γυαλιά. Το μεγαλύτερο δώρο μας γι’ αυτόν θα ήταν να διαβάζουμε και να μη κάνουμε σκασιαρχείο. Χάρηκε, είπαμε, κι ας μην το ‘δειξε).

Πάνε τριάντα τόσα χρόνια από τότε κι όλα πιά έχουν πάρει την ώχρα του θανάτου. Η Μαντάμ Πάνου, η «Γαλλίδα» με τις μάταιες απόπειρες για την προφορά του ch, ο Παπαδόπουλος, ο φυσικός, που κοιμόταν και ξυπνούσε με τα δελτία των ειδήσεων του B.B.C. (καλή του ώρα), ο Γιαννόπουλος, ο γυμναστής με την καπαρντίνα και τη ρεπούμπλικα, που χρησιμοποιούσε τη βίτσα «προκαταβολικώς» σαν τη στάμνα του Χότζα, η Λόντου- Δημητρακοπούλου «της Ωδικής», που είχε κατορθώσει να εφαρμόσει την αρχή της «μουσικής μετά ξύλου» και ο αντιφατικός «αγριάνθρωπος», ο Αλευρομάγειρος (τι όνομα αλήθεια!), που έκανε τα τρομακτικά του «ντού» για τους σκασιάρχες λάτρες των καουμπόικων στο «Αθηναϊκό». Εκείνος ο εφιαλτικός Αλευρομάγειρος, πού τόσο κοντά μας στάθηκε, όταν σφίξαν τα πράγματα με τα κυνηγητά των Γερμανοϊταλών. Αυτοί και τόσοι άλλοι!  Αυστηροί, αδυσώπητοι, άγριοι δάσκαλοι οι περισσότεροι, και όμως άγιοι άνθρωποι, σκέφτομαι, κι ας μας πιλάτευαν με το χάρακα τις παλάμες, για να φτιάξουν, κατά πώς τους έκοβε, τον κόσμο, μέσα στις πανάθλιες τάξεις του Δ΄ Αρρένων. Κι ανάμεσα σ’ αυτούς άσχετος, από άλλο καλαμπούρι, ο Γιάννης ο Σιδέρης.

Ο Γιάννης Σιδέρης ήταν μια όαση για μας. Μια ώρα ξενοιασιάς μετά τη γραμματική τρομοκρατία του Αλευρομάγειρου και τη μαθηματική ανάκριση του Μονοκρούσου. Μας αποκαλούσε «Κύριε»! Ύστερα από τα «ρέ» και το υπόλοιπο ευχολόγιο της γυμναστικής (γυμναζόμαστε πότε σ’ ένα υπαίθριο κινηματογράφο, πότε σε κανένα οικόπεδο) το «Κύριε» του Γιάννη Σιδέρη ηχούσε παράξενα στ’ αυτιά μας κ’ έδινε ευκαιρία για πλάκα. Δεν το πιστεύαμε. Δεν ήμασταν «Κύριοι». Ήμασταν εκατό περίπου πρωτάκια-της Α3 Γυμνασίου-στοιβαγμένα σα σαρδέλλες μέσα στην αίθουσα, που ωρυόμαστε και σαλτέρναμε από θρανίο σε θρανίο, έχοντας στη μέση το Γιάννη Σιδέρη να διαμαρτύρεται με τον εορταστικά απαγγελτικό τόνο της φωνής του: «Κύριοι! Με συγχωρείτε που σας αποκαλώ… Κυρίους». ‘Όχι, δεν είμαστε κύριοι. Μας δουλεύει; Για τις αρειμάνιες γειτονιές του Μεταξουργείου και τις εμπειρίες τους, η ειρωνική προσφώνησή του μετρούσε σαν προσβολή. Και δόστου πανηγύρι και καλοπέραση το μάθημα των Νέων Ελληνικών.

Όταν έσπαγε ο διάολος το πόδι του και προσέχαμε, όσοι προσέχαμε, καταλαβαίναμε μερικά πράγματα. Ο Σιδέρης ήτανε δημοτικιστής της παλιάς σχολής, με όλα τα φανατικά συμπτώματα της αγωνιστικής γενιάς του. Δε δίδαξε ποτέ Αρχαία σα φιλόλογος. Τ’ αντιπαθούσε. Είχε μέσα του μιά σύγχυση, πού μας τη μετάδινε. Γι’ αυτόν οι «Αρχαίοι» ήταν μιά «θλιβερή» απασχόληση. Κ’ έτσι μπλέκαμε την καθαρεύουσα με τα αρχαία κείμενα, τη δημοτική με τον Παπαδιαμάντη και τον Κάλβο, την αρχαία τραγωδία με τον Βερναρδάκη και το κωμειδύλλιο. Κάτι δεν πήγαινε καλά τότε! (Μήπως πάει καλά τώρα; Όλα μπλεγμένα και μόνα ξεκάθαρα οι κούφιοι όροι, τ’ ασυλλόγιστα συνθήματα και οι αναρμόδιες αποφάσεις).

Ο Σιδέρης δεν ξέφευγε ρούπι από την οπτική γωνία της γενιάς του. Μας μιλούσε για τη νέα λογοτεχνία μας με θέρμη που δεν ήταν ικανή να κρύψει μιά πλεγματική συγκατάβαση. Λέγαμε μέσα μας: το καημένο τ’ ορφανό, το κλεψίγαμο, το νόθο μαϊμουδάκι. Όλα τα καλά και τα τέλεια τα είχε η Ευρώπη. Και στόχος της λογοτεχνίας μας μιά θέση στον προθάλαμό της. Σαν το «Ορφανό» του Αχιλλέα Παράσχου:

Είς τον προθάλαμόν σας
περίλυπον εμβαίνω
με μάτι δακρυσμένο
με πρόσωπον ωχρό
γιατί να σας χαρίσω
δεν έχω το καημένο
ούτ’ ένα λουλουδάκι
μυρσίνης δροσερό.

Τόση λοιπόν ορφάνια! «Η λογοτεχνία μας, έλεγε ο Σιδέρης, είναι παιδί της ευρωπαϊκής, αδερφάκι της πιό σωστά». Άχ αυτή η Ευρώπη! Ευρωπαικό καφενείο, ευρωπαϊκό σχολείο, ευρωπαϊκό γκόλ. Πότε θα ‘μαστε και μεις έτσι; Να γίνει ένα παρντόν (ή ένα σόρρυ) η ζωή μας ολάκερη! Και καθόμουν και έσπαγα το κεφάλι μου, γιατί του άρεσε το κωμειδύλλιο του Σιδέρη κι ακόμα γιατί παθαίνονταν με τη γλώσσα του λαού, αφού είμαστε έτσι που είμαστε. Και δεν έβρισκα άκρη. Το Σιδέρη πάντως τον αγαπούσαμε. Κι αν τον παιδεύαμε λιγάκι, ήταν γιατί «όπου αγαπά παιδεύει». Αυτόν τον παιδεμό εκείνος τον έκανε χάζι. Τέτοιο ήταν το κλίμα της παιδείας του. Στη μαθητική καζούρα απαντούσε με τη δικιά του καζούρα: τον αθώο σαρκασμό. Εκεί που μας γλυκομιλούσε και μας κανάκευε, άλλαζε ξαφνικά τροπάρι και μας αιφνιδίαζε περιπαιχτικά. Του άρεσε, με ευγένεια πάντα, να μας πειράζει, να μας βγάζει σκάρτους. Κι’ όταν το κατάφερνε-δεν ήταν και δύσκολο-ξεσπούσε σ’ ένα γέλιο, ρητορικό και ευφρόσυνο. Ήταν μιά εκδικητικότητα ανώδυνη. Μιά φάρσα.

Σε μιά τέτοια φάρσα, κάποια μέρα, μας σύστησε το Σολωμό. Μπήκε στην τάξη εκείνο το πρωί μ’ ένα γελαστό θρίαμβο στην όψη. Μας είπε ότι θα μας απάγγελνε δυό ποιήματα και μείς θα τ’ ακούγαμε προσεχτικά και μετά θα ψηφίζαμε ποιό απ’ τα δυό μας άρεσε πιό πολύ. Εντάξει. Στήθηκε μπροστά στην έδρα και πήρε ύφος ανάλογο. Τα μακριά του καλλιτεχνικά μαλλιά σε στυλ μαέστρου («είναι μαλλιαρός» είπε κάποιος πού… ήξερε) έδιναν κάποιο χρώμα στη ζούγκλα του μαυροπίνακα. Κι απάγγειλε με την ιδιότυπη ενρινοουρανική φωνή του:

«Μάνα»! Δεν βρίσκεται
λέξις καμία
να ‘χει στον ήχο της
τέτοι’ αρμονία.
Σαν ποιός να σ’ άκουσε
με στήθος κρύο
όνομα θείο;

Έτσι άρχιζε το πρώτο ποίημα. Κι’ αφού το είπε όλο, πέρασε στο δεύτερο:

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψές αργά,
πού εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτειά.

Έτσι άρχιζε το δεύτερο. Και όταν τέλειωσε η απαγγελία επακολούθησε το… δημοψήφισμα. Κάπου ογδόντα τόσα χέρια υπέρ του «Μάννα»! Κ’ ένα, μονάχα χέρι, διόλου διστακτικό υπέρ του «Ξανθούλα». Εσχάτη μειοψηφία. Ο Σιδέρης πανηγύριζε χαιρέκακα και σάρκαζε εμπαικτικά το επίπεδο της πλειοψηφίας Και μας έκανε την αποκάλυψη: Το πρώτο ποίημα ήταν του Μαρκορά. Παύση. Το δεύτερο του Σολωμού! Ακούτε; Του Σο-λω-μού!

Τς, Τς, Τς. Και τόσοι… και δεν… και μόνο ένα χέρι… ντροπή κλπ. κλπ. Δε ρώτησε όνομα. Στάθηκε μόνο στο παρήγορο χέρι και ξεθύμανε απαγγέλλοντας Σολωμό.

Ά Δάσκαλε, Δάσκαλε! Είχα δυό ανθρώπους εξαπατήσει σε κείνο το ποιητικό δημοψήφισμα. Εσένα κι εμένα. Εσένα, γιατί ήξερα ότι η «Ξανθούλα» ήταν ποίημα του Σολωμού (αγιολογικός κύκλος της οικογένειάς μου) και σήκωσα, χωρίς να σκεφτώ καθόλου, το χέρι (γιατί, αν δεν το ήξερα, ίσως ψήφιζα και γω τη «Μάννα»). Εξαπάτησα έτσι και τον εαυτό μου. Γιατί σε κείνη την ηλικία αρέσει πιότερο τι λέει το ποίημα, από το πώς το λέει ο ποιητής. Ποιά Ξανθούλα μπορεί να σταθή μπροστά στη Μάνα!.

Πώς πέρασαν, αλήθεια, τόσα χρόνια από τότε! Και μαζί τους και φίλοι και βαρκούλες και Ξανθούλες, πού τις έσβησε, ή έστω τις ξεθώριασε, η «πολλή μακρότης». Και όταν ήρθε το μαύρο ξημέρωμα που πέθανε και η δικιά μου η μάνα, μου ήρθε αμέσως σαν αστραπή στα μάτια εκείνο το πασίχαρο δημοψήφισμα της τάξης του Γιάννη Σιδέρη και μαζί του οι υγροί στίχοι του Μαρκορά:

Και αναστενάζοντας
«μάνα μου» λέει
«μάνα» και κλαίει.

Την είχα αδικήσει. Ξαναγύρισα απολογητικά πίσω στους μακρινούς μου συμμαθητές της πλειοψηφίας και ψήφισα κ’ εγώ καθυστερημένα υπέρ της «Μάνας», για να ‘ναι η απόφαση της τάξης ομόφωνη.

«Εχτός από το Σολωμό, που τον λάτρευε ο Σιδέρης κ’ είχε πετύχει τελικά να μας μεταδώσει αυτή τη λατρεία, μας μιλούσε ενθουσιαστικά για το κωμειδύλλιο (είχε δημοσιεύσει κ’ ένα μικρό μελέτημα). Κι οφείλω να ομολογήσω ότι εκείνη η διδαχή υπήρξε για μένα ένα πολύ μεγάλο δώρο. Η αγάπη του γι’ αυτό το παραγνωρισμένο είδος της θεατρικής μας παράδοσης δεν πήγαζε μόνο από φιλολογική οξυδέρκεια. Ο Σιδέρης ήταν άνθρωπος «φιλοπαίγμων». Γελούσε εύκολα και τρανταχτά με το καθετί και προσπαθούσε σε κάθε ευκαιρία να το γυρίσει στο αστείο. Σοβαρευόταν μόνο όταν ήτανε να ξετρυπώσει κάτι, που είχε σχέση με την ιστορία του θεάτρου μας. Αυτή η ευεργετική, όπως απόδειξαν τα χρόνια, για τη χώρα μας, συλλεκτική του μονομανία είχε αρχίσει από πολύ παλιά. Δεν άφηνε ευκαιρία πού να μη μας διηγηθή στην τάξη κάποιο ξεκαρδιστικό ανέκδοτο από τη ζωή του θεάτρου. Και ήξερε τόσα πολλά! Σε κάτι τέτοιες στιγμές ο Σιδέρης δεν ανήκε ούτε στο Σχολείο, ούτε σε μας, αλλά κάπου αλλού. Εκεί που η ζωή του απόδειξε ότι ανήκε.

Πάντως, αυτή τη… γελαστή θέση, την είχε και στο μάθημα της «Εκθέσεως Ιδεών». Στο Σιδέρη άρεσαν οι εκθέσεις με το εύθυμο περιεχόμενο. Άλλο πού δε θέλαμε. Γι’ αυτό κάποτε παραξενευτήκαμε και σοβαρέψαμε, όταν αναλύοντάς μας την «Ψυχούλα» του Σολωμού.

Ωσάν γλυκόπνοο
δροσάτο αεράκι
μέσα σ’ ανθότοπο
κειό το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή

μας έβαλε σα θέμα έκθεσης ετούτο. «Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου». («Θα τον διάταξε ο Γυμνασιάρχης, είπαν μερικοί, πού δεν σηκώνει αστεία»!). Η έκθεση αυτή που έπρεπε να γραφτή «κατ’ οίκον» ήταν η αφορμή να με γνωρίσει ο Σιδέρης.

Τότες έγινε κείνη η ιστορία με το καστανό άλογο. Θυμάμαι. Στην οδό Κεραμεικού και Δεληγιώργη, γωνία, ήταν το σπίτι μου. Απόγευμα, κι εγώ καθισμένος μπροστά στο τραπεζάκι μου, πάσχιζα να γράψω την «κατ’ οίκον». Δε μου είχε πεθάνει ακόμα τότε κανένα αγαπημένο πρόσωπο και το κεφάλι δεν κατέβαζε ιδέες. Έγραφα, έσβηνα, ξανάγραφα, τίποτα. Και ξάφνου μεσ’ από το παράθυρό μου είδα το άλογο να πέφτει.

Ήταν ένα άλογο που έσουρνε με κόπο ένα αμάξι κάργα φορτωμένο, δε θυμάμαι τί. Πάνω στο αμάξι ένας μαύρος κι άραχλος άνθρωπος το βαρούσε με το καμουτσίκι. Σε μιά λακούβα του δρόμου το άλογο γλίστρησε και με το βάρος του φορτίου του, πέφτοντας, έσπασε το αριστερό του πόδι στο λυγισμένο γόνυ. Μού είχε κοπή η αναπνοή από το θέαμα. Από το σπασμένο γόνατο καθώς πετάγονταν το αίμα έβγαινε ένα άσπρο κόκκαλο. Και το μεγάλο του αριστερό μάτι μου φαίνονταν ότι κοιτούσε ολόισα το  παράθυρό μου. Ήταν ένα βαθύ καστανό άλογο με ιδρωμένο κεφάλι, με λασπωμένη χαίτη και μ’ ένα κουρασμένο, αμίλητο μάτι να κοιτάζει το παράθυρό μου. Θα πόναγε. Φώναξα τη μάνα μου να κάνει κάτι. Τίποτα. Είχε μαζευτή κόσμος στο δρόμο και χάζευε κι έλεγε τα δικά του. Μετά από κάμποση ώρα ήρθε ένας αστυφύλακας, κοίταξε το πόδι του αλόγου και κάτι είπε στο μαύρο άνθρωπο με το καμουτσί. Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Ύστερα, ο αστυφύλακας έβγαλε ένα περίστροφο από την πίσω τσέπη και τ’ ακούμπησε λίγο πάνω από τ’ αυτί του αλόγου λοξά σε κείνο το αριστερό του μάτι. Κατάλαβα! Η αστυνομία θα εκτελούσε το άλογο. (Εμείς παίζαμε στους δρόμους κλέφτες κι αστυνόμους κι όλοι θέλαμε να κάνουμε τους κλέφτες, έτσι όπως τότε το ’21 με τους Τούρκους). Έβαλα τα κλάματα, μα δε σταμάτησα να κοιτάζω. Είδα λοιπόν τον αστυφύλακα να χαϊδεύει το κεφάλι του αλόγου-αυτή τη «χειρονομία» δε θα την ξεχάσω ποτέ μου-να γυρίζει αλλού τα μάτια και να πιέζει τη σκανδάλη. Είχα μείνει μαρμαρωμένος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Ο πρώτος θάνατος που έβλεπα ήτανε το φονικό του αλόγου. Και κείνο το χάδεμα…! Ύστερα, η απέναντι γειτόνισσα έφερε ένα τσουβάλι και σκέπασε το γυαλωμένο του μάτι. Και η μάνα μου έκλεισε το παράθυρο. Το βράδυ εκείνο έγραψα την «κατ’ οίκον» κ’ έβαλα τίτλο: «Ο θάνατος ενός αλόγου». Και τα ‘βαλα όλα μέσα στην έκθεση. Ακόμα και το χάδι του αστυφύλακα. Μόνο που ξέχασα να βάλω τ’ όνομά μου στο φύλλο του χαρτιού. Έτσι ανώνυμα παρέδωσα την έκθεση το άλλο πρωί στο Σιδέρη.

Όταν ήρθε η μέρα της διόρθωσης, ο Γιάννης Σιδέρης μας διάβασε τις καλύτερες εκθέσεις κι έκανε για την κάθε μιά τις παρατηρήσεις του. Έφτασε και στην «ανώνυμη». Είπε ότι η έκθεση αυτή ήταν «εκτός θέματος» ρώτησε ποιος την έγραψε και με έβαλε να τη διαβάσω. Και τη διάβασα. Άρεσε στα παιδιά. Άρεσε και σε κείνον. Με ρώτησε μονάχα αν ήταν της φαντασίας μου. Του είπα όχι, πώς δεν ήταν ψέμα. Με ρώτησε τότε όνομα και καταγωγή (το συνηθίζουν οι δάσκαλοι). Απάντησα πώς οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη, πού είχαν έρθει με τη Μικρασιατική Καταστροφή του ’22 και πως εγώ γεννήθηκα, μετά από χρόνια, στη γειτονιά του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ομόνοια, λίγα βήματα πιό εκεί από το «Εθνικό Θέατρο». Ο Σιδέρης, εκδήλωσε φωναχτά και χαρούμενα την έκπληξή του. Είχε κάνει φαντάρος στη Σμύρνη, μας είπε, γνώρισε εκεί τον πατέρα μου που δίδασκε τη θεατρική απαγγελία στην «Ευαγγελική» και είχε και το μεγάλο μου αδερφό μαθητή πρίν από μένα στο ίδιο Γυμνάσιο, το Δ΄. Και πάνω στον ενθουσιασμό του μου κόλλησε το «κολακευτικό» παρατσούκλι «άνθος της Σμύρνης». Τι καζούρα ακολούθησε, δε λέγεται. (Έκανα μεγάλες προσπάθειες να βγάλω από πάνω μου αυτό το…. μυριστικό παρανόμι, που ήταν αταίριαστο με τις πλατιές αλάνες του Ρούφ, όπου παίζαμε το τόπι και τον πετροπόλεμο).

Ήταν η τελευταία γελαστή σχολική ανάμνηση που είχαμε από το Σιδέρη. Εκείνη τη χρονιά σφίξαν τα πράγματα για τον τόπο μας.

Μπλόκα των Γερμανών, αιματηρές διαδηλώσεις στις εθνικές γιορτές, αντιστασιακές οργανώσεις και πείνα. Τα πρόσωπα των δασκάλων μας έγιναν πιό σκυθρωπά. Ακόμα και του Σιδέρη το πάντα γελαστό πρόσωπο είχε σκοτεινιάσει. Τον θυμάμαι χωμένο μέσα στο μαύρο του παλτό, τις παγωμένες μέρες του Γενάρη, να «επιτηρεί» αδύναμος τις ουρές που κάναμε, για να μας μοιράσει ο «Ερυθρός Σταυρός» στα ντενεκάκια μας, το χυλό, το φουντούκι και τη σταφίδα. Τότες ήταν που πέθανε κι ο Παλαμάς κ’ η Ελλάδα μας φάνηκε ακόμα πιό νεκρή:

και μην έχοντας πιό κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσης πιό βαθιά
στου κακού τη σκάλα.

Μας άφησαν (μας έσπρωξαν πές) και πήγαμε στην κηδεία του Παλαμά, στη Μητρόπολη και είδαμε χιλιάδες το λαό της Αθήνας να προσκυνάει το φέρετρο και να κλαίει καθώς ο Άγγελος Σικελιανός δονούσε με τη φωνή του το ναό, αποχαιρετώντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης:

Και σείς σημαίες του πολέμου οι ιερές
στής Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε τον αέρα.
Τί, σήμερα, κηδεύεται η Ελλάδα!

Είχαμε μεγαλώσει όλοι μας και σκληρύνει μέσα σε μιά μέρα. Και το μάθημα των Νέων Ελληνικών αποκτούσε πιά ένα όνομα σημαδιακό. Δεν ήταν πιά για πλάκα. Εδώ, ο σκλαβωμένος λαός κήδευε τον Ποιητή του. Κ’ ευγνωμονούσαμε το Γιάννη Σιδέρη που μας έφερε αυτός για πρώτη φορά σ’ επαφή με την ποίηση του λαού μας.

Τέλειωσε αυτή η τάξη. Αντικαταστάθηκε ο Σιδέρης από το Βίτσα κι ο Σολωμός από το Βαλαωρίτη. Άλλαξε το ύφος και στις πόλεις και στα βουνά και στο Δ΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Γίνονταν πιό αντάρτικο:

Λαμπέτη, εδείλιασα, τα σωθικά μου
άσπλαχνο θέρισε βόλι πικρό
νεκρά στο σκάνταλο τα δάχτυλά μου
βλέπεις επάγωσαν. Δος μου νερό!

Πέρασαν τα χρόνια. Ήρθε η Απελευθέρωση. Ο πρώτος εμφύλιος. Τέλειωσε το σχολείο και μαζί του οι δυσκολεμένοι καιροί των μαθητικών χρόνων της Κατοχής. Νέες διαθέσεις, νέες ποιητικές εμπειρίες συνόδευαν το ειδύλλιο της ήβης. Ο Σεφέρης με το «ρόδο της μοίρας»  που «γύρευε να ΄ρθει να μας πληγώσει» και ο Ελύτης «με μιά γέψη τρικυμίας στα χείλη».

Άλλαξαν οι καιροί. Σκόρπισαν και χάθηκαν οι συμμαθητές στους πέντε ανέμους. Τέλειωσα το Πανεπιστήμιο κι έγινα και γώ δάσκαλος. Δίδαξα κι εγώ Σολωμό, Μαρκορά, Βαλαωρίτη, Παλαμά. Κι όταν ήμουνα στην έδρα, σε άλλες πιό φωτεινές, πιό σίγουρες εποχές, θυμόμουνα τους καθηγητές μου της Κατοχής και τότε, μόνο τότε, καταλάβαινα πόσο δύσκολο ήταν το έργο τους και πόσο αχάριστο.

Δεν είχα μάθει για το Σιδέρη από κείνη τη χρονιά. Διάβαζα μόνο στις εφημερίδες γι’ αυτόν κι αργότερα τον έβλεπα συχνά στις παραστάσεις. Ίδιος κι απαράλλαχτος. Ανανεωμένος, αμετακίνητος και… αμετανόητος. Κύριε τάδε, με προσφωνούσε, όταν με συναντούσε, όπως παλιά, και πάντοτε στον πληθυντικό. Του έστελνα ό,τι έγραφα και κείνος μου απαντούσε με συγκίνηση. Αλλά πάντα στον πληθυντικό.

Κι όταν έμαθα-καθυστερημένα-πώς πέθανε ο δάσκαλος των παιδικών μου χρόνων, ήρθαν ανάκατα στο νου μου και μου θόλωσαν τα μάτια το Δ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, οι καθηγητές της Κατοχής, η εκτέλεση του αλόγου, κείνο το αξέχαστο δημοψήφισμα και ο Γιάννης Σιδέρης, πού χωμένος μέσα στο μαύρο του παλτό με τ’ άσπρα του μαλλιά ν’ ανεμίζουν, έφευγε για πάντα γλιστρώντας αθόρυβα κι ευγενικά πάνω στις βροχερές στροφές του Μαρκορά:

Της νιότης φεύγουνε
τ’ άνθια κι η χάρη
τριγύρου σέρνεται
με αργό ποδάρι
ώσπου στην κλίνη του
σα βαρεμένος
πέφτει ο καημένος.
Και πρίν την ύστερη
πνοή του στείλει
αργά ταράζονται
τα κρύα του χείλη,
και με το μάνα μου!
-πρώτη φωνή του-
πετά η ψυχή του!…

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θέατρο» τ. 49-50 Γενάρης-Απρίλης 1976).

ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ, ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΑ τόμος Ι, β΄ έκδοση Χαρ. Μπούρας-Αθήνα 1990,  σ. 207-220. Στο VII κεφάλαιο «ΔΙΑΦΟΡΑ».

Σημειώσεις:

Από παλαιά πίστευα και εξακολουθώ όχι με τόση ζέση πια να πιστεύω, ότι η τέχνη φέρνει κοντύτερα τους ανθρώπους. Δεν είναι ένα εγωτικό ταξίδι του ανθρώπου που κάθεται στο γραφείο του και αποτυπώνει τα όνειρά του, τα οράματά του πάνω στην λευκή σελίδα και κατόπιν, αναμένει την αναγνώριση και καταξίωση, ενώ αν η αναγνωστική ή εμπορική αποδοχή του έργου του έχει εν μέρει ή ολοκληρωτική αποτυχία, χρεώνει στους «άλλους» το φταίξιμο της μη αποδοχής της πρότασής του, του έργου του.  Τουλάχιστον φέρνει πλησιέστερα δημιουργούς και καλλιτέχνες που έχουν ταλέντο και το τάλαντο να την διακονούν με όποιον τρόπο μπορούν,  σε κάθε πτυχή και περιπέτειά της. Στις ημέρες μας, φοβάμαι ότι και η τέχνη, από μια κοινωνιολογική ή πολιτική πλευρά αν την εξετάσουμε, διατηρεί την αποξένωση των ανθρώπων. Δεν δημιουργεί «στέκια» επικοινωνίας για συνεύρεση, συζήτηση, γονιμοποιό διάλογο, πιθανές διαφωνίες και ενστάσεις από τους αναγνώστες ή θεατές ενός δημιουργήματος. Συσπειρώσεις γύρω από έναν άξονα αποδοχής και κοινωνικοποίησης της μεγάλης μάζας των ανθρώπων. Ο καθείς και η κάθε μία, και η μοναχική του πορεία ή το καλλιτεχνικό ή πνευματικό σωματείο στο οποίο ανήκει, είναι ενταγμένος για πρόσκαιρη αναγνώριση. Στους τηλεοπτικούς δέκτες το τελευταίο διάστημα προβάλλεται ένα σλόγκαν. «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός»,Μόρια της Λέσβου, Σεπτέμβριος του 2020, θα πρόσθετα επικουρικά των σημερινών αδιεξόδων της τέχνης, μιάς τέχνης της προβολής του φαίνεσθαι και της επαιτείας των καλλιτεχνών..

Η σκέψη επιστρέφει σε παλαιότερες εποχές, που ίσως τα πράγματα ήσαν διαφορετικά ή θέλαμε να πιστεύουμε ότι ήσαν διαφορετικά, ή πάλι, μπορεί και να εθελοτυφλούσαμε λόγω νεότητας και πολλαπλών εκδοχών ανωριμότητας..

Η μνήμη  μου διατηρεί ζωντανή ακόμα την παρουσία ενός ζεστού ανθρώπου, που παλαιότερα, συναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Νέος αλλοπαρμένος και φανατικός βιβλιόφιλος, συνάντησα στα γραφεία των εκδόσεων «Ακρίτας», στο σπίτι του εκδότη Δημητρίου Κόκκινου στη Νέα Σμύρνη, τον δάσκαλο Τάσο Λιγνάδη. Οι εκδόσεις «Ακρίτας», εκτός από την σειρά βιβλίων ορθόδοξης ατμόσφαιρας συγγραφέων που εξέδιδαν, είχαν κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο μαγειρικής για τις νηστίσιμες θρησκευτικές περιόδους με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Στο πρόγραμμα των εκδόσεών τους ενέταξαν κατόπιν, μια σειρά από εξαιρετικά παιδικά βιβλία, που η ο σχεδιασμός της σύλληψής τους, ήταν η γνωριμία των νεότερων ηλικίας αναγνωστών με τον βυζαντινό πολιτισμό και τα αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά επιτεύγματά του. Στο άνοιγμα των εκδόσεών τους, πέρα από την κυκλοφορία βιβλίων και μελετημάτων κληρικών συγγραφέων, ήταν η εκδοτική συνεργασία τους με συγγραφείς και στοχαστές, δασκάλους και διανοούμενους που εμφορούνταν από αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ορθόδοξο ελληνικό φρόνημα. Καθηγητές και στοχαστές, ιερείς και ιστορικοί, δάσκαλοι και φιλόσοφοι, που ασπάζονταν, σέβονταν και λάτρευαν την ελληνική βυζαντινή παράδοση και ιστορία. Που την θεωρούσαν αναπόσπαστη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του μέσα στον χρόνο. Στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια, να υπενθυμίσουμε ότι,  οι έλληνες διανοούμενοι και συγγραφείς, ιστορικοί και ερευνητές, ιστοριοδίφες και αρθρογράφοι,  φιλοσοφούντες και δημοσιογράφοι, οι έχοντες δημόσιο λόγο και φωνή, ήσαν κατά κάποιον τρόπο «χωρισμένοι» σε τρία θα λέγαμε σχηματικά, πνευματικά και καλλιτεχνικά στρατόπεδα. Ήταν η ομάδα των αρχαιόπληκτων, αυτοί που ασπάζονταν χωρίς αμφισβήτηση ότι έχει σχέση μόνο με την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της, ακόμα και σε θρησκευτικό επίπεδο αναφοράς και τυπολογίας εκδηλώσεων. Αρνούνταν το «αμαρτωλό βυζάντιο» και το θεωρούσαν σαν κατάκτηση και καταστροφή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και θαύματος, που κατέστρεψε και κατεδάφισε ότι προέρχονταν από τους εθνικούς Έλληνες. Η άλλη ομάδα διανοουμένων και στοχαστών, συγγραφέων, ήσαν οι Έλληνες και Ελληνίδες που ερμήνευαν τα πάντα κάτω από τον φακό της πολιτικής-και ιδιαίτερα της μαρξιστικής- λενινιστικής δογματικής ιδεολογίας και πρακτικής. Ήσαν άτομα που πολλά από αυτά,. είχαν σπουδάσει στην εσπερία, πτυχιούχοι, πολύγλωσσοι, μορφωμένοι με φρέσκο αέρα προσέγγισης των μεταπολιτευτικών πνευματικών δεδομένων, τα οποία μετέφεραν μέσα στο σεντούκι της παιδείας και εκπαιδευτικής αγωγής τους, των γνώσεών τους, τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά, πνευματικά και πολιτικής αγωγής  νάματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Της Δύσης. Έλληνες που αρνούνταν κάθε τι που προέρχονταν από τον βυζαντινό κόσμο και πολιτισμό, την χιλιόχρονη αυτοκρατορία, και κατά συνέπεια ότι έχει σχέση με την ορθόδοξη εκκλησία και θρησκεία και την εθιμική και κοινωνική της παράδοση. Ήταν τα παιδιά της επιστήμης και της τεχνογνωσίας, των ιδεών και φιλοσοφικών δοξασιών και της παιδείας διδαχών του ευρωπαϊκού ουμανισμού και διαφωτισμού. Και όπως εύστοχα ο παιγνιώδης πάντα Κώστας Ζουράρης απεκάλεσαι «ευρολιγούρηδες». Το σύγχρονο των ημερών εκείνο «σχίσμα» ήταν βαθύ, παθιασμένο, έντονο, πολλές φορές επιτηδευμένα κραυγαλέο, κοινωνικά και πολιτικά πολυεπίπεδο. Εντεύθεν κακείθεν των πνευματικών και ιδεολογικών χαρακωμάτων «καρατομούνταν κεφάλια» και τα συγγραφικά τους έργα και η δημιουργία εν μία νυχτί. Κάθε πλευρά, ζητούσε και μια σύγχρονη «ομολογία πίστεως» από τους Έλληνες, σε αυτά που πρέσβευε και ακολουθούσε. Αποδέχονταν. Υπήρχε το φημισμένο «ιερατείο» και οι «πιστοί» ακόλουθοι. Τέλος, υπήρχε και μιά τρίτη ομάδα γνωστών και καταξιωμένων δημιουργών, η οποία αποτελούνταν από συγγραφείς και διανοητές, στοχαστές, πανεπιστημιακούς, εκδότες, και κυρίως, ιερείς και αγιορείτες μοναχούς, οι οποίοι ακολουθούσαν τα της γενικής ελληνικής ιστορίας, της εκκλησίας και παράδοσης, της ορθοδοξίας πάτρια. Ήσαν οι Έλληνες εκείνοι που είτε προέρχονταν από τον χώρο του μοναστηριακού κλήρου ή της επίσημης ορθόδοξης εκκλησίας, (μοναχοί, ιερείς, αρχιερείς, πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, διανοούμενοι, κλπ.) είτε είχαν προέλθει από τα σπλάχνα των λεγόμενων παραεκκλησιαστικών οργανώσεων. Οι λεγόμενοι και πιο σκληροπυρηνικοί στις θέσεις και απόψεις τους. Μια μεγάλη μερίδα ελλήνων οι οποίοι ασπάζονταν και ακολουθούσαν, πίστευαν και είχαν γευθεί την κοινωνική μυσταγωγία της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης του έθνους των Ελλήνων. Εκκλησιαζόντουσαν, μετείχαν ενεργά στις θρησκευτικές και εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, ακολουθούσαν συνειδητά το εκκλησιαστικό τυπικό και πρόσωπα του μοναστηριακού κλήρου που θεωρούσαν ως δασκάλους, κοινωνούσαν, διάβαζαν ιερά συγγράμματα και μετέφραζαν στα νέα ελληνικά την ορθόδοξη εκκλησιαστική γραμματεία. Αρθρογραφούσαν δημόσια και συνομιλούσαν, ακολουθούσαν με δυό λόγια, το ελληνορθόδοξο δόγμα και τελετουργικό της ελληνική επίσημης εκκλησίας. Αγαπούσαν το Βυζάντιο και τον κόσμο του και ότι προέρχονταν από αυτό. Υιοθετούσαν μόνο τα ιστορικά κληροδοτήματα του βυζαντινού ελληνικού πολιτισμού, της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας του, με ότι θετικό και αρνητικό ιστορικά κουβαλούσε μέσα στον ιστορικό χρόνο της εξέλιξης της ευρωπαϊκής συνολικά ηπείρου. Άτομα, ιδιαίτερα ιερωμένοι, που «απεχθάνονταν» ή κρατούσαν δυναμικά αρνητική στάση σε ότι προέρχεται από το εξωτερικό, το οποίο θεωρούσαν παπικό, οικουμενικό, φράγκικο, αιρετικό. Πολλοί Έλληνες «φανατικοί» ή λιγότερο «φανατικοί» ορθόδοξοι συγγραφείς και στοχαστές, μετριοπαθείς διανοούμενοι και κληρικοί, έχοντας την οικονομική δυνατότητα είχαν σπουδάσει επίσης σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και πνευματικά ιδρύματα της δύσης, οι οποίοι παρά του ότι μετέφεραν στις πνευματικές και γνωστικές αποσκευές τους αρκετά από τα επιτεύγματα της «αιρετικής» Δύσης και των ανθρώπων της, παρέμειναν «προσκολλημένοι» στην ντόπια ελληνορθόδοξη παράδοση και προσπαθούσαν να κατηχήσουν όπως πίστευαν ορθότερα, τους νεοέλληνες «γραικούς» στα πνευματικά και θρησκευτικά και εκκλησιαστικά νάματα της ορθόδοξης εκκλησίας και της παράδοσής της. Μετά τον εορτασμό της χιλιετηρίδας του αγίου όρους, είχε αναπτυχθεί στην χώρα ένα εκκλησιαστικό και κοινωνικό κίνημα υπέρ της επιστροφής στην ελληνορθόδοξη παράδοση. Τα ήθη και τα έθιμα της. Το επονομαζόμενο από τους δημοσιογράφους «νεορθόδοξο» κίνημα. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω ότι, σε παλαιότερη βιβλιοκριτική μου, σε αντιδιαστολή με τον ορισμό του Κώστα Ζουράρη, ονόμασα τα άτομα αυτά «βυζαντινοεπαίτες». Όπως και νάχει ή καθιερώθηκε εκ των υστέρων, πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς, στοχαστές και ιστορικοί,  που ασπάζονταν συνειδητά την ελληνορθόδοξη παράδοση, προέρχονταν από την τεράστια πνευματική ελληνική βρυσομάνα του μικρασιατικού ελληνισμού και πολιτισμού. Έλληνες που μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922, διωγμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες στα παράλια της Μικράς Ασίας, ξεριζωμένοι και ρακένδυτοι, βασανισμένοι και πάμπτωχοι, ανέστιοι Έλληνες και Ελληνίδες, οικογένειες και μικρά παιδιά, οι οποίοι εγκατασπάρθηκαν σε όλα τα μέρη σχεδόν, της παλαιάς Ελλάδας, και αγωνιζόμενοι σκληρά και σε αντίξοες κοινωνικές συνθήκες, χωρίς οικονομικούς πόρους, και πολλές φορές «δαχτυλοδειχτούμενοι» από τους ντόπιους Έλληνες, (ως τουρκόσποροι) μεγαλούργησαν, πρόκοψαν, δημιούργησαν και συνέβαλαν τόσο στην οικονομική όσο και την πνευματική ανάπτυξη αυτής της δύσμοιρης πατρίδας. Της Ελλάδας ολονών μας.. Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου οι Μικρασιάτες και Μικρασιάτισσες ζούσαν και ανέπνεαν με την επιστροφή στα αιματοβαμμένα ελληνικά χώματα της Μικράς Ασίας. Το όνειρο και το όραμα των χαμένων αλλά όχι λησμονημένων πατρίδων. Την αναβίωση της ελληνορθόδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας και του διαδόχου αυτοκράτορα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Από την μία ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων και από την άλλη ο τελευταίος από τον Μοριά  έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας που έπεσε μαχόμενος στην άλωση του 1453. Έλληνες εσμέν ή Γραικοί. (Σε αυτό το πνευματικό παιχνίδι διχασμού, αν δεν λαθεύω, δεν συμμετείχαν δημοσίως Έλληνες που ακολουθούσαν άλλα δόγματα, πχ. καθολικοί, ευαγγελιστές κλπ). Αυτό είναι το γνωστό γενικό ιστορικό περίγραμμα μέσα στο οποίο κινούνταν, εργάζονταν, εκπαιδεύονταν, δημιουργούσαν, παρήγαγαν πνευματικά, καλλιτεχνικά, ιδεολογικά, συνομιλούσαν και διαφωνούσαν οι Έλληνες τα ιστορικά και πολιτικά χρόνια μετά την μεταπολίτευση του 1974. Για να ήμαστε όμως ακριβείς μέσα σε αυτούς τους νέους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς «διχασμούς» των σύγχρονων Ελλήνων, διέκρινες και μεμονωμένες πνευματικές, καλλιτεχνικές και συγγραφικές μονάδες οι οποίες προσπαθούσαν ή αναζητούσαν τρόπους να συμβιβάσουν τα τρία αυτά κεντρικά σύγχρονα ρεύματα στην πατρίδα μας. Προσπαθούσαν να διασώσουν ότι πιο ευλύγιστο σαν θέση και ερμηνεία και από τις τρείς πλευρές και να έρθουν σε μια αρμονική προσέγγιση, Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Κωστής Μοσκώφ, ο Στέλιος Ράμφος, ο Χρίστος Γιανναράς και ορισμένοι άλλοι. Πρόσωπα που αναζητούσαν τρόπους τα διαχρονικά ρεύματα σκέψης του ελληνικού πολιτισμού και παράδοσης, να συγκλίνουν αρμονικά, και να σχηματίσουν το νέο σύγχρονο, μοντέρνο πρόσωπο της Ελλάδας και της ευρωπαϊκής της, αν και βαλκάνιας κατά βάθος υπόστασης. Ένα από τα πρόσωπα, τους συγγραφείς, τις φυσιογνωμίες αυτές, είναι και ο δάσκαλος Τάσος Λιγνάδης.

Τον συνάντησα για πρώτη φορά όπως προείπα στις εκδόσεις «Ακρίτας» του Δημητρίου Κόκκινου, που εργάζονταν, τότε, στον Πειραιά. Με διστακτικότητα και σεβασμό πλησίασα τον Τάσο Λιγνάδη και άνοιξα συζήτηση μαζί του. Πρόσχαρος σαν συγγραφέας, ζεστός σαν χαρακτήρας, οικείος σαν άνθρωπος, χωρίς κανενός είδους τουπέ. Διόγκωσης της δημόσιας παρουσίας του. Γνώριζα τις εξαιρετικές μελέτες του για τον νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και τον ισπανό ποιητή και θεατρικό δραματουργό Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Δυό ποιητές που εξακολουθώ να αγαπώ και να διαβάζω. Είχα διαβάσει-όπως και όλοι μας-την εργασία του για τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και, μόλις είχα προμηθευτεί το βιβλίο του, «Το Ζώον και το Τέρας» ένα μελέτημα πάνω στο αρχαίο δράμα. Στην πρώτη μας συνάντηση, (στο σπίτι του εκδότη) του ανέφερα όπως όφειλα σαν νεότερος και από σεβασμό, για τα βιβλία του που γνώριζα, τα κείμενά του που διάβαζα σε εφημερίδες, τα υπέροχα άρθρα του. Παρακολουθούσα την προετοιμασία της έκδοσης του νέου του βιβλίου στον εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο του «Καταρρέω» που είναι μια επιλογή από τις δημοσιευθείσες επιφυλλίδες του, οι οποίες διαβάζονταν απνευστί την εποχή εκείνη. Ο εύστοχος τίτλος του, (ο οποίος είναι δανεισμένος από ένα πασίγνωστο ροκ τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε στίχους του Νικόλα Άσιμου), τα θέματα που εξέταζε και τα ζητήματα που διαπραγματεύονταν ο Τάσος Λιγνάδης, έκαναν αναγνωστικά αγαπητό και το βιβλίο αυτό. Συζητούνταν ευρέως στους αναγνωστικούς κύκλους. Η σαφήνεια του ύφους του, η διαλλακτική του σκέψη, ο «μικρασιάτικος» ευαίσθητος φωτισμός του, η λαγαρή αν και πυκνή γλώσσα του, το λεξιλόγιό του, συνηγορούσαν στην αγορά του, και στις συνθήκες εκείνες ώστε να ανοίξεις μια προσωπική συνομιλία μαζί του. Ο επόμενος τόμος με δοκίμιά του, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, Αθήνα 1996, «Το Μυστήριο, το Κάλλος και η Ιθαγένεια του Τοπίου» ήρθε να επιβεβαιώσει στα ανώνυμα μάτια των αναγνωστών του, την ποιότητα, την σοβαρότητα και την υπευθυνότητα του στοχαστή και συγγραφέα Τάσου Λιγνάδη. Ήρθε να εμπεδώσει στις αναγνωστικές μας συνειδήσεις, την ποιητικότητα της γραφής του. Τα μελετήματά του, τα δοκίμιά του, τα άρθρα του ή η επιφυλλίδες του, διατηρούν όλα το ίδιο ποιητικό ύψος. Τίποτα το ασθματικό ή λαχανιασμένο δεν συναντάμε στην γραφή του, τίποτα το αναποτελεσματικό ερμηνευτικά. Το προσωπικό του ύφος σαν συγγραφέας δεν διαφέρει από αυτό των κειμένων του. Το περιεχόμενο των γραπτών του είναι σε αντιστοιχία με την φιλοσοφία της σκέψης του, των ατομικών του οραματισμών για το τι είναι ελληνικός πολιτισμός, τι αρχαίο θέατρο, ποιοι οι ορθοί τρόποι διδασκαλίας του, ποιος ο ρόλος των θεατών, πως οφείλει να ανεβαίνει μια αρχαία τραγωδία, τι είναι σύγχρονο θέατρο και ποια η ενεργή συμμετοχή μας σε αυτό. Ποιος ο ρόλος ενός μεταφραστή του αρχαίου λόγου, ποια κλειδιά χρειάζεται να ακολουθήσει, ποιους ιστορικούς σπονδύλους να υιοθετήσει στην επιθυμία του να μεταφέρει στο σήμερα τα μηνύματα του αρχαίου τραγικού λόγου. Θέματα με τα οποία καταπιάνεται και στους δύο τόμους των «Θεατρολογικών» μελετών του. Μπορεί κανείς να διαφωνεί ίσως με ορισμένες θέσεις του, ενδεχομένως να νιώθει κάπως άβολα με την επανάληψη της χρήσης «πρέπει» να γίνει αυτό, από τον δάσκαλο Τάσο Λιγνάδη, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίσει την εκούσια αφοσίωσή του στην διδασκαλία του αρχαίου λόγου. Την παρρησία του με την οποία εξετάζει παραστάσεις ανεβάσματος σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Ο λόγος του Τάσου Λιγνάδη, δεν είναι ο λόγος ενός «φιλοτεχνίζοντος» θεατρικού κριτικού, είναι ο θερμός λόγος ενός ανθρώπου που κρατά μια διαρκή επικοινωνία με αυτό που κοινόχρηστα ίσως, θα αποκαλούσαμε καλό γούστο γραφής. Οι επιλογές των αναφορών του είναι συγκεκριμένες. Είναι εννοιολογικοί ή γλωσσικοί αρμοί που οικοδομούν την δομή των ερμηνευτικών του θέσεων. Είναι τα σταθερά κριτήρια που συνεχίζουν την συνομιλία του με τα κείμενα ή τα πρόσωπα που διαπραγματεύεται ή συνεξετάζει. Ο Τάσος Λιγνάδης, δεν κολακεύει, δεν παραγνωρίζει καταστάσεις που έζησε. Βιώνει με ευσυνειδησία μια πραγματικότητα και μας την εκθέτει ή μεταφέρει μέσα από προσωπικά του διαβάσματα και ερευνητικές περιπλανήσεις, αναμνήσεις παλαιότερών του χρόνων, εφηβικές εξομολογήσεις-όπως στην περίπτωση του ιστορικού και γυμνασιακού του δασκάλου Γιάννη Σιδέρη-εξαγοράζει την ποιότητα των ανθρώπων και των έργων με ποιότητα επαναενθύμησής τους. Δεν είναι απολογητικός ο λόγος του, είναι συμβουλευτικός και διαπιστωτικός. Το ύφος του είναι ψύχραιμο, σε πολλές στιγμές του φιλοσοφικό ή αν θέλετε πυκνό στοχαστικό, όμως, καθόλου αφηρημένο και, σε σημεία του συναισθηματικό. Σίγουρα πάντως προτρεπτικό. Ο Τάσος Λιγνάδης, δεν διαπιστώνει μόνο δίνει και απαντήσεις. Προτείνει διεξόδους προσέγγισης και ανάγνωσης του αρχαίου τραγικού λόγου. Η μικρασιατική του στόφα και ποιότητα είναι ευδιάκριτη στα γραπτά του. Δεν εμφορείται από έτοιμες απόψεις, δεν ξανά ζεσταίνει το φαγητό της ερμηνείας θέλοντας να συμπληρώσει τα κενά των θεατρικών σελίδων, ο Λιγνάδης παρεμβαίνει, δηλώνει, συνομιλεί.

Την δεύτερη φορά που συναντηθήκαμε, εργάζονταν-δίδασκε αν θυμάμαι καλά στο Ελληνικό Ωδείο στην οδό Πειραιώς, μετά από την συζήτηση και ορισμένες ερωτήσεις που μου έκανε, με ρώτησε αν θα διάβαζα ένα παλαιό βιβλίο του, που δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο, για τα Δάνεια της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Του απάντησα με μεγάλη μου χαρά θα το έπιανα στα χέρια μου και θα το διάβαζα. Όπως και έγινε. Σε συνάντησή μας, μου το χάρισε με αφιέρωση. Δυστυχώς την εργασία του αυτή, την δάνεισα με την σειρά μου σε γνωστό συγγραφέα που ασχολούνταν με την Επανάσταση του 1821, και όπως είναι τοις πάση γνωστό, όποιο βιβλίο δανείζεται δεν επιστρέφεται. (άσε που πολλοί σου κόβουν και την καλημέρα. Και σου μένει η πετσέτα με το λογότυπο). Θυμάμαι όμως αμυδρά, τι πληροφορίες παρέθετε ο Τάσος Λιγνάδης, και με τι ευσυνειδησία και εγκυρότητα εξέταζε το θέμα του. Έκτοτε, ότι έπεφτε στα χέρια μου και αφορούσε την συγγραφική περιπέτεια του Τάσου Λιγνάδη την αγόραζα, την διάβαζα, την αποδελτίωνα και την χρησιμοποιούσα. Είχα γράψει και ένα μικρό κείμενο για το «Καταρρέω» σε τοπική εφημερίδα, αλλά χάθηκε μέσα στην λήθη του χρόνου και της κατοπινής περιπλανώμενης φλυαρίας μου. Χρόνια αργότερα εντελώς τυχαία σε βιβλιοπωλείο στο Μοναστηράκι, που είχαμε πάει με φίλο ποιητή να ακούσουμε ένα μουσικό σχήμα, βρήκα και αγόρασα το δίτομο έργο του «ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΑ» Ι, ΙΙ, εκδόσεις Χαράλαμπος Μπούρας-Αθήνα 1990/1992. Και, σχετικά πρόσφατα, θέλοντας να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου, προμηθεύτηκα τους δύο τόμους του «Κριτικές Θεάτρου. Αρχαίο Δράμα (1975-1989)» και «Κριτικές Θεάτρου. Νεοελληνική δραματουργία (1975-1989)», από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη-Αθήνα 2013/ 2015.

Στο παρόν σημείωμα, σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω ξεχωριστά το εξομολογητικό, τρυφερό και ευαίσθητο κείμενο του μαθητή Τάσου Λιγνάδη, για τους δασκάλους του στο Δ΄ Αρρένων Αθηνών,-περίοδο Πολέμου, Κατοχής και Πείνας, και ιδιαίτερα, για τον δάσκαλό του Γιάννη Σιδέρη. Που, αν το διαβάσουμε παράλληλα με τις θέσεις ενός άλλου μαθητή του, του φιλόλογου και κριτικού Κώστα Γεωργουσόπουλου, θα έχουμε μια επαρκή εικόνα, εμείς οι κατά πολύ νεότεροι λάτρεις της θεατρικής τέχνης. Θα πληροφορηθούμε  για το ποιόν του χαρακτήρα, τις διδασκαλικές μεθόδους, τον τρόπο εξέτασής του, την μέθοδο που ακολουθούσε και τις συμπεριφορές της ζωής, του ιστορικού του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη.

Το κείμενο «Ελεγεία στο δάσκαλο Γιάννη Σιδέρη», γράφτηκε λίγο μετά τον θάνατο του δασκάλου του και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Θέατρο» τχ. 49-50/1,4, 1976, του Κώστα Νίτσου. Κατόπιν συμπεριελήφθηκε στην πρώτη έκδοση του 1978 και στην δεύτερη επανέκδοση του εκδοτικού οίκου του Χαράλαμπου Μπούρα. Ωα σημειώσουμε ότι ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρώτο τόμο του έργου στο «Αντί προλόγου» γράφει για τις ευχαριστίες που οφείλει «στην κ. Μαρία Α. Γαβριηλίδη» που ανέλαβε την επιμέλεια του βιβλίου, στο εργαστήριο «Γραφικών Τεχνών Κ. Μιχαλάς», ενώ στον δεύτερο τόμο εκφράζει τις ευχαριστίες του «στην Ολίβια Μιχάλη» που βοήθησε στην έκδοση του βιβλίου. Η «Ελεγεία» του Τάσου Λιγνάδη, επιτυγχάνει δύο στόχους. Από την μία μας εξομολογείται τα εφηβικά γυμνασιακά του χρόνια, τα δύσκολα και αδιάπλαστα ακόμα χρόνια της εφηβείας του και των συμμαθητών, στο Δ΄ Αρρένων Αθηνών, περίοδος πολέμου και κατοχής, πάντα όπως είναι εύλογο, σε σχέση με τους γυμνασιακούς του δασκάλους και τις διδασκαλικές μεθόδους που ακολουθούσαν για να τους μάθους γράμματα, ενώ παράλληλα, μας σκιαγραφεί και τη φυσιογνωμία του δασκάλου τους Γιάννη Σιδέρη, και στο πως φαίνονταν στα δικά τους εφηβικά μάτια. Ανοίγοντας μικρή παρένθεση να υπενθυμίσουμε ότι, σχολικές αναμνήσεις έχουν γράψει και μας έχουν αφηγηθεί αρκετοί σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο ποιητής Νίκος Χαντζάρας, ο εικαστικός Παναγιώτης Τέτσης, και μια σειρά άλλων ελλήνων δημιουργών και καλλιτεχνών. Κυκλοφορούν σχετικά αφιερώματα λογοτεχνικών περιοδικών.

Το κείμενο του Τάσου Λιγνάδη, διαθέτει μια νεανική φρεσκάδα και αρκετές δόσεις μελαγχολίας. Μας αποκαλύπτει έναν διαβασμένο-για την εποχή του και την ηλικία του ευαίσθητο μαθητή, έναν έφηβο με ενδιαφέροντα και αγάπη για την ποίηση. Που όπως δηλώνεται από τα λόγια του, κατείχε αναγνωστικά να ξεχωρίσει ένα ποίημα του Διονυσίου Σολωμού από ένα ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά, όταν ο δάσκαλός τους, προσπαθούσε να παιχνιδίσει λογοτεχνικά μαζί τους. Οι απλές, αθώες παιδικές γυμνασιακές καζούρες και τα μαθητικά παρατσούκλια στα οποία αναφέρεται, ξυπνούν μνήμες και στιγμές των δικών μας παιδικών χρόνων. Χρόνων ανεμελιάς, φτώχειας και νεανικών ονείρων. Η ματιά του ορισμένες στιγμές υγραίνει από συγκίνηση,, όπως όταν μας εξιστορεί το στιγμιότυπο με τον τραυματισμό και την κατοπινή δολοφονία ενός αλόγου που παρακολουθεί τις σκηνές από το παράθυρο. Του πιο υπερήφανου τετράποδου που έχει εξημερώσει και έχει βάλει στην δούλεψή του ο άνθρωπος. Μας μιλά για τις ποιητικές του γυμνασιακές αγάπες μα και τις κατοπινές του. Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης. Με δόσεις παιδικής αισθαντικότητας και νοσταλγίας στέκεται στο ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά που αναφέρεται στη Μάννα. Κάνοντας αντιδιαστολή με το γνωστό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού. Η γλώσσα  στο εξομολογητικό αυτό κείμενο του Τάσου Λιγνάδη, δεν είναι ξερή, ίσως εκ των υστέρων και χρωματικά κυνική, αποστασιοποιημένη, όταν αναφέρεται στον δάσκαλό του Γιάννη Σιδέρη, και στους άλλους του δασκάλους παρά το απαρχαιωμένο σύστημα διδασκαλίας τους. Είναι μια γλώσσα και μια γραφή που φέρνει και πάλι στην επιφάνεια του μελλοντικού της ζωής του χρόνου πρόσωπα και καταστάσεις, περιστατικά στην επιφάνεια με νοσταλγία. Χωρίς δόσεις κατοπινής μωρίας για τα άτομα αυτά. Είναι οι εφηβικοί τους δάσκαλοι που βρέθηκαν την δεδομένη ιστορική στιγμή στην όχθη που τους επέβαλε το τότε εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό λειτούργημα. Αναγνωρίζει και επαινεί την προσπάθειά τους να τους μάθουν γράμματα όπως πίστευαν ή είχαν διδαχθεί από τους δικούς τους δασκάλους.. Βλέπει τι δυσκολίες αντιμετώπιζαν, όταν και εκείνος με την σειρά του άρχισε να διδάσκει νέους μαθητές. Ακόμα και το πικρό παράπονο που εκφράζει για τον δάσκαλό τους Γιάννη Σιδέρη, που και μετά την αποφοίτησή τους και την ενηλικίωσή του, εξακολουθούσε ο γέρων πλέον Σιδέρης να του απευθύνεται στον πληθυντικό, μας το αφηγείται με μιά  δόση ελεγχόμενης και σεβασμού πικρίας. Ο παιδαγωγικός σπόρος που έριξαν μέσα στις εφηβικές τους ψυχές, οι παιδικοί τους δάσκαλοι-έστω και αν τους δίδαξαν μία χρονιά-έπιασε τόπο, κάρπισε και έδωσε καρπούς σε πολλά επίπεδα στους μαθητές αυτών των τάξεων. Το ήθος, ο χαρακτήρας και ο σεβασμός μεταλαμπαδεύτηκε και στις επόμενες γενιές των ελλήνων μαθητών, από τους τότε δασκάλους- και κράτησε ανοιχτούς τους κρουνούς νοσταλγίας τόσο για τα δύσκολα παιδικά χρόνια του Τάσου Λιγνάδη και των άλλων συμμαθητών του, όσο και για τα πρόσωπα των δασκάλων τους, που, ένας από αυτούς, σίγουρα ο ποιο αξιοσημείωτος και γνωστός υπήρξε ο ιστορικός του θεάτρου μας Γιάννης Σιδέρης. Και αυτή είναι η εξομολογητική ευθυτένεια του δασκάλου και συγγραφέα Τάσου Λιγνάδη. Ότι διδάσκει κριτήρια αξιολόγησης. Υπάρχει μια διαπίστωση στην οποία προβαίνει στον δεύτερο τόμο των «Θεατρικών» του στην σελίδα 111, στο κεφάλαιο «Η αναβίωση του αρχαίου δράματος» όπου εξετάζει την περίπτωση του παλαιού πανεπιστημιακού και αρχαιολάτρη Γεώργιου  Μιστριώτη. Ο Λιγνάδης ανοίγει παρένθεση και αναφέρει τα εξής: «(Θα συμβούλευα τον αναγνώστη του βιβλίου του δασκάλου μου στο Δ’ Γυμνάσιο Αρρένων Γιάννη Σιδέρη να μη θεωρεί ούτε τόσο βάσιμες ούτε τόσο έγκυρες τις κρίσεις του, διότι όσο φανατικός και εμπαθής υπήρξε ο Μιστριώτης στις ιδέες που πίστευε, με άλλη τόση εμπάθεια και φανατισμό τον αντιμετωπίζει ο Σιδέρης, που καταντά οι πληροφορίες του να συσκοτίζονται από την εμφανέστατη μισαλλοδοξία).». Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Διονύσου τω Διονύσω.

Οι δύο αυτοί τόμοι, περιλαμβάνουν άρθρα, μελετήματα, εξομολογήσεις, δοκίμια, δημοσιευμένες μελέτες σε περιοδικά, βλέπε «Θέατρο». «Θεατρικά», «Η Λέξη», «Εκκύκλημα» και εφημερίδες. «Μεσημβρινή», «Εσπερινή», «Η Καθημερινή» αλλά και Ανακοινώσεις σε Συνέδρια ή Συμμετοχές του Τάσου Λιγνάδη, ακόμα και κείμενά του σε αυτοτελή αφιερωματική έκδοση όπως αυτή για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Αλέξη Μινωτή. Οι θέσεις που εκφράζει είναι πεντακάθαρες. Ορισμένες του απόψεις βλέπε σχετικά για τον ρόλο και την συμμετοχή των θεατών, τον ρόλο και τον σκοπό της κριτικής και της κριτικογραφίας, είναι μαθήματα διδασκαλίας. Είναι οπτικές εξέτασης των αρχαίων κειμένων. Η ταξινόμησή της θεματολογίας του γίνεται σε επτά γενικές ενότητες, που με την συγκέντρωσή τους όπως σημειώνει ο ίδιος: «Με τη συγκέντρωση αυτή, ενδεχομένως, αξιοποιείται μιά εμπειρία, αναπτύσσεται ένας τρόπος ερμηνείας και πιστοποιείται μια άποψη.»

Ας δούμε τι περιλαμβάνουν οι δύο τόμοι.

ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΑ Ι, σελίδες 276. Αθήνα 1990. Δραχμές 2500.

-ΠΡΟΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΚΔΟΣΗΣ, Δ. και Γ. ΛΙΓΝΑΔΗΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

-ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

  1. I. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
  2. II.ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΙΚΑ

Η κοινωνική σημασία της Αρχαίας Κωμωδίας
Περιεχόμενο, καταγωγή και Δέκτης
Το παράδειγμα της Λυσιστράτης

III.  Η «ΠΟΙΗΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

  1. IV.ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΜΕΣΟ ΘΕΑΤΡΟ

Μαθητική παράσταση και πειραματισμός
Η λειτουργία ενός θεατρικού ομίλου
Ο δημιουργικός όρος της ιθαγένειας

  1. V.Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Αισθητικό και γλωσσικό πρόβλημα

  1. VI.ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥ

VII.  ΔΙΑΦΟΡΑ

Ελεγεία στο Δάσκαλο Γιάννη Σιδέρη
Συνοπτικό Σημείωμα για το «Πολιτικό Θέατρο»
Μιχαήλ Χουρμούζης: μιά παρουσίαση

Τα «ΣΑΤΥΡΙΚΑ»: παρουσίαση βιβλίου

Κριτικό Σημείωμα για την Κριτική
Το αρχαίο δράμα στο σημερινό θέατρο: Διεθνής Διάσκεψη Θεάτρου στην Αθήνα
Η Έρευνα για την Έδρα της Θεατρολογίας: Συνέντευξη.

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΑ ΙΙ, Αθήνα 1992, σελίδες 288, δραχμές 2600

Ο τόμος είναι αφιερωμένος «Στην Ευγενία Λιγνάδη»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Ι.  Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΙΜΗΣΕΩΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

  1. II. Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΠΡΑΞΗ ΣΤΙΣ «ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ»

III. ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Η μαύρη ρίζα της ευψυχίας
Το ελληνικό θέατρο και το διεγερτικό του
Το θέατρο των «Φιλικών»
Η στρατευμένη σκηνή
Το προεπαναστατικό θέατρο
Σύντομο οδοιπορικό στην αναβίωση του αρχαίου δράματος και τις εφαρμογές του
Η «Αντιγόνη» στα αρχαία ελληνικά-Μια παράσταση πρίν 90 χρόνια
Η «Αντιγόνη» από τη «Θεατρική Λέσχη Βόλου»- Καινούργια πρόταση για το αρχαίο δράμα

  1. IV. ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ

Περί κριτικογραφίας- Ο κριτικογράφος, θεατής που διατυπώνει έντυπα τη γνώμη του για ένα έργο που παριστάνεται
Το ερώτημα του έργου και η κριτική απάντηση

  1. V.ΔΙΑΦΟΡΑ

Θέατρο και λογοτεχνία
Μπέν Τζόνσον- Το παιχνίδι της μάσκας
Στρίντμπεργκ- Συνεισφορά σε μιά συζήτηση
Σημειώσεις πάνω στο θέμα της ελληνικής υποκριτικής

  1. VI.ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Φώτος Πολίτης
Ελένη Παπαδάκη: Η θανατογραμμένη
Άγγελος Τερζάκης: Το τραγικό ήθος
Κατίνα Παξινού
Ο Κλεόβουλος Κλώνης και η λάμψη της συστολής
Αναμνηστικό σε πρώτο πρόσωπο για τον Αλέξη Μινωτή

VII.  ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΔΑΥΡΙΩΝ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Ας μας επιτραπεί να σημειώσουμε ότι το μακροσκελέστατο από τα μελετήματα «ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΙΚΑ», είναι απαραίτητο για σκηνοθέτες και μεταφραστές. Και μια μεροληπτική αναφορά εκ μέρους μας. Στην ενότητα «ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ», διαβάσαμε τις απόψεις του για την τραγωδό Κατίνα Παξινού που γεννήθηκε που είναι πειραιώτισσα. Με τον πειραιά επίσης συνδέθηκε και ο Κλεόβουλος Κλώνης. Οι δε αναφορές και κρίσεις του για τον επίσης πειραιώτη Δημήτρη Ροντήρη θερμαίνουν και εμπλουτίζουν την αναγνωστική μας επιθυμία και διάθεση. Η γραφή του Τάσου Λιγνάδη, δεν έχει στοιχεία ποιητικά αλλά είναι ποιητική. Απλή, κατανοητή, στρωτή γλώσσα, χωρίς εννοιολογικούς σκοπέλους ή θεατρικές νησίδες σκοτεινότητας. Γράφοντας για την διπλή περίπτωση του Τάσου Λιγνάδη και του Γιάννη Σιδέρη, θα αναγνωρίσει ο αναγνώστης ότι δεν χρησιμοποιώ μπροστά από τα ονόματά τους την λέξη κυρός. Και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Οι Έλληνες αυτοί, είναι αναμμένοι φάροι πολιτισμού της ιστορίας της χώρας  μας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020,

Εβδομάδα μνήμης Φρέντυ Μέρκιουρι και Σαλβαντόρ Αλλιέντε.

Share this
The following two tabs change content below.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή