Εβγκένι Γεφτουσένκο: Μονόλογος ανακαινιστή εικόνων

by Times Newsroom 1
Share this

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ

Μονόλογος ανακαινιστή εικόνων

Πάθος μου η ερειπωμένη εκκλησιά
στο θολό ποτάμι της θύμησης,
κοντά στο κοιμητήρι με τους τενεκεδένιους σταυρούς,
με τα σανιδένια αστέρια πάνω στις στάχτες των νεκρών
ελπίδες που θάφτηκαν πολύ νωρίς.
Ανακαινίζω τοιχογραφίες· με το φόβο
πως άρχισα ν’ ασχολούμαι μαζί τους κάπως αργά.
Η εποχή μας μάς κάνει πιο ανθρώπινους,
η εποχή μας ανακαλύπτει την αξία
εκείνου που κατέστρεψαν οι ανίδεοι.

Βαρυπετούν κάτω απ’ την αιθάλη του χρόνου οι άγγελοι
και τα φτερά τους τσακίζουνε εκεί που τα επιχρίσματα του τοίχου σπάζουν.
Στη θέση τους χαράξανε όμορφες καρδιές.
Η καρδιά δεν συμβολίζει την ζωή;
Πάνω απ’ την εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας
διαβάζω: “Εδώ συναντηθήκανε Μιχάλη και Μαρία”.
Η πατάτα και τα λάστιχα απ’ τις ρόδες
που σωριάζονται τώρα μ’ ενοχλητική αυτάρκεια
αντικατέστησαν ποτέ για τους ανθρώπους τον Θεό;

Ψηλαφώ τον Θεό και κάνω τέχνη.
Η τέχνη μας έστησε ορθούς,
εμάς που τριχωτά σερνόμαστε τετράποδα.
Η τέχνη μας εμποδίζει να ξανασκεπαστούμε με προβιές.
Θλίβομαι πικρά, μιλάω τίμια,
που μες στην εκκλησιά ο σύγχρονός μου τριχωτός
δεν ενοχλείται καθόλου απ’ τις τρίχες του,
κι έχει χαράξει: “Δεν υπάρχει Θεό. Τον βαρεθήκαμε”.
Ε! Άμυαλε, υπάρχει η εκκλησιά και μέσα της Μέγας Ταξιδιώτης ο Θεός.
Καράβι η Εκκλησιά πλέει, αναλλοίωτη ομορφιά,
λευκή σα γάλα, λάμψη του χιονιού,
ανέγγιχτη απ’ το μίσος, κύκνος ηγεμονικός……
Και πασχαλιάτικη κουλούρα στο τραπέζι του φτωχού
αστραφτολάμπει, έλεος γιομάτη ξεχνά την γουρουνιά.
Κι όταν ο καιρός γίνεται καλός,
το ποτάμι, συντρόφισσά μου θύμηση κρυφή,
αντικαθρεφτίζει της Εκκλησιάς την ζωγραφιά και λάμπουν
δυο εκκλησιές, δυο άχραντες εικόνες,
η μια μες στο νερό, η άλλη στην κορφή του λόφου.

Η λησμονιά φριχτή σαν τη βλαστήμια.
Πληθαίνουν σήμερα σαν αγριοτσουκνίδες
κείνοι που δεν μιλούν για το Θεό, αλλά τον βλαστημάνε.
Τους λαοπλάνους, τι να τους κάνουμε,
που μας καλούν να σώσουμε το παρελθόν;
Έχουμε ανάγκη από τον τρυφερό και θαρραλέο αναστηλωτή,
που θα μπορέσει τ’ άθλια κακογραφήματα απ’ τους τοίχους να ξεπλύνει,
κι έχοντας νιώσει πως λύτρωση θα είν’ η αμοιβή,
θα δώσει στη χώρα μας τους θησαυρούς της Χώρας.

Αποκαθιστώ τις ραγισματιές σε φωτοστέφανο,’και ξαναδίνω στον τροπαιοφόρο
τ’ άλογο και την λόγχη τον δράκο να συντρίψει.
Παρωπίδες δεν βάζω εγώ στα μάτια μου,
αλλά τα μάτια καθαρίζω του Κυρίου
τον Γιούδα για ν’ αναγνωρίσει τον προδότη,
που του ‘δωσα, κι ας μη μας αρέσει αυτό, φτηνοί ανθρώποι,
πρόσωπο σύγχρονο – Δέστε τον καταδότη,
που μόλις το έργο μου είχε δει,
σαν την κατσίκα του φύλακα των τάφων, άρχισε να τρέχει.

Σαν πιω, νιώθω τις τρίχες να ξαναφυτρώνουν,
ωστόσο, φίλοι μου, να μη κρίνετε αυστηρά!
Γιατί στην Εκκλησιά μού ξαναπέφτουνε οι τρίχες.
Κι ό,τι μου μένει απ’ αυτές στο δέρμα μου
ανατριχιάζει τις αμαρτίες μου σα σκέφτομαι.Την Αιωνιότητα απ’ τα ίχνη του χρόνου καθαρίζω
κι έτσι τον εαυτό μου εγώ λυτρώνω.
Η παλέτα μου βγάζει την λάσπη απ’ την ψυχή,
το πινέλο μου σας ξαναδίνει την εικόνα του Θεού.
Ο Παραγιός μου δεν είναι ο όποιος να ‘ναι! Δυνατά
φωνάζει ανάμεσα απ’ τα χέρια της Μάνας του Θεού…

Μετάφραση: Ελευθέριος Μάινας

  • Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού.Τεύχος 40, Απρίλιος 1975

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Γεβγκένι Γεφτουσένκο (1932-2017),  Ρώσος ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ηθοποιός και σκηνοθέτης

Ο μεταφραστής

Ο Ελευθέριος Μάινας γεννήθηκε το 1928 στον Πειραιά. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Σαντορίνη. Μεγάλωσε στην Αθήνα. Το 1948 γράφεται στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1952. Εργάστηκε ως θεολόγος καθηγητής στη Δημόσια και Ιδιωτική εκπαίδευση στην επαρχία και στην Αττική (μεταξύ άλλων ως Γυμνασιάρχης στην Καρδίτσα, στα Καλύβια Αττικής και στην Ελληνογαλλική Σχολή “Άγιος Ιωσήφ”). Παράλληλα βοήθησε στο ποιμαντικό έργο της εκκλησίας. Το 1983 αποχώρησε από το χώρο του σχολείου για λόγους υγείας. Έγραψε πολυάριθμα άρθρα, πεζά, μεταφράσεις, ποιήματα. Υπήρξε τακτικός συνεργάτης των περιοδικών Ακτίνες, Ζωή του παιδιού, Κόσμος της Ελληνίδος, Καινή Κτίση, Ευθύνη, Σκαπάνη, Σύνορο, Σύναξη, Νειάτα. Για το ποιητικό του έργο, βραβεύτηκε από τη Χριστιανική Λογοτεχνική Συντροφιά. Πέθανε στις 29 Νοεμβρίου 1996.

 

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή