Ελεονόρα Ντούζε: Μια μεγάλη, τέλεια ηθοποιός

by Times Newsroom 1
Share this

Η Ελεονόρα Ντούζε (Eleonora Duse, 1858 – 1924) ήταν Ιταλίδα ηθοποιός, μία από τις μεγαλύτερες του νεότερου θεάτρου. Σύγχρονη και αντίπαλος της Σάρας Μπερνάρ, υπήρξε το αντίθετο των «ιερών τεράτων» που κυριάρχησαν στο θέατρο του 19ου αι. Η Ντούζε, που γεννήθηκε το 1858 στο Βι ντε Βάνο της Λομβαρδίας και θαυμαστές της ήταν ο Στανισλάβσκι και ο Τσέχωφ, είχε πάψει ν’ ανήκει αποκλειστικά στην Ιταλία και είχε ωθήσει το παγκόσμιο θέατρο σε μια άνευ προηγουμένου ανανέωση. Η γυναίκα που υπήρξε ασύγκριτα μεγαλύτερη ηθοποιός από τη Σάρα Μπερνάρ, στην  αμερικάνικη περιοδεία της αποκλήθηκε από τους κριτικούς «η αρχηγός των αρχηγών του μοντέρνου αμερικανικού θεάτρου».

Τη μεγάλη Ιταλίδα ηθοποιό  ενσάρκωσε η δική μας μεγάλη Ασπασία Παπαθανασίου στη σκηνή του θεάτρου «Ιλίσια», πρωταγωνιστώντας στο ομώνυμο έργο του Chico de Chiara. Σε ένα ξενοδοχείο Β’ κατηγορίας παίζει με τη φαντασία της και συζητεί με πρόσωπα του παρελθόντος της. Μια βουβή γυναίκα ­ νοσοκόμα, δεσμοφύλακας, γραμματέας ­ την περιποιείται, την ακολουθεί, τη συνδράμει. Ο έρωτάς της για τον Γκαμπριέλ ντ’ Ανούντσιο, η κόρη της, οι εραστές της. Ετσι μαθαίνουμε ότι βγήκε τεσσάρων χρόνων στο θέατρο και ότι από το 1909 ως το 1921 είχε σταματήσει να παίζει, για να επανέλθει αργότερα, και για οικονομικούς λόγους. Πάντα αγωνιούσε για το πώς θα εκφρασθεί. Είχε ανησυχίες και αγωνίες για την τέχνη της. Τι ήταν αυτό που συγκίνησε την Ασπασία Παπαθανασίου για να παίξει τη συνάδελφό της; «Το γεγονός ότι μέσα από τη δική της πορεία διαγράφεται η μοίρα του ηθοποιού σε σχέση με την ηλικία. Οταν φεύγουν τα χρόνια πρέπει να προσαρμοσθείς σε ειδικούς ρόλους. Η ενέργεια όμως δεν είναι η ίδια. Ο καλλιτέχνης είναι καταδικασμένος. Νιώθει τη φθορά με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο. Είναι η μοναξιά του καλλιτέχνη, μια μοναξιά όχι μόνον της ηλικίας αλλά και της σχέσης με τα θεατρικά πρόσωπα. Κάθε ηθοποιός αισθάνεται αυτά τα πράγματα με την ηλικία. Είναι δύσκολο να παραδεχθείς ότι λόγω ηλικίας δεν μπορείς να παίξεις τραγωδία. Κι όμως το παραδέχομαι».

  • Olga Signorelli*

ΤΟ ΝΤΕΜΠΟΥΤΟ της Duse στο θέατρο Renaissance έγινε την 1 του Ιούνη 1897. Το θέατρο ήταν κατάμεστο παρά την υψηλή τιμή των διακοσίων πενήντα φράγκων η πολυθρόνα. Ένα εκατομμύριο φράγκα ήταν υπερβολικό ποσό για τις προπωλήσεις για τις επόμενες παραστάσεις. Στην αίθουσα απλωνόταν σιωπή τρομερής αναμονής και μέσα σε κείνη τη σιωπή και σε κείνη τη νεύρωση κύλησαν οι τρεις πρώτες πράξεις της Κυρίας με τις Καμέλιες: μετά ήρθε η τέταρτη πράξη, το πονεμένο πάθος της Μαργαρίτας στο οποίο η Duse ήταν αξεπέραστη. Ένα ντελίριο χειροκροτημάτων έκλεισε την παράσταση. Ανάμεσα στις ενθουσιαστικές επευφημίες του κοινού, η κραυγή “bravo, bravo”, σταλμένη από τη Sarah Bernhardt στο παλκοσένικο, ξεχώριζε καθαρά. Η Eleonora είχε κερδίσει την πιο σκληρή μάχη. Την επομένη, προφασιζόμενη επείγουσες και ανύπαρκτες υποχρεώσεις, η Sarah έφυγε για το Λονδίνο, όπου παράμεινε σ’ όλη την διάρκεια της παραμονής της Duse στο Παρίσι.

Sarah Bernhard

Επίσης και το Όνειρο ενός πρωινού της άνοιξης, στις 15 του Ιούνη 1897 ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Ο D’Annunzio δεν ήταν παρών σ’ εκείνο το ντεμπούτο, ενώ παραβρέθηκε στην πρεμιέρα της Νεκρής Πολιτείας, στις 22 του Γενάρη 1898. Ήταν αντίθετα παρών ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Felix Faure που θέλησε να παραστεί στο θρίαμβο που απένεμε το Παρίσι στην Duse. Όταν μετά την παράσταση ακόμα τρέμοντας από συγκίνηση του εξομολογήθηκε ότι ένιωθε φόβο να παίζει στο πρώτο θέατρο του κόσμου σε μια ξένη γλώσσα, ο Felix Faure έκπληκτος αναφώνησε: “Πώς, Κυρία, παίξατε στα ιταλικά;”. Ο Francisque Sercey που εθεωρείτο πράγματι ο πιο αυστηρός κριτικός του Παρισιού, έγραψε στα “Annales” ότι “όταν βλέπεις και ακούς την Duse, ως εκ θαύματος γνωρίζεις ιταλικά”.

Με τη νίκη στο Παρίσι, η Eleonora Duse καθιερώθηκε οριστικά διεθνώς. Οι γάλλοι κριτικοί είχαν μείνει έκπληκτοι από την καλλιτεχνική αποτελεσματικότητα που πετύχαινε με εξαιρετικά απλά μέσα· ως άτομο ήταν ασήμαντη όταν δεν έπαιζε, μα τα μάτια της γίνονταν άπιστα στην Καισαρίνα, βαθιά και ελκυστικά στη Μάγδα, παιδικά, θωπευτικά στη Λοκαντιέρα, τρελά στο Όνειρο ενός πρωινού της άνοιξης. Το πρόσωπό της δεν ήταν μακιγιαρισμένο και αυτό ανακίνησε το πρόβλημα που είχε ήδη τεθεί από την περίφημη Clairon (M.lle Clairon, 25/1/1723 – 29/1/1803, διάσημη τραγική ηθοποιός, περίφημη ερμηνεύτρια του Ρακίνα), που υποστήριζε πως στο πρόσωπο του ηθοποιού έπρεπε να μπορούν να διαβάζουν όλοι τις κινήσεις της ψυχής. “Οι μυώνες που τεντώνονται, το δέρμα που κοκκινίζει, οι φλέβες που φουσκώνουν, είναι η απόδειξη της εσωτερικής συγκίνησης, δίχως την οποία δεν  υπάρχει μεγαλείο ταλέντου… Να ξέρεις ν’ ακούς, να φανερώνεις με την έκφραση του προσώπου ότι έχεις συγκινηθεί από εκείνο που εκφράζουν τα λόγια είναι ένα ταλέντο όχι λιγότερο πολύτιμο από το να ξέρεις να τα λες καλά”· και είχε προσθέσει ότι θα προτιμούσε να γυρίσει μάλλον στην αρχαία χρήση της μασκας παρά στο μακιγιάζ· ο χρόνος που χάνεται για να “φτιαχτεί το πρόσωπο” θα κερδιζόταν για μελέτη της άρθρωσης.

Eleonora Duse ως Κλεοπάτρα, 1887

Για την ουσιώδη διαφορά ανάμεσα στη Sarah  και την Eleonora Duse, έγραψε με χιούμορ ο Bernard Shaw:

…τα κοστούμια της Sarah Bernhardt, τα διαμάντια της είναι ό,τι ακριβώς λαμπρά, είναι βέβαια λάμποντα· η χροιά του προσώπου της δείχνει ότι δεν έχει μελετήσει μάταια τη μοντέρνα τέχνη. Τα τριανταφυλλί και θελκτικά effets τα οποία οι γάλλοι ζωγράφοι πετυχαίνουν δίνοντας στη χροιά της σάρκας τις λεπτές αποχρώσεις της φράουλας με κρέμα κοπανιστή και υπογραμμίζουν τις σκιές, πότε με καρμίνιο, πότε με κρεμεζί, εφαρμόζονται από την Sarah Bernhardt στο πρόσωπό της με μεγάλη δεξιοτεχνία… οι ρόγες των δαχτύλων της Sarah σπινθηροβολούν από ένα κρεατί τόσο λεπτό για να φαίνονται διαφανείς όπως τ’ αυτιά και για να φαίνεται ότι το φως διαπερνάει πραγματικά τις λεπτές της φλέβες. Τα χείλη μοιάζουν με ένα γραμματοκιβώτιο φρεσκοβαμμένο· τα μάγουλα ώς τα μαραμένα φρύδια έχουν την όψη του βελούδου ενός ροδάκινου.  Είναι όμορφη σύμφωνα με μια σχολαστική σύλληψη της ομορφιάς, αλλά απίθανη και απάνθρωπη. Τ΄τοια απιθανότητα όμως είναι συγχωρητέα, γιατί είναι τόσο σύμφωνη με του κανόνες της τέχνης, τόσο ραφιναρισμένη, τόσο ανοιχτά αναγνωρισμένη, τόσο έμφυτη στο επάγγελμα και είναι εκφρασμένη με τέτοια θελκτική κομψότητα που θα ήταν αδύνατο να μην τη δεχτεί πρόθυμα… Είναι πάντα αυτή, η Sarah Bernhardt. Το κοστούμια, ο τίτλος, το έργο, η διαδοχή των λέξεων μπορεί ν’ αλλάζουν. Δεν εισδύει ποτέ στο χαρακτήρα της ηρωίδας, μα την υποκαθιστά.

Eleonora Duse

Όλα αυτά ακρβώς που δεν κάνει η Duse, της οποίας κάθε ρόλος γίνεται μια καινούργια δημιουργία. Όταν εμφανίζεται τη σκηνή αφήνει ελεύθερο το θεατή να μεταχειριστεί τα θεατρικά του κυάλια για να μετρήσει όλες τις ρυτίδες που ο χρόνος και οι στερήσεις έχουν χαράξει στο πρόσωπό της. Είναι το διαβατήριο της ανθρώπινης φύσης της κι αυτή δεν είναι τόσο ανόητη να καλύψει τέτοια σημαντική μαρτυρία με το φτιασίδι χρώματος ροδακινί. Οι σκιές του προσώπου της και αρκετά συχνά ακόμη και τα χείλη της δεν έχουν χρώμα κόκκινο, αλλά είναι γκρίζες… Τη μαγεία της δεν μπορεί να την μιμηθεί μια νεόπλουτη καμαριέρα που ανέβηκε στη σκηνή… Με ένα τρεμούλιασμα των χειλιών, που περισσότερο το αισθάνεσαι παρά το βλέπεις και που δεν διαρκεί παρά μισό λεπτό, η Duse διεισδύει στα μύχια της καρδιάς. Και δεν υπάρχει κανένα χαρακτηριστικό του προσώπου της, καμιά απόχρωση ψυχρή σ’ εκείνη τη γκρίζα σκιά που να μην τονίζει αυτό το τρεμούλιασμα…

Πρέπει ν’ αναγνωρίσω εξάλλου, στην τέχνη να είναι όμορφη η Sarah Bernhardt είναι ένα βρέφος σε σύγκριση με την Duse. Η παρακαταθήκη από πόζες και μιμητικά παιχνίδια της γαλλίδας ηθοποιού θα μπορούσε εύκολα να μπει σε κατάλογο, καθώς και η παρακαταθήκη των σκηνικών της ευρημάτων· για να τα μετρήσεις θα αρκούσαν τα δάχτυλα των χεριών. Η Duse αντίθετα δίνει την ψευδαίσθηση ότι είναι ανεξάντλητη στην πολλαπλότητα των ωραιότατων στάσεων και χειρονομιών. Ξέρει να εκφράζει με λεπτό τρόπο αλλά έντονο, κάθε ιδέα, κάθε απόχρωση μιας ιδέας και ενός συναισθήματος… Είναι ευκίνητη και εύκαμπτη σαν ένας γυμναστής ή ένας πάνθηρας, όμως οι ατέλειωτες σκέψεις που βρίσκουν φυσική έκφραση στις κινήσεις της είναι όλες αυτής της ανώτερης φύσης που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα…

Πορτρέτο της Eleonora Duse (1891) φιλοτεχνημένο από τον llya Repin

Δεν υπάρχει φυσική έλξη που να είναι ευγενική και ωραία αν δεν είναι έκφραση ενός ηθικού θέλγητρου· και ακριβώς επειδή η εικόνα  της Duse συμπεριλαβαίνει αυτούς τους υψηλούς  ηθικούς τόνους, που ο διαβήτης της τέχνης της , αν μου επιτρέπεται να το ονομάσω έτσι, φτάνοντας από τα βάθη ενός πλάσματος τέλεια θηριώδους όπως η Γυναίκα του Κλαύδιου στην απέραντη καλοσύνη της Μαργαρίτας Γκωτιέ, στο υψηλό θάρρος της Μάγδας, ξεπερνά αμέτρητα τη φτωχή μιάμιση οκτάβα πάνω στην οποία η Sarah Bernhardt παίζει τα χαριτωμένα της τραγουδάκια και τα διεγερτικά της εμβατήρια.

Τον Ιούλη του 1897, η Eleonora Duse άφησε το ωραίο της διαμέρισμα στη Βενετία για να μεταφερθεί σε μια απλή βιλίτσα στο Σεττινιάνο, κοντά στη Φλωρεντία· τον επόμενο Μάρτη, ο Gabriele D’Annunzio εγκαταστάθηκε στη διπλανή Capponcina και το σπιτάκι της Eleonora έλαβε από αυτόν το διάσημο όνομα “Porziuncola”.

Eleonora Duse – Gabriele D’Annunzio

Η ομόφωνη επιδοκιμασία της κριτικής και των παρισινών καλλιτεχνών, η εγκάρδια υποδοχή από εκείνο το απαιτητικό κοινό δεν κατάφεραν τίποτε άλλο παρά να ακονίζουν την επιθυμία της για ένα ποιητικό θέατρο που από πολύ καιρό ήταν το μόνιμο όνειρό της. Η επιτυχία στο Όνειρο ενός πρωινού της άνοιξης είχε εδραιώσει την εμπιστοσύνη της  στον D’Annunzio σα δραματικό συγγραφέα. Ήταν περήφανη που επέβαλε στο θέατρο τον μεγαλύτερο ιταλό ποιητή. Ανήσυχη να μην πάρει ο άνεμος το ριγμένο σπόρο, γύρευε με αγωνία να σχηματίσει ένα θίασο ικανό να ερμηνεύσει τη Νεκρή Πολιτεία μόλις θα ήταν δυνατό και να βρει ένα κατάλληλο θέατρο.

Από το Μουέρρεν, όπου είχε πάει για θεραπεία για τη φυματίωση που είχε επιδεινωθεί από την πολλή δουλειά και τις συγκινήσεις, στις 6 Αυγούστου έγραψε στον Gabriele D’Annunzio που είχε υποβάλει υποψηφιότητα για την εκλογική περιφέρεια της Ορτόνα:

“Ω, αν αύριο και μεθαύριο και ακόμα και πάντα δεν έλπιζα πια ότι θα θεραπευτώ να’ρθει από τον πιο σύντομο δρόμο γιατί το να ψευτοζώ δίχως να δίνομαι ολόκληρη στο έργο σου με τρομάζει σαν την πιο μεγάλη συμφορά…”.

Όταν διάβασε μια αγγελία σχετική με την ανέγερση ενός καινούργιου θεάτρου, στις 11 του Αυγούστου απευθύνθηκε στον γνωστό κριτικό Boutet, φίλο της από τις πρώτες επιτυχίες στη Νάπολη, που στο Παρίσι την βοήθησε δίνοντάς της θάρρος και συμβουλές:

Αγαπητέ Boutet. Εδώ πάνω που βρίσκομαι μου έρχεται ο Figaro της 6ης Αυγούστου και διαβάζω:

Από το Μιλάνο:

Il vient de se fonder ici une société, au capital de 500.000 francs qui va faire construire un nouveau Théâtre qui portera le nom de Théâtre Giuseppe Verdi.

Σεις τι ξέρετε για όλα αυτά;

Ζούμε λοιπόν σε μια χώρα όπου παρ’ όλα αυτά βρίσκεται ένα ποσό για ανοικοδόμηση; Αλλά κεφάλαιο για ποιο είδος κερδοσκοπίας; Και για ποιον και γιατί πράγμα αυτό το άλλο Θέατρο, αφού όλα γενικά είναι άδεια από έλλειψη ενός θεάματος που να θέλγει;

Κάντε μου τη χάρη να πληροφορηθείτε πάνω σ’ αυτό. Είμαι ακόμα πάρα πολύ λίγο καλά για να μπορώ να σας γράψω πολλά, αλλά το φαινόμενο αυτής της αγγελίας είναι περισσότερο σοβαρό από όσο φαίνεται για την περίπτωσή μας. (Σημ.:  Ο Boutet ήτανε φλογερός υποστηρικτής της προσπάθειας να δημιουργηθεί ένα θέατρο με ρεπερτόριο υψηλού επιπέδου).

Το φθινόπωρο αφού αποκαταστάθηκε η υγεία της ξανάρχισε απρόθυμα την περιοδεία της στην Ιταλία. Την 1 του Σεπτέμβρη την παραμονή της αναχώρησης, μετά από μερικές παραστάσεις στη Γένοβα, έγραψε με πικρή μελαγχολία στη φίλη της Laura Gropallo:

“Φεύγω απόψε στις εφτά για Νάπολη… Αυτό το πήγαινε έλα στη χώρα μου με κάνει αγχώδη δεν μπορώ να πω γιατί περισσότερο από οποιαδήποτε υπερπόντια tournée. Όταν γύριζα ένα χρόνο πριν, έλπιζα τόσο και λογάριαζα στη Νεκρή Πολιτεία τη μοναδική ομορφιά. Σήμερα οι δυσκολίες για να την ανεβάσω (δεν έχω τα κατάλληλα πρόσωπα ανάμεσα στους ηθοποιούς μου) μεγαλώνουν αντί να μικραίνουν. Αισθάνομαι, λοιπόν, ξανά στ’ ανοιχτά της θάλασσας, δίχως κατάρτι. Τι να κάνω; Να περιμένω ακόμα;”.

Το 1894 ξεκίνησε η σχέση της Ελεονόρας Ντούζε με τον Ντ’ Αννούντσιο, για την οποία αυτός έγραψε αρκετά θεατρικά έργα.

Τον Οχτώβρη πέρασε μερικές μέρες στην Ασσίζη μαζί με τον D’Annunzio, μετά πήγανε στη Βενετία.  Στις 13 του Οχτώβρη, σε μια συνέντευξη με τον Mario Morasso, ο ποιητής επιβεβαίωσε εκείνο που μια βδομάδα πριν είχε ανακοινώσει στο New York Herald, στην έκδοση του Παρισιού, ότι δηλαδή είχε τη σταθερή πρόθεση να φτιάξει στη λίμνη του Άλμπανο ένα δικό του θέατρο για την αναγέννηση του δράματος και θα είχε την ευθύνη του η Eleonora Duse.

Αυτή θα σχηματίσει ένα θίασο ειδικό προσπαθώντας να διαδώσει εκείνη τη λεπτή διαίσθηση για τα έργα μοντέρνας τέχνης και με τα δικά της μέσα που αυτή έχει τόσο εμβαθύνει να εκπαιδεύσει τους ηθοποιούς, άντρες και γυναίκες, στο καινούργιο στυλ.

Η εναρκτήρια παράσταση θα γινόταν στις 21 του Μάρτη 1899, με την Περσεφόνη του ίδιου του D’Annunzio.

Για το ρεπερτόριο της Duse ο ποιητής έλεγε ότι είχε ήδη μεταφράσει σε ρυθμική πρόζα τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και την Αντιγόνη του Σοφοκλή και ότι τέλειωνε τη Νεκρή Πολιτεία, η παράσταση της οποίας θα προηγείτο σαν πείραμα για μερικές βραδιές από τη μεγάλη σκηνή της Κασσάνδρας από τον Αγαμέμνονα και αυτό με το σκοπό να πετύχει μια πιο στενή και πλήρη κατανόηση της Νεκρής Πολιτείας.

Eleonora Duse

Η πρώτη παράσταση την Ιταλία του Όνειρου ενός πρωινού της άνοιξης δόθηκε στο θέατρο “Rossini” στη Βενετία, στις 3 του Νοέμβρη 1897. Το θέαμα όμως δίχως να προκαλέσει αντιδράσεις εχθρικές στην κατάμεστη αίθουσα, δεν άρεσε. Η μεγάλη ηθοποιός φάνηκε πολύ άλλαγμένη, λιγότερο αληθινή, πιο επιτηδευμένη.

Μετά από έξι χρόνια ταξίδι και θριάμβους, στις 6 του Νοέμβρη 1897, η Duse ξαναεμφανίστηκε στο Μιλάνο, στο “Teatro dei Filodrammatici”, με την Κυρία με τις Καμέλιες. Έγραψε γι’ αυτήν ο Leporello στην “Illustrazione Italiana”:

…Ήταν το έργο παλιό και ανιαρό για τα καινούργια γούστα, ήταν η κούραση από το ταξίδι, ήταν η συγκίνηση που ξαναβρέθηκε μετά από τόσον καιρό ανάμεσα στους παλιούς φίλους, μ’ εκείνη τη βραδιά φάνηκε ότι το εξωτερικό την είχε καταστρέψει. Έφυγε η μεγάλη καλλιτέχνιδα άνιση, είναι αλήθεια γεμάτη παραφορά, παράλογη, ακατάστατη, μα αληθινή και συγκινητική· και γύρισε μια δασκάλα ορθοφωνίας, ωραίας θεατρικής συμπεριφοράς αλλά που δεν αγαπάς με ενθουσιασμό”.

Αλλά στις επόμενες παραστάσεις οι οποίες, από τον ενθουσιασμό του κοινού, από τέσσερις έγιναν οκτώ και επιπλέον μια λαϊκή απογευματινή στο “Lirico’ με είσπραξη εξήντα χιλιάδες λιρέτες, ο κριτικός υποχρεώθηκε να ανακαλέσει ότι το εξωτερικό την είχε αλλάξει, την είχε ανανεώσει, υψώνοντάς την σε μεγαλύτερη τελειότητα. Δεν της έλειπε η επιτυχία, αλλά είχε θελήσει να γίνει μια μεγάλη, μια τέλεια ερμηνεύτρια:

Άρχισε να επαγρυπνεί, σταμάτησε τις ακατάστατες κινήσεις των χεριών, γύρεψε να κινεί το χαρακτήρα με τους κανόνες μιας λογικής αισθητικής, υπέταξε τα νεύρα της στη θέλησή της για να μπορεί να διεισδύει μέσα στο λόγο, στο πρόσωπο και στην ενέργεια της ψυχής και μέσα στο πετσί των χαρακτήρων, διατηρώντας από την αρχή ώς το τέλος την ίδια προσωπικότητα. Έτσι η Eleonora Duse στη Μάγδα στο Πατρικό Σπίτι, στη Δεύτερη Σύζυγο, στη Λοκαντιέρα είναι πάντοτε διαφορετική, πάντοτε καινούργια, πάντοτε αυθεντική.

Με σιγουριά και απλότητα η Duse δίνει τώρα στο χαρακτήρα μια σφραγίδα δική της και τόσο σωστή που μπορεί να τη διατηρήσει σ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Χρωματίζει τη φράση, ζωγραφίζει με λεπτομέρεια το διάλογο αποφεύγοντας στις μακριές διηγήσεις, τα effets του crescendo και προσέχει αντίθετα τις αποχρώσεις. Κάθε λέξη, κάθε φράση δεν είναι απλοί ήχοι που χαϊδεύουν τ’ αυτιά, αλλά αποκαλύπτουν μια ψυχική κατάσταση. Η Μάγδα δεν ήταν ποτέ τόσο συμπαθητική και ποτέ περισσότερο ζωντανή και τραγική δεν είχε φανεί η μάχη που δίνεται στο βάθος της συνείδησής της· επαναστάτρια στην πατρική εξουσία και συρόμενη προς το ζυγό μιας ανώτερης δύναμης, από ένα μαγνητισμό… σαν να της ήρθε ίλιγγος πάνω από μια άβυσσο… Το μεγαλείο της Duse βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το ταλέντο της, στο να κάνει να διαφαίνεται η ψυχική κατάσταση, ακόμα και όταν ο λόγος βρίσκεται σε αντίθεση, η Μάγδα άλλοτε γελάει, άλλοτε αστειεύεται, μεθάει από τους θριάμβους της· αλλά η Duse μας κάνει να καταλαβαίνουμε πάντοτε πόση πικρία κρύβουν τα χαρούμενα λόγια…

Eleonora Duse

Κάποτε ήταν μονο το εσωτερικό του χαρακτήρα που γοήτευε στην παράσταση της Duse. Σήμερα έχει συμπληρώσει την εσωτερική φυσιογνωμία με την εξωτερική εμφάνιση και γι’ αυτό τώρα είναι αληθινά μια μεγάλη ηθοποιός. Η Πάολα Τάνκερι στη Δεύτερη Σύζυγο και η Μάγδα είναι φυσιογνωμικά ηθικά πάρα πολύ ίδιες· όμως η Duse έχει μάθει να βρίσκει αποχρώσεις που κάνουν τη μια πάρα πολύ διαφορετική από την άλλη. Η Μάγδα είναι μια καλλιτέχνιδα του θεάτρου, έτσι εξηγείται η πλατιά χειρονομία, η υπολογισμένη πόζα, η τέχνη να κινείται, η ενστικτώδης επιδίωξη να εκδηλώνεται πάνω σ’ ένα φόντο όπως η φιγούρα ενός κάδρου· για την ηρωίδα του Pinero, αντίθετα, μεγαλωμένη σ’ έναν ελαφρό κόσμο από απάτες και κοκεταρίες, είναι φυσική η ακαταστασία των κινήσεων, η δίχως φροντίδα χειρονομία. Η Μάγδα μιλάει καθισμένη σε μια άνετη πολυθρόνα, στην πλάτη της οποίας κατεβαίνει λευκό παραπέτασμα το μεταξωτό μαντώ της· η Πάολα προτιμάει να κάθεται στο μπράτσο της πολυθρόνας ή του καναπέ· και κάθεται με τους αγκώνες ακουμπισμένους πάνω στο τραπέζι…

Μικρολεπτομέρειες μα δείχνουν πως το εξωτερικό του χαρακτήρα δεν παραμελείται πια…

Αφήνοντας το Μιλάνο η ηθοποιός υποσχέθηκε να ξαναγυρίει το Φλεβάρη με τη Νεκρή Πολιτεία. Διαβεβαίωσε ότι για δυο χρόνια δε θα άφηνε  την Ιταλία· είπε πράγματι ότι όταν πήγαινε στο εξωτερικό έκανε μεγάλη θυσία γιατί υπόφερε ααπό νοσταλγία.

*Olga Signorelli, Ελεονόρα Ντούζε. Μετάφραση: ΖΩΗ ΣΚΟΥΡΛΑ. Εκδόσεις Παπαζήση. αθήνα 1980.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή