Ένα ιστορικής σημασίας κείμενο του Καποδίστρια γραμμένο λίγες μέρες πριν από τη δολοφονία του

by ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΣ
  • Γράφει ο ιστορικός ερευνητής Γεώργιος Σκλαβούνος

Ένα ιστορικής σημασίας κείμενο του Καποδίστρια γραμμένο λίγες μέρες πριν από την δολοφονία του Παραλήπτες οι εκπρόσωποι των τριών Μεγάλων Δυνάμεων που θα αποφάσιζαν για το μελλον της Ελλάδος. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Αγγλίας, της Γαλλίας και ο Ρώσος Πρέσβης στο Λονδινο. Ένα κειμενο για οσους θελουν να διαβαζουν τον Καποδίστρια και οχι να διαβάζουν για τον Καποδίστρια.

Τοις κυρίοις Πληρεξουσίοις Αγγλίας, Γαλλίας, και Ρωσσίας, τοις συνιστώσι το εν Λονδίνω συνέδριον περί των Ελληνικών.
Ναυπλίω, 24 αυγούστου 1831.

Η προσωρινή της Ελλάδος κυβέρνησις ανέθεσε μεν και εις τον πρίγγιπα Κ. Σούτσον να εκθέση προς τας υμετέρας Εξοχότητας τα δεινά άπερ και προ ολίγου επέσεισαν και του λοιπού δύνανται να επάξωσι κατά της Ελλάδος την στυγεράν της αναρχίας μάστιγα. αλλά σήμερον και ημείς αυτοί ερχόμεθα εκπληρώσοντες το χρέος τούτο, κινούμενοι εκ των περιστάσεων, δεινοτέρων εκάστοτε γινομένων, και χρηζουσών άρα ταχίστης της θεραπείας και διορθώσεως. Ανήκει δε εις μόνον το εν Λονδίνω συνέδριον και να αποφασίση την θεραπείαν, και αμεσώτατα να την εφαρμόση.

Δεν θέλομεν καταχρασθή την επιεική προσοχήν των υμετέρων Εξοχοτήτων, εκδιηγούμενοι και πάλιν όσα τε απλώς χαρακτηρίζουσι τας επαναστατικάς προθέσεις ανθρώπων τινών συνηγμένων εν Ύδρα, και όσα προ ολίγου ετολμήθησαν παρ’ αυτών εν Πόρω, καθότι και ο πρίγγιψ Κ. Σούτσος πάντως τα έφερε προ των οφθαλμών σας, και οι εν Ελλάδι κύριοι αρχηγοί των συμμαχικών περίπλων βέβαια σας τα διεμήνυσαν. Αλλά πληροφορηθέντες ότι ταύτα πάντα διαφόρως κρίνονται και εξηγούνται παρά τε των ενταύθα κυρίων Προσέδρων και παρά των κυρίων ναυάρχων, οφείλομεν παραστήσαι αυτά κατά το παρ’ ημών κρινόμενον αληθές. Και επικρινάτωσαν αι υμέτεραι Εξοχότητες.

Προ πολλού η προς αντιπολιτείαν και στάσιν κλίσις είχε καταλάβη τον περιωρισμένον, αλλά τυφώδη νουν των προκρίτων της Ύδρας. Εμψυχούμενοι όμως και υπό της πανουργίας και τέχνης άλλων τινών Ελλήνων ετεροχθόνων μεν, συγκοινωνησάντων δε εις τας συμφοράς του επικινδυνοτάτου της Ελλάδος αγώνος, ήρχισαν πρώτον να απειθώσιν εν τη νήσω αυτών εις τους υπηρέτας της κυβερνήσεως.

Αφ’ ου δε συνέβησαν εν τε τη Γαλλία αι κατά τον Ιούλιον του 1830 μεγάλαι μεταβολαί, και όσα την Βελγικήν μεταπολίτευσαν εις αυτόνομον πολιτείαν, και όσαι άλλαι κινήσεις κακά επί κακοίς συσσωρεύουσιν εις άλλα της Ευρώπης μέρη, τότε οι παρ’ ημίν αρχέκακοι τοσαύτην έλαβον ευπορίαν, ως εν βραχεί κατώρθωσαν να αποπλανήσωσι και τους εμφρονεστάτους και ευδοκιμωτάτους των Υδραίων.
Τότε και ημείς, σαφώς βλέποντες και την φύσιν και τον σκοπόν της μηχανουργίας, και τας βοηθητικάς αυτή περιστάσεις, επαλλήλως εζητήσαμεν παρά των υμετέρων Εξοχοτήτων δια του πρίγγιπος Κ. Σούτσου ίνα στείλετε προς τους κυρίους Προσέδρους, συλλογάδην χρηματισμούς, εξ ων να δυνηθώσι και αυτοί συμφώνως να φανερώσωσι προς την προσωρινήν κυβέρνησιν τα διανοήματα της συμμαχίας.

Και οι χρηματισμοί μεν εδόθησαν, αλλ’ επειδή δεν προέκυπτον εκ πράξεως του συνεδρίου, ουδ’ ήσαν συλλογικοί, δεν ίσχυον να οχυρώσωσι τους κυρίους Προσέδρους προς το επιστρέψαι εις το καθήκον τους αγωνιζομένους να επαναστατήσωσι και ανατρέψωσι την Ελλάδα.

Αλλά και βοηθείας χρηματικάς δεν επαύσαμεν ζητούντες, τας οποίας αν ελάμβανεν η κυβέρνησις εκ πράξεως του εν Λονδίνω συνεδρίου, όχι μόνον ήθελεν απαντήση τας κατεπειγούσας χρείας της διοικήσεως, αλλ’ άμα ήθελε διανοίξη τους οφθαλμούς και των εν Ύδρα τιμιωτέρων ανδρών, απατωμένων και σήμερον υπό των επιβούλως λεγόντων ότι η ενεστώσα κυβέρνησις στερείται της όντως στηρίξεως των συμμάχων δυνάμεων, ηρέμα ασπαζομένων τα γινόμενα κινήματα προς μεταβολήν των ενταύθα πραγμάτων. Αι τοιαύται πλάναι ήθελαν διασκεδασθή εκ μόνης της θέας των βοηθημάτων των στελλομένων παρά των τριών συμμαχικών βουλείων λόγω δανείου.

Το δε ανεπαρκές των κηρύξεων ας εξέδωκαν οι κύριοι Πρόσεδροι τη 20 ιουλίου (1 αυγούστου) ίνα προτρέψωσι τους Υδραίους εις το απελθείν εκ του Πόρου, γίνεται κατάδηλον εξ ων απέτυχον έπειτα και οι πλοίαρχοι κύριοι Λυόνσος και Λαλάνδος, πραγματευόμενοι περί του αυτού.

Όχι δε μόνον, αλλ’ όσον εκ των υστέρων, φαίνεται ότι αι διαπραγματείαι αυτών έτι μάλλον εξώγκωσαν το φρόνημα των της ανταρσίας αρχηγών, πιστευσάντων εαυτούς δύναμιν υποστατικήν, διαπρεσβευομένην, και ίσην τουλάχιστον με την προσωρινήν κυβέρνησιν. Εξ ου η τε ηλιθία αυθάδεια των επιχειρούντων και η δυσμένεια των συμβούλων αυτών υπερέβησαν πλέον πάντα όρον, ως κατεφάνη εκ των επιτολμηθέντων εν Πόρω.

Μετά δε την καταστροφήν της 1 (13 αυγούστου) οι μεν κύριοι αρχηγοί των ναυτικών ανεκήρυξαν πάλιν τα αυτά, και ο Κ. Λαλάνδος περίπλουν κατέστησε περί την Ύδραν. Αλλ’ ούτε η κύρυξις ούτε ο περίπλους ο εις το βρίκιον Παλίνουρον ανατεθείς εκώλυσαν τους αντάρτας να εκπέμπωσιν εκ του αποκεκλεισμένου λιμένος πολεμόκροτα πλοία εις τε τας νήσους του Αιγαίου και εις τα παράλια της ανατολικής Ελλάδος και εις τα της Μάνης και παντού όπου ήλπιζον να επαναστατώσωσι τους κατοίκους, να εγείρωσιν οχλήματα κατά της κυβερνήσεως, και καταναγκάσωσι καν αυτήν εις δαπάνας υπέρ την αυτής δύναμιν.

Και θέλουσιν ούτως οι άνθρωποι ούτοι να παραλύσωσι και περιτρέψωσι την ενεστώσαν διοίκησιν, ή, άλλως ειπείν, την κυβέρνησιν. Όθεν απλώσαντες την της αποστασίας σημαίαν, ανεκήρυξαν ότι ζητούσι να ελευθερώσωσι μεν το έθνος από την αυτογνώμονα εξουσίαν, να τω πορίσωσι δε κυβέρνησιν συνταγματικήν, ελπίζοντες δια τούτου να συνάξωσι πολλούς οπαδούς.

Ίνα δε επιτύχωσι και καλλίτερα, συνέστησαν και εταιρίαν κρυπτήν, την λεγομένην εταιρίαν της δυνάμεως, επ’ ονόματι του Ηρακλέους, της οποίας οι κορυφαίοι, άμα υποσχόμενοι το σύνταγμα, υπόσχονται εις τους κατηχουμένους και θέσεις, και υπουργήματα, και βαθμούς. Εξ ου έπεται να ελκύσωσιν όλους τους δοξομανείς, όλους τους δυσχεραίνοντες προς τα καθεστώτα, και όλους τους τυχοδιώκτας.

Αλλ’ όμως ούτε το περιαδόμενον σύνταγμα, ούτε η κρυπτή εταιρία μετά των υποσχέσεων αυτής, ούτε η προστασία της Αγγλίας και της Γαλλίας την οποίαν τολμώσιν οι αρχηγοί να κηρύττωσιν ότι έχουσι βεβαίαν, δεν ίσχυσαν να διασείσωσι το έθνος. Αλλά και αι επαρχίαι όλαι της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, και πολλαί εκ των του Αιγαίου νήσων, καθ’ εκάστην και μάλλον διαρρήδην αποδοκιμάζουσι την Υδραϊκήν ανταρσίαν, και ζητούσι παρά της κυβερνήσεως εκδίκησιν κατ’ αυτής, και πικρά πολιτεύματα κατά των πρωταιτίων τοσούτων κακών.

Η μεν Σύρα υπέκυψεν εις τον επαναστατικόν ζυγόν, και τινες άλλαι κοινότητες των νήσων του Αιγαίου υπεκρίθησαν το αυτό, φοβούμεναι τα εκεί παρόντα Υδραϊκά πλοία. Αλλ’ η Σύρα, εκτός των κατολίκων οίτινες είναι αρχαίοι και όντως κάτοικοι αυτής, κατωκήθη επί του πολέμου από πλήθος Ελλήνων αφρατόρων και ανεστίων, και άλλων εκ πάσης μηχανής κυνηγετούντων κατάστασιν, εξ ων οι δεύτεροι και επέτυχον, ότε ο Ιβραχίμ Πασάς επέβη εις Πελοπόννησον, γινόμενοι και πορισταί των τουρκικών στόλων, και πειρατείας συμμέτοχοι, και κιβδήλων νομισμάτων και πάσης κακουργίας τεχνίται. Αυτοί και φοβούμενοι πάντοτε την δικαιοσύνην της κυβερνήσεως, και τινες εγγύς όντες να παύσωσι και τας πληρωμάς των προς τιμίους εμπόρους ξένους, ηνώθησαν με τους αρχηγούς της αποστασίας, και την ενήργησαν εις Σύραν, προφυλαττόμενοι κατά της αυστηρότητος του νόμου.

Ενταύθα δεν συνάπτομεν σειράν όλην γραμμάτων, αποδεικνυόντων ανελλιπέστατα την αλήθειαν των μέχρι τούδε ανακεφαλαιωθέντων.
Και οσάκις μεν, συνομιλούντες μετά των κυρίων Προσέδρων της Γαλλίας και της Αγγλίας και μετά των κυρίων αρχηγών των περίπλων των δύο Δυνάμεων, παρεστήσαμεν εις αυτούς ούτω τα πράγματα, επικαλούμενοι και την γνώμην αυτών, δεν παρετηρήσαμεν άλλην εν αυτοίς γνώμην, και τοι ουδέ την ημετέραν όλως δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν ότι είχον. Εξ άλλων όμως σημείων πειθόμεθα μετά λύπης ότι την ανταρσίαν λογίζονται αυτοί αντιπολιτείαν απλήν, φρονούντες ίσως και σήμερον ότι όλον το έθνος ήθελε παραδεχθή το Υδραϊκόν σύστημα, αν η κυβέρνησις δεν εκράτει εις δυναστικήν υποταγήν τας επαρχίας της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος.

Πλην αλλ’ η πείρα ώφειλε καν να μεταδιδάξη περί τούτου τους τε κυρίους Προσέδρους και τους ναυάρχους, ιδόντας ότι, όσον και αν ηγωνίσθησαν οί,τε Υδραίοι και οι ολίγοι παραβοηθοί αυτών Έλληνες και ξένοι ίνα εύρωσιν οπαδούς εν ταις επαρχίαις, άλλο τόσον το έθνος και έργω και λόγω απέρριψε τας εισηγήσεις και τους σκοπούς αυτών, και πιστόν μένον εις τα ατρεκή συμφέροντά του, έδειξεν ότι θέλει να φυλάξη και την προσωρινήν του κυβέρνησιν.

Και ποία μέσα μεταχειρίσθη η κυβέρνησις ίνα εμποδίση το έθνος του να ενωθή μετά των Υδραίων και παραδεχθή τας επινοίας αυτών; Μέσον ισχυρότερον εις τον τόπον τούτον παρά τα χρήματα βέβαια δεν υπάρχει. Αλλά τα χρήματα έλειψαν. το ταμείον δεν έχει ειμή 30 ή 40.000 φράγκων. το στράτευμα δεν επληρώθη, και οι πολιτικοί υπηρέται από τριών μηνών δεν έλαβον τους μισθούς των.
Και όμως αυτό το στράτευμα, αυτοί οι πολιτικοί υπηρέται, αυτοί οι κάτοικοι, αθρόως λαμβάνοντες το τουφέκιον, απέκρουσαν τους αποστόλους της ανταρσίας, ους οι παρ’ ημίν περισαλπιζόμενοι συνταγματικοί πολλάκις έπεμψαν προς αυτούς κατά τους τελευταίους τούτους μήνας.

Ίνα δε διαγνωρίση τις την φύσιν του τοιούτου, αρκεί να ενθυμηθή ποίοι είναι οι άνθρωποι οι διευθύνοντες την επαναστατικήν κίνησιν. Είναι αυτοί εκείνοι οι υποσύραντες το έθνος εις το χείλος του τάφου επί του οκταετούς αγώνος του κατά Τούρκων δι’ εμφυλίων πολέμων και αναρχίας. Επειδή δε συνηθροίσθησαν και εις Ύδραν, τούτο ήρκει, και αν είχον εκτων προτέρων καλλιτέραν υπόληψιν, ώστε να τους αποκρούσωσι και η Πελοπόννησος και η στερεά Ελλάς. διότι προϋπάρχει μεν και αντιπάθεια και σχεδόν φυσική έχθρα μεταξύ των κατοίκων των μερών τούτων της Ελλάδος, γίνεται δε και μεγαλητέρα εκ τηςδιαφοράς, αν όχι και εκ της αντιθέσεως των αμοιβαίων συμφερόντων, όπως αυτοί τα εννοούσιν.
Αλλά και άλλη ισχυροτέρα αιτία προεφύλαξε το μέγιστον μέρος των Ελλήνων από του επαναστατικού μολύσματος. ο δίκαιος, λέγω, φόβος μη χάσωσιν εν ταις νέαις ανατροπαίς το ευ είναι όπερ απέκτησαν και φυλάττουσι και αυξάνουσιν υπό διοίκησιν εύτακτον. Κατά τούτο συγκρίνοντες το παρόν με τους καιρούς ότε, ζώντες υπό λεγομένην ελευθέριον εξουσίαν, κατεπιέζοντο υπό των αυτών ανθρώπων οίτινες προσλαμβάνουσι σήμερον τους Υδραίους ίνα πάλιν την εξουσίαν αρπάσωσιν, ανδρίζονται λοιπόν και κραταιούνται, εγνωκότες αντισταθήναι πάση δυνάμει εις τας πολλάς από πείρας της βίας και της απάτης δι’ ων εκείνοι ζητούσι να καταστρέψωσι τα καθεστώτα.
Και περί τούτων πλατύτερον δεν διαλαμβάνομεν. βεβαιούμεν δε, μηδόλως φοβούμενοι την εκ των πραγμάτων αναίρεσιν των ημετέρων λόγων, ότι ουδέποτε οι της Ύδρας πρόκριτοι, ηνωμένοι μετά δύω ή τριών παλαιών αρχόντων της Πελοποννήσου και μετά τινων νέων κατασκευαστών Ελλήνων και ξένων, ουδέποτε, λέγω, οι ευαριθμότατοι ούτοι άνθρωποι οι θέλοντες σήμερον να επαναστατώσωσι την Ελλάδα, δεν θέλουσιν αξιωθή της γνησίας ψήφου του έθνους.

Δυνατόν μεν είναι να τους επιβάλη κανείς εις το έθνος δια των όπλων, αλλά και επιβληθέντες, αυτοί ούτοι οι σήμερον σύμφωνοι προς καταστροφήν της εξουσίας, θέλουσιν άρα γε συμφωνήση περί της χρήσεως αυτής; Ιταμώς δυνάμεθα να αποκριθώμεν, όχι. αλλά τη επαύριον της καθιδρύσεώς των, οποίαν θέσιν και αν λάβη έκαστος, θέλουσι αρχίση να υποσκελίζωσι και παρακρούωσιν αλλήλους, ικανώς διδάξαντες πάντας προ της ημετέρας εις Ελλάδα αφίξεως ποίοι τινές εισί, τι θέλουσι, και τι δύνανται.

Ημείς ελθόντες τους εκαλέσαμεν εις τα πράγματα, και αυτοί υπεσχέθησαν να παραδεχθώσι το σύστημα της προσωρινής κυβερνήσεως. Αυτή τους εδοκίμασε δύο περίπου έτη μεθ’ υπομονής, ή μάλλον μετά πάσης μακροθυμίας. Πλην τέλος αν τους εκράτει περισσότερον εις τα πράγματα, ήθελεν αθετήση όλα τα χρέη της.

Αλλά και αν εκ κομματικής διαθέσεως ήθελε συλλάβη η κυβέρνησις τοιαύτην γνώμην περί αυτών, τάχα η σημερινή αυτών πολιτεία δεν δικαιόνει όλως την γνώμην ταύτην; δεν τους χαρακτηρίζει πλέον εντελώς εις αιώνα τον άπαντα;

Επεχείρησαν να επαναστατήσωσι το έθνος καθ’ ην στιγμήν αι σύμμαχοι Δυνάμεις εκήρυξαν δια των πρακτόρων αυτών ότι μεγάλως θέλουσι την συντήρησιν της ενεστώσης των πραγμάτων τάξεως.
Το έθνος τους καταδικάζει, αυτοί δ’ επιμένουσι και επιτολμώσιν υπέρογκα. Το έθνος τότε τους στιγματίζει, τους καταράται, και ζητεί παρά της κυβερνήσεως τιμωρίαν κατά το δίκαιον.

Πώς και δια τι οι κύριοι Πρόσεδροι της Αγγλίας και της Γαλλίας, και οι Κ. Λυόνσος και Λαλάνδος, τους αξιούσι της σπουδής και φιλίας αυτών;

Εάν εξ ευμενείας ήθελον οι σύμμαχοι Αυλαί να δώσωσιν άλλον χαρακτήρα εις την προσωρινήν κυβέρνησιν, και να παρεισάξωσιν άλλο σύστημα παρ’ ό αυτή μέχρι τούδε ηκολούθησεν εκ συγκαταθέσεως του έθνους, αι Δυνάμεις δεν ήθελαν νεύση άρα γε να αναγγείλωσι τούτο προς αυτήν την κυβέρνησιν; Αυτή τότε ήθελε μεταδώση το πράγμα εις την εθνικήν συνέλευσιν, ήτις βέβαια ήθελε προθυμηθή να αποδεχθή ευγνωμόνως τα νέα πιστώματα της σοφής προστασίας των σεβαστών της Ελλάδος ευεργετών.

Εις το παρόν υπόμνημα ο πρίγγιψ Κ. Σούτσος θέλει συνάψη και τα αποδεικτήρια όσα τω διαπέμπομεν και την αφήγησιν του πώς έχουσι τα πράγματα καθ’ ην ημέραν ο ταχυδρόμος αναχωρήσει.

Ημείς δε δεν δυνάμεθα πλέον να αποκριθώμεν τι θέλει απογείνη ο τόπος, αν οί,τε Πρόσεδροι των συμμάχων Αυλών και οι αρχηγοί των περίπλων δεν λάβωσι συλλογικάς εντολάς ίνα λέγωσι και πράττωσι τα αυτά.

Λέγομεν δε και πάλιν ότι,αν αι σύμμαχαι Αυλαί θέλωσι να φέρωσι την Ελλάδα εις το να συστήση νέαν αντιπροσωπικήν κυβέρνησιν, μετά των τύπων των επικρατούντων παρά τοις μάλλον ευπολιτεύτοις έθνεσι, πρέπει να ευδοκήσωσι να το είπωσι. Τότε η εθνική συνέλευσις διαβουλευομένη, θέλει αποφασίση, νομίζομεν, σύμφωνα ταις θελήσεσι των Δυνάμεων.

Πλην αλλά δεν διστάζομεν να βεβαιώσωμεν κατά την ημετέραν ιδίαν γνώμην ότι το τοιούτο σύστημα ήθελε μάλλον συγκροτήση, ει συγχωρείται ούτως ειπείν, την αναρχίαν και τον εμφύλιον ίσως πόλεμον, και ήθελε φέρη εν ολίγω το δυστυχές τούτο έθνος υπό την δεσποτείαν οπλοφόρου δυνάμεως, είτε εγγενούς είτε ξένης.

Αν όμως προτιμώσιν αι Δυνάμεις ν’ αποφασίσωσι κατά τας επιθυμίας και τας αληθινάς ανάγκας του έθνους, πρώτον πρέπει να θεωρήσωσι την ηθικήν κατάστασιν εις ην το έθνος ευρίσκεται εκ της μακραίωνος δουλείας και της πολυετούς αναρχίας, δεύτερον θέλουσιν εξετάση περί της προόδου ήν εντός ουδέ τεσσάρων όλων ετών έλαβε προς την επανόρθωσιν, υπό την διεύθυνσιν κυβερνήσεως εννόμου, μετρίας, ούδ’ υποτεταγμένης εις τας γνώμας ανθρώπων μη δυναμένων έχειν γνώμην αυθύπαρκτον.

Ίνα δυνηθή η Ελλάς απολαύσαι της εν Ευρώπη επί των ημερών ημών υφεστώσης αντιπροσωπικής πολιτείας, πρέπει προ πάντων να συσταθή η ιδιοκτησία των πολιτών, ούσα μέχρι τούδε ασύστατος. πρέπει να λάβη ο γεωργός έν μερίδιον γης εις κτήμα ίδιον, οπότε σήμερον τα εννέα δέκατα των γεωργών είναι ακτήμονες. πρέπει να έχη ο λαός, όχι μόνον το αίσθημα της ελευθερίας, αλλά και κατάστασιν βεβαίαν εξ ής πρεπόντως να εκτιμήση την της ελευθερίας αξίαν. Πρέπει τέλος το έθνος όλον να συνηθίση βαθμηδόν δι’ ωφελίμου πείρας εις τους δικαστικούς τύπους των εννόμων πράξεων εξ ων ασφαλίζονται τα συμφέροντα της εμπορίας και ναυτιλίας, και συνίσταται ουσιωδώς η εσωτερική ευεξία της πολιτείας.

Προς ταύτα τα αξιόλογα αποτελέσματα έτεινον όλοι οι αγώνες της ενεστώσης κυβερνήσεως, τα οποία και ήθελεν αναμφιβόλως κατορθώση επευλογούντος του λαού, εάν οι αυτοί άνθρωποι οι σήμερον εις κεφαλήν όντες των επαναστατικών κινημάτων, δεν συνεπόδιζον και διεκώλυον διηνεκώς την εκτέλεσιν των προνοημάτων αυτής.

Το έθνος θέλει την επανόρθωσιν αυτού και την επί βάσεσι στερεαίς οικοδόμησιν της πολιτικής του υπάρξεως. Θέλει μεν βεβαίως ν’ απολαύση και συνταγματικού πολιτεύματος, αλλ’ ως γνωστικόν διακρίνει ότι ο πολιτικός ούτος τύπος πρέπει να ήναι ακολουθία, και όχι αρχή της επανορθώσεώς του.

Τοιούτοι είναι, κατά γε την ημετέραν γνώμην, οι γνήσιοι της Ελλάδος πόθοι, οικειότατοι υπάρχοντες και εις τα τιμιώτατα αυτής συμφέροντα. Τούτους εθαρρήσαμεν εκφράσαι και προς τον υψηλότατον πρίγγιπα Λεοπόλδον, ότε η Ελλάς προσεδόκα ότι η υψηλότης του έμελλε να τελέση τα υπέρ αυτής γενναία των συμμάχων Δυνάμεων βουλεύματα.

Αλλ’ όπως αν η, οφείλομεν σήμερον να ζητήσωμεν θερμώς παρά των υμετέρων Εξοχοτήτων τα εξής.

α. Να σπεύσετε όσον ένεστι τας αποφάσεις τας περί τελείας συστάσεως των Ελληνικών πραγμάτων.
β. Να στείλετε συλλογικάς εντολάς προς τε τους κυρίους Προσέδρους προς τε τους κυρίους ναυάρχους, όπως ενεργώσι και φέρωνται συμφώνως και κατά σύστημα διακριδόν συνδεδογμένον προς τε την ενεστώσαν κυβέρνησιν και προς τους σπουδάζοντας εις επανάστασιν του τόπου.
γ. Να στείλετε άνευ περαιτέρω αναβολής χρηματικά τινα βοηθήματα, ως εκ του δανείου.

Τας αιτήσεις ταύτας και τας προηγηθείσας παρατηρήσεις υποβάλλοντες εις τας υμετέρας Εξοχότητας, ελαλήσαμεν μετά παρρησίας πρεπούσης τη πίστει ης αξιούσιν ημάς ή τε Ελλάς και αι σεβασταί συμμαχικαί Αυλαί. Ανθ’ ου και παρακαλούμεν ίνα νεύσωσιν αγγείλαι ημίν δια των υμετέρων Εξοχοτήτων τας αυτών αποφάσεις. Ας νεύσωσι προ πάντων, ικετεύομεν, να μας δείξωσι και πάλιν την υψηλήν αυτών ευμένειαν, αφειδώς απτόμεναι πάντων όσα εις το πρόσωπον ημών αναφέρονται, και έξουσιν ημάς βαθέως ευγνωμονούντας. διότι προσμένει η Ελλάς αγωνιώσα, λέγω δε και εν συνοχή, να καταμάθη τάχιον την μοίραν ήν η γενναία των Δυνάμεων σπουδή εις αυτήν ετοιμάζει.

Την περί τούτου ευλαβώς προαπαγγελθείσαν γνώμην ημών, περιττόν κρίνομεν και σήμερον να εκφράσωμεν, αλλ’ αρκούμεθα να συγκεφαλαιώσωμεν τας ειλικρινεστάτας δεήσεις ημών όπως αι υμέτεραι Εξοχότητες σπεύσωσι την εκλογήν του κυριάρχου ηγεμόνος, εξ ης να θεωρήσωμεν και ημείς εαυτούς ως επί τω τέρματι του ημετέρου σταδίου.

The following two tabs change content below.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΣ

Ο Γεώργιος Σκλαβούνος γεννήθηκε στο Κανάλι της Κέρκυρας στα 1943. Έχει ασχοληθεί με την έρευνα, και τη θεωρία, στο χώρο της Οικονομίας, της κοινωνιολογίας και της ιστορίας. Από τα φοιτητικά χρόνια παραμένει ένας άνθρωπος της δράσης.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή