Επίδομα αδείας…!

by Πέτρος Γαργάνης
  • Γράφει ο ΠΕΤΡΟΣ ΓΑΡΓΑΝΗΣ

Αλήθεια είναι πως όσο σπούδαζα έχαιρα προκλητικών προνομίων εκ μέρους της οικογενείας μου, τα οποία καίτοι συχνά αμφισβητούνταν, μόνον περιστασιακά μπορούσαν να ανασταλούν. Όχι όμως σπάνια.

Με απολεσθείσα προ πολλού την πιστοληπτική μου ικανότητα, αντιμετώπιζα υπαρξιακά και άλλα αδιέξοδα που τροφοδοτούνταν περαιτέρω από την έλευση του καλοκαιριού, μη δυνάμενος να ακολουθήσω φίλους και αγαπημένες στα κυκλαδίτικα νησιά, ή έστω στις ασφυκτιούσες παραλίες της Χαλκιδικής. Έτσι, με δεδομένη τη δυσχέρεια της θέσεώς μου ως αποδεδειγμένα επιζήμιος του οικογενειακού ισολογισμού, επένδυα βάσιμα στην προτεσταντικού τύπου φιλανθρωπία του πατέρα μου, βαθιά εξαρτώμενος απ’ την ελεήμονα διάθεσή του. Με περιορισμένες κατά συνέπεια επιλογές, προθυμοποιούμουν υπόπτως να παρέχω υπηρεσίες στην υγιή του επιχείρηση, διαπραγματευόμενος κάποιες επιπλέον ενέσεις ρευστότητας για το πακέτο στήριξης των διακοπών μου, με θράσος που μέχρι και σήμερα αδυνατώ να εξηγήσω!

Ο πατέρας μου, ερμηνεύοντας καίρια την ένοχη φιλοτιμία μου, συναινούσε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να εργάζομαι μετ’ απηνούς ελέγχου στο μαγαζί του, ακολουθώντας πιστά ωράριο και κανόνες! Ως εκ τούτου κατάφερνα επώδυνα να αποταμιεύω ένα στοιχειώδες κεφάλαιο με την μορφή επαχθούς διακοποδανείου, το οποίο, φυσικά, αδυνατούσε στην κάλυψη των αδηφάγων καλοκαιρινών μου αναγκών!

Στην πραγματικότητα επρόκειτο περί ενός ισχνού επιδόματος δίκην φιλοδωρήματος, έχοντας ήδη ξεκαθαριστεί πως ήταν ανέφικτο να μου παραχωρηθεί το οτιδήποτε, άνευ αντικρίσματος. Μια παρηγοριά ήταν ότι συμμαθητές και λοιποί συμπάσχοντες υποχρεώνονταν εξίσου στον εργασιακό μεσαίωνα, αναλαμβάνοντας καθήκοντα στις βιοτεχνίες και τα μαγαζιά των γονιών τους, οπότε και ομοιοπαθείς μοιραζόμασταν οδύνη και εμπειρίες! Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, όσοι πολλοί τότε διέθεταν δυνατότητα απασχόλησης στις οικογενειακές επιχειρήσεις, επιφορτίζονταν με ευθύνες και υποχρεώσεις, εντρυφώντας από νωρίς στις πρακτικές της ελεύθερης αγοράς.

Τους θυμάμαι με νοσταλγία πλέον τους εμποροβιοτέχνες της εποχής, να στερούνται οποιουδήποτε ηθικού πλεονεκτήματος, πλην της αποδεδειγμένα σκληρής προσωπικής τους εργασίας. Ένα δικαίωμα που και αυτό με τα χρόνια στερήθηκαν, ηττημένοι απ’ τη γενιά των baby-boomers που με οξύνοια αναγνώρισαν στο πρόσωπο τους τον ταξικό εχθρό που ‘πρεπε να συντριβεί! Ασυγκράτητοι και υπέρμετρα ενθουσιώδεις, απορούσα που ‘βρισκαν το κουράγιο να συντηρούν νυχτομάγαζα και ερωμένες μετά απ’ το τυπικό δεκαπεντάωρο που περνούσαν στα μαγαζιά τους. Σαν τον Μπεστ και αυτοί, ξόδευαν τα λεφτά σε γυναίκες, ποτά και απαστράπτουσες Alfa Romeo, σπαταλώντας απλά ότι ψιλό περίσσευε.

Σκληροπυρηνικοί εθνικόφρονες ή αδιάφοροι δεξιοί, εισήγαγαν εν αγνοία τους τον νεοφιλελευθερισμό στην Ελλάδα πολύ πριν δαιμονοποιηθεί αυτός, μάλλον εξαιτίας τους, με ταυτόχρονη επίγνωση της επισφαλούς τους θέσης, καίτοι συνήθως αμετροεπείς και επηρμένοι. Λιλιπούτειοι καπιταλιστές που δεν θα μπορούσαν να γίνουν ποτέ αστοί, τόσο με την έννοια της κουλτούρας, όσο και με το αυστηρά οριοθετημένο οικονομικό τους μέγεθος. Με ανύπαρκτη στην πραγματικότητα πολιτική εκπροσώπηση, βασίζονταν στην ανοχή του πολιτικού συστήματος για να απολαμβάνουν, δραστήρια ασύδοτοι, κέρδη της πραγματικής οικονομίας! Οι πιο πονηροί εύλογα ξεφορτώθηκαν επιχειρήσεις και μαγαζιά αντιλαμβανόμενοι νωρίς το γύρισμα των καιρών. Οι δε εναπομείναντες, πείσμωνες ή πλεονέκτες, βρέθηκαν να ασχημονούν καταχρεωμένοι σε Δημόσιο και τράπεζες παραιτούμενοι άτακτα της απέλπιδος προσπάθειας Όντες απόβλητοι της νέας τάξης των πραγμάτων, κανένας δεν τους υπερασπίστηκε.

Δεν έμειναν πολλά από τότε, παρά μόνο κουφάρια αναμνήσεων αυτής της εποχής, ελάχιστα ηρωικής, άδικα απαξιωμένης. Ίσως γιατί στην ακμή του τέλους της συνυπήρχε των επιδοτήσεων και του εύκολου δανεισμού για το τίποτα, περιθωριοποιώντας τους παραδοσιακούς επαγγελματίες. Ίσως πάλι γιατί μεταλλάχθηκε εξ ολοκλήρου η ελληνική κοινωνία, επιλέγοντας την καταστροφική ευκολία του Δημοσίου και των υπηρεσιών, πράγμα που δύσκολα αναιρείται, ακόμα κι αν αλλάξει ριζικά η οπτική και συμπεριφορά του κράτους. Κι έτσι να γίνει, φοβάμαι ότι αυτό ελάχιστους θέλγει έστω και αν θα ‘πρεπε σφόδρα να τους αφορά.

The following two tabs change content below.
Πέτρος Γαργάνης
Ο Πέτρος Γαργάνης, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Θεσσαλονίκη καταγόμενος από την Φλώρινα, με μουσικές κατά βάση σπουδές στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, ασχολήθηκε με την λογοτεχνία, την λογοκριτική και την αρθρογραφία συνεργαζόμενος με διάφορα έντυπα και εφημερίδες. Συγγραφέας της νουβέλας Μια γειτονιά είμαστε από τις εκδόσεις του Παρατηρητή.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή