Φανατισμός: Η δύναμη των ασήμαντων

by ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Ο φανατισμός είναι η μόνη μορφή θέλησης που μπορεί να διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς» (Νίτσε)

Την ταυτότητα του ανθρώπου συνυφαίνουν ο τρόπος σκέψης και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τα πράγματα καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά στα προβλήματα που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Η επώαση του Φανατισμού

Βασικό, επίσης, στοιχείο της ταυτότητας του ατόμου και γενικότερα της ανθρώπινης φύσης είναι η ανάγκη και επιθυμία για εύρεση κάποιων σταθερών σημείων αναφοράς, κάποιων βεβαιοτήτων, που θα δίνουν νόημα στη ζωή του και διέξοδο – απαντήσεις στις μεταφυσικές του αγωνίες – ερωτήματα και στα υπαρξιακά του προβλήματα.

Αυτό το ενδογενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης εμφανίζεται περισσότερο αναγκαίο σε άτομα με ασθενικό Εγώ, με ατροφική εσωτερική ζωή και με πνευματική ανεπάρκεια. Τέτοια άτομα οδηγούνται ευκολότερα στην αναζήτηση βεβαιοτήτων ως αντιστάθμισμα ή για εξισορρόπηση του συναισθήματος ανασφάλειας και αδυναμίας που τα χαρακτηρίζει.

Στη βάση αυτή προβάλλει η λογική της προσκόλλησης σε δόγματα και απόλυτες αλήθειες και η λατρεία ανθρώπων – ειδώλων. Όταν δε η λατρεία και η προσήλωση συνοδεύονται από πάθος και ένθερμο ζήλο, τότε το άτομο αυτό δεν απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως φανατικό.

Η γενεσιουργός αιτία

Ο φανατισμός οριζόμενος ως η τυφλή προσήλωση – προσκόλληση σε μια ιδέα ή πρόσωπο έλκει ως έννοια την καταγωγή του από το Λατινικό Fanum = Ιερό. Οι «Fanatici» όταν οι αφιονισμένοι πιστοί, συνήθως παράφρονες και επιληπτικοί – μανιακοί. Στη συνέχεια ως έννοια και συμπεριφορά εμπλουτίστηκε και ταυτίστηκε με το πάθος, τη μισαλλοδοξία, το δόγμα, την πίστη και βέβαια τη βία.

Αρχικά κυρίευσε τους οπαδούς των διαφόρων θρησκειών (θρησκευτικός φανατισμός) αλλά στη συνέχεια μόλυνε όλους τους χώρους, όπως: την πολιτική, τον αθλητισμό αλλά και την αγάπη προς την πατρίδα – έθνος (εθνικισμός – Ρατσισμός). Ο πρωτεϊκός χαρακτήρας του φανατισμού και η μανιχαϊστική του λογική προβληματίζουν τους ψυχολόγους και ανθρωπολόγους για τη γενεσιουργό του αιτία.

«Είναι ενδιαφέρον ότι οι πιο ανασφαλείς άνθρωποι έχουν συνήθως τις πιο ισχυρές προκαταλήψεις» (Κλιντ Ιστγουντ)

Θύμα της ανασφάλειάς του το άτομο αναζητεί ερείσματα για να νιώσει ασφαλής και δυνατός (πρόσωπο, Θεό, ομάδα, έθνος). Νιώθει ευχαρίστηση να εξουσιάζει αλλά και να εξουσιάζεται. Γίνεται τυφλό όργανο ενός ηγέτη ή μιας ιδεολογίας – θρησκείας αλλά και πρωτεργάτης βίαιων πράξεων ως έκφραση της δύναμής του, που τόσο ανάγκη έχει.

Η έμφυτη τάση – επιθυμία του ανθρώπου να πιστεύει σε μια αναμφισβήτητη αλήθεια συνιστά την πρωτογενή αιτία του φανατισμού. Ο άνθρωπος, δηλαδή, αναζητά πρόσωπα και ιδέες που εμπεριέχουν «αλήθειες» με απόλυτο κύρος και δύναμη. Αυτή η τάση απορρέει από την τραγική συνειδητοποίηση της «ατέλειας» της ανθρώπινης ύπαρξης κι από ένα απροσδιόριστο «αίσθημα μειονεξίας» («τραύμα της γέννησης» το ονόμασαν οι ψυχολόγοι).

Αυτή η ατέλεια εξισορροπείται μέσα από την αποδοχή εκείνων των «σταθερών» (ιδέες, πρόσωπα, θεοί) που του εξασφαλίζουν το αίσθημα ασφάλειας, δύναμης και προσωπικής υπεροχής. Το άτομο αποκτά αυτοπεποίθηση, ισορροπεί ψυχολογικά κι αυτή η ψυχική ευφορία το οδηγεί ασυνείδητα στην προσήλωση, στη λατρεία και στην τυφλή πίστη. Δεν ερωτά πλέον, δεν αμφιβάλλει, δεν κρίνει, δεν διαλογίζεται. Ο φανατικός «περισσότερο οργίζεται και λιγότερο διαλογίζεται». Αποδέχεται, πειθαρχεί και συμμορφώνεται άκριτα στα κελεύσματα των ειδώλων του.

Η μία αλήθεια

Για το φανατικό όλες οι άλλες «αλήθειες» ξεθωριάζουν μπροστά στη μοναδικότητα και «ιερότητα» της δικής του αλήθειας. Αυτή η αλήθεια λειτουργεί εξουσιαστικά στη σκέψη του και νομοτελειακά οδηγεί στην ιδεοληψία και το δογματισμό. Όντας, όμως, ο άνθρωπος ιδεοπλάστης και ιδεοληπτικός από τη φύση εγκλωβίζεται στα αδιέξοδα τείχη της μισαλλοδοξίας και του δογματισμού που συνιστούν το θερμοκήπιο του φανατισμού. Αυτή, λοιπόν, η ασημαντότητα του Εγώ και η ανασφάλειά του τρέφουν και συντηρούν την ανάγκη για τυφλή πίστη και διακονία ιδεών που αδυνατούν να κατανοήσουν τα λογικά τους βάθρα.

Η ανάγκη για έναν εχθρό

Για άλλους η αιτία του φανατισμού βρίσκεται στην ανάγκη για «λατρεία» (απόλυτη πίστη, υποταγή), στην επιθυμία να θαυμάζει ένα «είδωλο» (μορφή μεσσιανισμού), στην υποχρέωση να ανήκει σε μια «ομάδα» (η μέθεξη πολλών υποκειμένων θερμαίνει το φανατισμό), αλλά και την ανάγκη κατασκευής ενός αντιπάλου ή ενός «εχθρού». Όλα αυτά συνιστούν τα βασικά βάθρα του φανατισμού (Παπανούτσος) και αιτιολογούν τη γέννησή του.

Σύμφωνα με τον Eric Hoffer «τα μαζικά κινήματα μπορούν να εξαπλωθούν χωρίς την πίστη σε ένα Θεό αλλά ποτέ χωρίς την πίστη σε ένα διάβολο».

Ο φανατισμός ως προσωπική και κοινωνική συμπεριφορά αντιμάχεται την αυτόβουλη σκέψη, την κριτική, τον ορθολογισμό, την αμφιβολία, την έρευνα και το διάλογο. Αντίθετα, συμβιβάζεται με τη μισαλλοδοξία, την ετερόβουλη σκέψη, το δογματισμό, την ιδεολογική ακαμψία, το μονόλογο, την επιθετικότητα και τη βία.

Τα όρια του φανατισμού

Βέβαια, ζητούμενο των ειδικών είναι τα όρια μιας φανατικής συμπεριφοράς και η αποσύνδεση του φανατισμού από όμορες συμπεριφορές, όπως ο ενθουσιασμός, η αυτοθυσία και ο ηρωισμός. Πότε, δηλαδή, ένας άνθρωπος υπερβαίνει τα θεμιτά όρια της «κανονικότητας» και εκπίπτει στο φανατισμό; Ποιος, όμως, ορίζει την κανονικότητα και τα όριά της; Μέχρι πού μπορεί να επιτρέπεται να φθάνει η υπεράσπιση της ομάδας μας, του θεού μας, του έθνους μας ή της ιδεολογίας μας; Όσες απαντήσεις κι αν δοθούν δεν πείθουν για μια κοινά αποδεκτή θέση. Για τους υπερασπιστές των εθνικών δικαίων άλλοι χρησιμοποιούν το «πατριώτες» για να τους χαρακτηρίσουν και άλλοι το «εθνικιστές». Όσοι θυσιάζονται για το Θεό τους είναι «μάρτυρες», ενώ για τους άλλους «φονταμεταλιστές». Η απόλυτη σύγχυση.

Επειδή, λοιπόν, τα όρια του φανατισμού είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα από την κανονικότητα, από πολλούς προτείνεται ως θεραπεία του φαινομένου η καλλιέργεια της αρετής της ανεκτικότητας.

Η ανεκτικότητα ως αντίδοτο

Η ανεκτικότητα ως συνειδητή στάση ζωής καταδεικνύει την κενότητα του δογματισμού και τη σχετικότητα των απόλυτων αληθειών. Στην ιδεολογική διαπάλη όλες οι θέσεις είναι αποδεκτές, αρκεί να εδράζονται σε στέρεα επιχειρήματα και λογικές αποδείξεις. Η ανεκτικότητα αποστρέφεται τους «αποκλεισμούς», γιατί αντλεί τη δύναμή της από τη σύνθεση των αντιθέσεων και όχι από την «εκ προοιμίου» απόρριψη του διαφορετικού.

Βάση και πυλώνας της ανεκτικότητας είναι η «παλίντονος αρμονία» του Ηράκλειτου. Η ανεκτικότητα, δηλαδή, ως ιδεολογική στάση προβάλλει εμφαντικά την πολλαπλότητα της αλήθειας και τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της δομής κάθε συστήματος (φυσικού, κοινωνικού…..). Αφετηριακό σημείο της ανεκτικότητας είναι η παραδοχή πως το «νέο» προκύπτει μέσα από τον γόνιμο συγχρωτισμό των διαφορετικών θέσεων – ρευμάτων. Εξάλλου η ανεκτικότητα ευνόησε ιστορικά το θρησκευτικό συγκρητισμό και την ειρηνική συνύπαρξη πολιτισμών και λαών.

Με όλα αυτά, λοιπόν, τα θετικά στοιχεία της ανεκτικότητας ο φανατισμός υποχωρεί και αναδύεται η αξία του κριτικού λόγου και της νηφάλιας σκέψης. Ο δογματισμός «εξορίζεται» και οι απόλυτες αλήθειες θρυμματίζονται. Έτσι, ο φανατισμός χάνει τα δυο βασικά του ερείσματα. Τέλος, στη διαπάλη ανεκτικότητας και φανατισμού συγκρούονται αδυσώπητα η σκέψη με την πίστη, η απόδειξη με την τυφλή αποδοχή, το μέτρο με την υπερβολή, η πλάνη της βεβαιότητας με την αναζήτηση της τυχαιότητας του κόσμου.

Ο φανατικός είναι ο τρόφιμος του σπηλαίου

Ο φανατικός, επομένως, δεν απέχει πολύ από το να ομοιάζει και να συμπεριφέρεται όπως οι δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου. Εκείνοι έβλεπαν μόνο τις σκιές των πραγμάτων και θεωρούσαν ότι αυτό που έβλεπαν ήταν τα ίδια τα πράγματα. Σε ανάλογη θέση βρίσκεται και ο φανατικός που αυτοεγκλωβισμένος σε απατηλές αλήθειες αδυνατεί να απελευθερωθεί και να αντικρίσει το φως της αλήθειας και της πραγματικότητας.

Χρειάζεται ,λοιπόν, ένα συγκλονισμό της συνείδησης για να αποδεχτεί την πολυεδρικότητα της ζωής και του κόσμου. Η ανάβαση του φανατικού-δεσμώτη στον έξω (πραγματικό) κόσμο. Θα εξαλείψει την πλάνη των σκιών και θα αποκαλύψει το περιεχόμενο της βαθύτερης ουσίας και της αλήθειας του κόσμου.

«Ο φανατικός δεν έχει ερωτήσεις, ξέρει όλες τις απαντήσεις. Ο περίεργος, που ξέρει πως στον κόσμο υπάρχουν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις, δεν μπορεί να είναι φανατικός» (Άμος Οζ)

The following two tabs change content below.
Ο Ηλίας Γιαννακόπουλος γεννήθηκε το 1953 στην Πιαλεία Τρικάλων. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εργάστηκε ως φιλόλογος. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες (Νέα, Εφημερίδα των Συντακτών, Αυγή κ.α.), περιοδικά και ιστοσελίδες. Περισσότερα άρθα του μπορείτε να βρείτε και στο blog του: https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή