Ελλη Αλεξίου: Υπολείμματα επαγγέλματος | Διήγημα

by Times Newsroom 1
Share this

ΟΤΑΝ ΕΜΠΑΙΝΑΝ μέσα, δεν τους έβλεπε ποτέ σαν κόσμο μισητό, ή εχθρικό. Και δεν έπαιρνε τη θέση που απαιτείται, όταν ένα αντίπαλο στρατόπεδο, το βλέπεις να στρατοπεδεύει και να ετοιμάζει τον οπλισμό του για επίθεση. Ανοιγε την πόρτα και αναγνωρίζοντας αμέσως το είδος των επισκεπτών, τους καλωσόριζε… ενώ αυτοί:

— Ποιος κάθεται εδώ; τ’ όνομά σας…

— Μα δε μας ξέρετε; Ηρθατε στην τύχη; Χωρίς να ξέρετε ποιος κάθεται. Αφού ξαναήρθατε κι άλλες φορές… εδώ καθόμαστε τριανταδύο χρόνια… Καθίσετε! Καθίσετε!

— Οχι, όχι, δεν πρόκειται να καθίσουμε… δεν ήρθαμε για να καθίσουμε…– Μήπως θα παίρνατε μαζί μου έναν καφέ;

— Οχι! Οχι…

Στο μεταξύ αυτοί με την άνεση γιων της οικογένειας, ανερώτηχτα άνοιγαν ντουλάπες, ψάχνανε στις τσέπες του ρουχισμού που κρεμόταν στις κρεμάστρες, τίναζαν και πετούσαν έξω τα ομορφοδιπλωμένα μυρωδάτα ασπρόρουχα που αναπαύονταν στα συρτάρια. Μετατόπιζαν τα αντικείμενα στο πανέρι της ραπτικής… άδειαζαν τα συρτάρια με τη γραφική ύλη και το μικρό ντουλαπάκι με τα φαρμακευτικά, αναποδογύριζαν στο λουτρό το κιβώτιο με τα λερωμένα. 

Η νοικοκυρά, γριά και δυσκίνητη, δεν αγανακτούσε για τη συμπεριφορά τους, αναλογιζότανε μόνο σε πόσους άδικους κόπους θα ανάγκαζαν τις άρρωστες αρθρώσεις της να υποβληθούν… σε πόσα σκύψε – σήκω την πονεμένη ραχοκοκαλιά… Μόνο αυτό την απασχολούσε. Ηξερε πως τούτα τα ομορφοφτιαγμένα παιδιά σε τίποτε δε φταίγανε. Εκτελούσαν πειθήνια, αυτό που τους είχαν διατάξει να κάμουν. Εβλεπε μόνο τα γερά κορμιά τους τους στιβαρούς ώμους τους, την ξέχειλη υγεία του δέρματος, που πήγαινε να σκάσει κι έκανε σκέψεις! Θεέ μου, πόσο άδικα χαραμίζουνται δυνάμεις, που θα μπορούσαν να χτίσουν οικοδομές, να ξεχερσώσουν χωράφια, να κλαδέψουν και εξυγιάνουν, να καταστήσουν αποδοτικούς χώρους και φυτείες εγκαταλειμμένες απ’ τους πολέμους και τη μετανάστευση… Τούτα τα αθώα πλάσματα χτυπούν σε απίθανες ώρες πόρτες ετοιμόρροπων και βασανισμένων ανθρώπων. Αναταράσσουν εφιαλτικούς ύπνους, κερδισμένους τα ξημερώματα, μερινάξ,… ανοίγουν το ψυγείο, οπού δεν υπάρχει παρά η μποτίλια το νερό, τρία λεμόνια, και μισοπιωμένο γάλα έβγας.

— Είναι αλήθεια πως έχετε άνθρωπο στο παραπέτασμα;

— Τι εννοείτε «άνθρωπο»;

— Με ποιον αλληλογραφείτε στο παραπέτασμα;

— Με την αδερφή μου…

— Το ξέρετε πως αυτοί όλοι πρόδωσαν την πατρίδα τους; Εχετε καθήκον, έχετε υποχρέωση, ειδεμή εμείς θα σας εξαναγκάσουμε, να τους ξεγράψετε.

— Αν έναν άνθρωπο αγαπώ στον κόσμο είναι αυτή η αδερφή… Κι άλλον δικό μου δεν έχω στη ζωή…. Την αγαπώ και την εκτιμώ και μην κατακρατείτε τα γράμματα που μου στέλνει, γιατί θα πεθάνω μ’ αυτόν τον καημό.

— Να πεθάνετε και οι δυο σας, να ξεβρωμίσει ο τόπος…

Μα η γριά δεν ενοχλείται, γιατί και στο μακρύ διάστημα της δασκαλικής της ζωής πήγαινε πάντα κοντά στα απλοϊκά κι αγαθούλικα παιδιά, που ξεχώριζαν μέσα στην τάξη για τη μορφωτική τους καθυστέρηση. Συμμαχούσε με τα αδύναμα, με αυτά που φορούσαν τριμμένα, καλολουστραρισμένα, κακομοίρικα παπούτσια και αποφόρια παλτών. Τα αεράτα, τα ζωντανά, τα παντοδύναμα με τους ξένους δασκάλους, τα λογάδικα με τις φορεσιές τις ξεσηκωμένες από τα ξενόγλωσσα περιοδικά μόδας, δεν είχαν την ανάγκη της… Και ο καλός ο λόγος, η έγνοια, η φροντίδα, η μητρική παρακολούθηση είναι κεφάλαια, συλλογιζόταν η δασκάλα, που πρέπει κι αυτά να κατανέμουνται μέσα στις τάξεις με δικαιοσύνη. Να αποβλέπουν και τα κεφάλαια τούτα της συμπαράστασης σε κάθε δυνατή εξίσωση και εξισορρόπηση. Δεν είναι σωστό να καταθέτεις τούτα τα κεφάλαια της συμπαράστασης έτσι ομαδόν στους υπερχορτάτους… Οφείλεις ύστερα από προσεχτικό ζύγιασμα να ανακαλύπτεις τι είναι αυτό που λείπει κάτω από τούτη τη δειλία. Από πού προέρχεται η συστολή, το αγέλαστο ή και το δακρυγόνο ξέσπασμα…

Βλέπει η γριά τα αποβαρβαρωμένα κορμιά απόπου απουσιάζει – όχι απουσιάζει, γιατί ποτέ δεν κατοικήθηκαν απ’ αυτές – απουσιάζει η σκέψη και το συναίσθημα. Βασανίζεται ως τα μύχια της. Χρειάζουνται βοήθεια. Πώς να κατάφερνε να τα κάμει ευτυχισμένα. Να δώσει κάποιο άλλο καλύτερο σκοπό στη ζωή τους σε τούτα τα καθυστερημένα των σχολικών – κοινωνικών «Τάξεων».

— Είναι καλό το επάγγελμά σας; Είναι ο μισθός ικανοποιητικός; Ακουσα ότι παίρνετε χίλιες οκτακόσιες το μήνα… Δεν είναι τίποτε… Θα έχετε ίσως και τίποτε επιδόματα… άλλα πλεονεκτήματα… Δεν είναι όμως και κουραστικό… Χτυπάτε γνωστές πόρτες και ρωτάτε ποιος κάθεται μέσα, ενώ ξέρετε ποιος κάθεται. Ρωτάτε πώς τόνε λένε, ενώ ξέρετε και πώς τον λένε κι ακόμα όλα του τα ψευδώνυμα… Δεν είναι δύσκολα πράματα αυτά… μόνο πως δεν είναι ικανοποιητικά… δε δίνουν χαρά στον άνθρωπο. Και είστε τόσο γερά παιδιά. Μια σπρωξιά να δώσετε του τοίχου θα πάει μέσα. Εχετε τόση μυική δύναμη, θα μπορούσατε να χτίζετε πολυκατοικίες και περνώντας ύστερα απέξω να καμαρώνετε… «Από τα χέρια μας βγήκε τούτο το ωραίο οικοδόμημα!!»

Υστερα πέρασαν στο μεγάλο σαλόνι. Ο χώρος, ο διάκοσμος, τα αναρτημένα, σ’ όλες τις επιφάνειες των τοίχων, κορνιζωμένα χειρόγραφα – δεν έμενε ούτε ο ελάχιστος ενδιάμεσος κενός χώρος – με τα ανατριχιαστικά από το κιτρίνισμα της πολυκαιρίας αυτόγραφα, του Καζαντζάκη και του Ρώτα, του Σικελιανού και της Μυρτιώτισσας, του Βάρναλη και του Ελύτη, του Αυγέρη και της Πολυδούρη με την τούφα από τα μαλλάκια της… Οι ολόγιομοι τοίχοι εντυπωσίασαν τους επισκέπτες. Καρφώθηκε η ματιά τους απορημένη. Απότομα βρέθηκαν σε ανυποψίαστους τόπους… Αγωνίζουνταν να βγάλουν συμπέρασμα:

— Τι ‘ναι αυτά;

— Πού τα βρήκατε;

— Ποιοι ‘ναι αυτοί; ρωτούσαν για τα πορτραίτα.

— Σε τι χρειάζουνται;

Η γριά δασκάλα προθυμοποιήθηκε με προσήνεια να τους κατατοπίσει. Να εισαγάγει με μια στοιχειώδη ενημερωτική προσπάθεια αυτά τα καθυστερημένα παιδιά… αν κατάφερνε να τα μπάσει, σε νοήματα που η φτώχεια, η χαμηλή πολιτιστική οικογενειακή στάθμη, το πρωτόγονο από την αρχή περιβάλλον, τα κράτησε άσπλαχνα αποξενωμένα…

— Τούτες εδώ, τις λίγες λέξεις, άρχισε με τρεμάμενη έξαρση τη διδασκαλία της – τις στέλνει από την Ιερουσαλήμ, στις 27 Απριλίου του 1921, μαζί και τα ροδόφυλλα από τον τάφο του Χριστού, ο Αγγελος Σικελιανός… Διαβάζετε ε; Τα ροδόφυλλα από την πολυκαίρια είναι πια δυο μικροί κόκκοι… Εδώ ο Κοτζιούλας γράφει γράμμα από το αντάρτικο, δύσκολα κείνα τα χρόνια φυματικός και περιζωσμένος από τον εχθρό… Ξεχάστηκε, μεταφέρθηκε σε παλιά χρόνια νιάτων, θάρρευε πως μιλούσε πως βρισκόταν σε κείνη την Εκτη Τάξη ή την τελευταία προκατοχική, σε κείνη την έξοδο του Μεσολογγίου που την είχαν πάρει, όπως και τώρα, τα δάκρυα, αυτήν και τα παιδιά… Ολοι είχαν ξεχαστεί. Και η αστυνομική έρευνα είχε χάσει τον προσανατολισμό της. Τους αφύπνισε ο… «Γυμνασιάρχης».

— Αντε μπρος! Κοιμηθήκατε;

— Καμιά άλλη φορά, που να μην έχετε δουλειά, τους έλεγε και τους συναπόβγαζε η γριά, να ‘ρθετε να σας εξηγήσω με την υπομονή μου το κάθε χειρόγραφο χωριστά, έχει το καθένα, να, τούτο δω, με τα μαλλάκια πίσω από το τζάμι… δική του ωραία ιστορία

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ (1894-1988)

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη του εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχε τρία μεγαλύτερα αδέρφια, τη Γαλάτεια, το Ραδάμανθυ και το Λευτέρη. Φοίτησε στο Σχολαρχείο του Ηρακλείου.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Θέρισσου ο πατέρας της συνελήφθη και φυλακίστηκε για συνεργασία με τους επαναστάτες. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε η μητέρα της από αποπληξία. Το 1910 αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου και ένα χρόνο αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, όπου μπήκε στο λογοτεχνικό κύκλο της Δεξαμενής και γνωρίστηκε με λογοτέχνες όπως οι Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Θεοτόκης, Τραυλαντώνης, Κονδυλάκης, Αυγέρης, Βάρναλης.

Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και ο πατέρας της δέχτηκε με αναβολή τεσσάρων χρόνων. Το 1913 μετά από απόφαση της κρητικής Πολιτείας εξετάστηκε από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίστηκε ως Διπλωματούχος.

Το 1914 διορίστηκε στο Γ΄ Χριστιανικό Γυμνάσιο της Αγίας Παρασκευής στο Ηράκλειο και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στο Πρότυπο Διδασκαλείο της πόλης. Το 1919 έγινε διπλωματούχος του Institut Superieur d’ Etudes Francaises και διορίστηκε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου.

Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε στη Δεξαμενή με το Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1920 στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας της από καρκίνο. Το 1925 αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Το 1928 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Δυο χρόνια αργότερα συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια της δικτατορίας της τετάρτης Αυγούστου και ανακρίθηκε.

Το 1938 χώρισε με τον Δασκαλάκη. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε μόνη στην Καλλιθέα και έδρασε στα πλαίσια του Ε.Α.Μ. Το 1945 ταξίδεψε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και γνωρίστηκε με γάλλους λογοτέχνες όπως οι Λουί Αραγκόν και Πωλ Ελυάρ.

Το 1948 πήρε μέρος στο πρώτο συνέδριο διανουουμένων του Βρότσλαβ και διορίστηκε εκπαιδευτική σύμβουλος από την Επιτροπή Βοηθείας Παιδιού και ένα χρόνο αργότερα στο πρώτο συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι. Το 1949 αυτοεξορίστηκε στη Ρουμανία και πήρε μέρος στο δεύτερο συνέδριο ειρήνης.

Συμμετείχε επίσης στη Συνδιάσκεψη για την Εκπαίδευση στη Βιέννη (1952), στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο δημοκρατικών γυναικών στην Κοπεγχάγη (1953), στη Λογοτεχνική Συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1957). Το 1952 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση μετά από πρόσκληση της κυβερνήσεως και το 1961 πήρε μέρος στις γιορτές για τον ουκρανό ποιητή Ταράς Γ. Σεφτσένκο στην ίδια χώρα.

Από το 1962 συγκατοίκησε με τον Μάρκο Αυγέρη στην Αθήνα. Το 1965 επανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και το 1966 συνελήφθη για παραπεμπτικό βούλευμα που είχε εκδοθεί εναντίον της το 1952. Αθωώθηκε πανηγυρικά. Συνέχισε την πολυποίκιλη λογοτεχνική, εκπαιδευτική και πολιτική της δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και μετά τη μεταπολίτευση έδωσε πολλές διαλέξεις σε πολλές ελληνικές πόλεις. Πέθανε στην Αθήνα.

Η Έλλη Αλεξίου πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με τη δημοσίευση του διηγήματος Φραντζέσκος στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της ζωής της ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την επιστήμη της Παιδαγωγικής, τη λογοτεχνική μετάφραση, το παιδικό βιβλίο και άλλους τομείς του γραπτού λόγου, αφήνοντας μεγάλο σε έκταση έργο.

Η πεζογραφία της αποτυπώνει έμμεσα τον προβληματισμό της για την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αυτός διαμορφώθηκε και μέσα από την πολιτική της ιδεολογία και κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής, με έντονη ωστόσο την παρουσία του προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής και του ψυχογραφικού στοιχείου. 


Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με την Σόνια Ιλίνσκαγια και Έλλη Αλεξίου στη Νέα Μάκρη το 1981 

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Έλλης Αλεξίου, βλ. Παπαγεωργίου Κώστας, «Έλλη Αλεξίου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Β΄, σ.168-217. Αθήνα, Σοκόλης, 1992, Σιμόπουλος Ηλίας, «Δασκαλάκη Έλλη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Φωσκαρίνης Θ., «Βιογραφία» (Έλλης Αλεξίου), Έλλη Αλεξίου · Μικρό αφιέρωμα, σ.291-294. Αθήνα, Καστανιώτης, 1979, του ιδίου, Δοκίμιο χρονογραφίας για την Έλλη Αλεξίου. Αθήνα, Καστανιώτης, 1982, και χ.σ., «Αλεξίου Έλλη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.

Πηγή: ekebi.gr

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή