Φώτης Κόντογλου: Ειρηνικοί ρεμβασμοί | Διήγημα

by Times Newsroom 1

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ειρηνικοί ρεμβασμοί

 

ΜΟΝΑΧΑ ΠΟΥ ΦΕΡΝΩ στον νου μου τις μέρες που πέρασα προ χρόνια στο νησί μου, ειρηνεύει η ψυχή μου, σαν να αλλάζουνε μονομιάς όλα γύρω μου. Ημερεύει η πλάση, ημερεύουνε οι άνθρωποι, κάποιο μπάλσαμο στάζει στην καρδιά μου. Ελάτε μαζί μου να ξεκουραστείτε.

Κατά το τέλος του χειμώνα, οι μέρες πιάνανε και μεγαλώνανε. Πολλές φορές έκανε μπουνάτσα, μέρα-νύχτα. Η θάλασσα ήτανε σαν γυαλί. Καθόμουνα κατά το βράδυ και κοίταζα το μπουγάζι που σκοτείνιαζε σιγά-σιγά. Το κοίταζα από ψηλά. Από το παραθύρι μου, εκεί που έπινα τον καφέ μου. Άλλες φορές πάλι έβγαινα όξω και πήγαινα και καθόμουνα σ’ έναν βράχο. Οι πέτρες, τα χώματα, τα χορτάρια ήτανε καθαρά και πλυμένα από τις χειμωνιάτικες βροχές.

Από το μέρος που καθόμουνα, το μάτι μου έπιανε τις δυο μεριές του μπουγαζιού. Κατά τον βοριά άνοιγε η θάλασσα με λιγοστούς κάβους, χωρίς κανένα νησί. Πέρα, μακριά ώς τρία μίλια, φαινότανε η πολιτεία σαν κοιμισμένη. Μπροστά μου, κάτω από το μέρος που καθόμουνα, η θάλασσα έκανε ένα στενό κανάλι που’χε φάρδος πιο λίγο από μισό μίλι. Κατά τη νοτιά το μπουγάζι φάρδαινε. Οι αντικρινές ακροθαλασσιές ήτανε γεμάτες κάβους και μικρές αγκάλες, μονόπετρα και ξέρες που αντικρύζανε η μια την άλλη.

Κατά τον σορόκο-λεβάντε άνοιγε μια μπούκα στενή, τόσο στενή, που μπορούσανε να κουβεντιάζουνε δυο άνθρωποι από τη μια στεριά στην άλλη. Αυτή τη μπούκα φαίνεται πως την άνοιξε ένα ηφαίστειο που βρίσκεται κάτ’ από τη θάλασσα, προ χιλιάδες χρόνια, τον καιρό που γίνηκε ο κατακλυσμός, κ’ ενώθηκε τούτο το μπουγάζι που μιλώ με μιαν άλλη λιμνοθάλασσα που βρίσκεται παραμέσα. Καθώς φαίνεται, ο κρατήρας που έβγαζε τη φωτιά στον πάτο της θάλασσας, είναι απάνω στη μπούκα, και για τούτο οι δυο κάβοι που αντικρύζουνται είναι περιχυμένοι με μαύρες σκουριές που μοιάζουν με λιωμένο σίδερο. Εκεί τα νερά είναι πολύ βαθιά, άπατα.

Αυτές οι δυο μύτες έχουνε παράξενο σκέδιο. Η μύτη που βρίσκεται από το μέρος της ανατολής είναι κανωμένη από βράχια άγρια, κατακομματιασμένα, πεσμένα το’να απάνω στ’ άλλο, με κάτι βαθιές τρύπες ανάμεσά τους. Κατάκαβα είναι στημένος ένας βράχος που μοιάζει με άνθρωπο γίγαντα και που έχει την κεφαλή του στολισμένη με πράσινα πουρνάρια. Στις κουφάλες είναι φυτρωμένες πεύκες, που κρέμουνται απάνω από το νερό της θάλασσας, και τα κορμιά τους και τα κλωνάρια είναι στριφτά σαν νεύρα. Αυτόν τον κάβο τον λένε Φωλιά τ’ Αϊτού. Ο αντικρινός είναι αλλιώτικος. Είναι ένας βράχος μεγάλος, με μια τρύπα που τον δείχνει σαν καμάρα, κι από πάνω έχει μια μυτερή καμπούρα, όπως το σαμάρι της καμήλας. Με τη στεριά τον δένει ένας ψιλός λαιμός από άμμο. Αυτόν τον κάβο τον λένε Τρύπια Πέτρα. Τις ώρες που πλημμάρουνε τα νερά, οι ψαρόβαρκες περνάνε από μέσα από την τρύπα.

Από δω που κάθουμαι και κοιτάζω, οι δυο μύτες αντικρύζουνται από κοντά, λες και κοντεύει ν’ αγγίξει τ’ Αϊτού η Φωλιά με την Τρύπια Πέτρα. Από μέσα φαίνεται η παραμέσα θάλασσα, τριγυρισμένη με μπάσα κι έμορφα βουνάκια. Σ’ ένα μέρος που χαμηλώνει η στεριά, ξεχωρίζει το απ’ όξω πέλαγο. Από τη μεριά της Τρύπιας Πέτρας η στεριά τραβά κατά το βασίλεμα και σκεδιάζει έναν μεγάλον κόρφο, ύστερα στρίβει κατά τον γραίγο κ’ έρχεται κατά το μέρος που στέκουμαι, περιτριγυρίζοντας από παντού τη θάλασσα. Αυτός ο κόρφος που πέφτει κατά τον μαΐστρο, έχει στην άκρη του ένα μικρό νησάκι ίσαμε ένα καράβι, κι αυτό το νησάκι το λένε Νησοπούλα· είναι η μοναχοκόρη του μπουγαζιού.

Τούτα που βλέπω από τη βίγλα που κάθουμαι, είναι σαν ένα πανόραμα, και γεμίζει η καρδιά μου από χαρά, σαν να κοιτάζω τον Παράδεισο. Δοξάζω τον Θεό που τα θεμέλιωσε για να τα χαίρεται ο άνθρωπος ο αχάριστος. Με τη σοφία του, κι από το κακό κάνει να βγει καλό, από τα πιο φοβερά κάνει να βγούνε τα πιο ήμερα κ’ ειρηνικά, από τ’ άσχημα τα έμορφα. Σ’ όποιο μέρος βρέθηκε ηφαίστειο κ’ η οργή του αναποδογύρισε τον κόσμο κι ανακάτεψε τη στεριά με τη θάλασσα, και σφεντονιστήκανε βράχια μεγάλα και κομματιαστήκανε τα βουνά περιχυμένα από λιωμένα σίδερα κ’ η θάλασσα έβρασε σαν λεβέτι, σε κείνο το μέρος ίσια-ίσια, σαν καταλαγιάσει η κοσμοχαλασιά, βγαίνει μια καινούργια πλάση, στολισμένη με κάποιες εξωτικές χάρες. Εκεί μαζεύει η φύση όλα τα παράξενα και τα έμορφα, και τα συνταιριάζει με τέτοιον τρόπο, που τα βλέπει ο άνθρωπος και μαγεύεται, ας είναι κι ο πιο αναίσθητος. Ενώ άλλα μέρη που δεν πάθανε τίποτα, μήτε σεισμούς, μήτε καμιά αναταραχή και μετατόπιση, είναι στην όψη συνηθισμένα και κουραστικά. Δεν γίνεται, τάχα, το ίδιο και με την ψυχή του ανθρώπου, που, αν δεν περάσει από φωτιά, δεν καθαρίζεται και δεν ντύνεται με τη στολή της αθανασίας και της δόξας.

Ώρα σπερινού, τα νερά γίνουνται άξαφνα πιο φεγγερά και πιο ήσυχα. Πνοή δεν περνά απάνω από τη θάλασσα. Ησυχία! Τίποτα δεν ακούγεται! Κατά τον βοριά η θάλασσα γαλανιάζει. Κατά τη νοτιά πρασινίζει. Κατά το βασίλεμα ροδίζει αλαφρά. Στη μέση είναι σαν κρούσταλλο. Κατά τη στενή μπούκα, ανάμεσα στη Φωλιά τ’ Αϊτού και στην Τρύπια Πέτρα και στα ένα γύρω, τα βουνά γινήκανε σκούρα, και το καθρέφτισμά τους τα δείχνει ανάποδα μέσα στη θάλασσα, που οι άκρες της είναι βουτημένες μέσα σ’ ένα βαθύ απόσκιασμα γεμάτο μυστήριο. Όλα στέκουνται χωρίς να σαλέψει τίποτα. Μια αγριόπαπια μοναχά, που κολυμπούσε κοντά σ’ έναν μικρό κάβο, σηκώθηκε στο φτερό από πέρα, κι άφησε απάνω στο καφετί απόσκιασμα του νερού μια ψιλή υδραργυρένια γραμμή, που σιγά-σιγά έσβησε, και το νερό ξαναμαύρισε.

Εδώ μπροστά μου, κοντά στη στεριά που κάθουμαι, πέφτει η ματιά μου από ψηλά, και τόσο καθαρά είναι τα νερά, που τρομάζεις, γιατί βλέπεις τον πάτο της θάλασσας σε πεντ’ έξι οργυιές νερό, σαν να μην έχει ολότελα νερό, και ξεχωρίζεις καθαρά όλα τα καθέκαστα, τις πέτρες, τα φύκια, τα κοπάδια των ψαριών, που λες κ’ είναι πουλιά και πετάνε στον αγέρα. Τι θέαμα εξαίσιο! Το μάτι σηκώνεται από τα κοντινά και πηγαίνει στα μακρινά και τα συνταιριάζει, κ’ η καρδιά σου ειρηνεύει! Ησυχία! Θαρρείς πως η πλάση βουβάθηκε κ’ η ίδια από τη μακαριότητα που έχει.

Παίρνω μια πέτρα κοκκινωπή στο χέρι μου, μια πέτρα που βρίσκεται από τότε που γίνηκε ο κόσμος, και την κοιτάζω. Είναι πασαλειμμένη με μαύρη σκουριά σαν πίσσα, απ’ τον καιρό που ήρθε στον κόσμο η Τρύπια Πέτρα και τούτος ο βράχος που κάθουμαι. Ξύνω τη σκουριά με το νύχι μου, και συλλογίζουμαι πως αυτή η πέτρα που βαστώ κοιτότανε εκεί πέρα χωρίς να μετατοπιστεί, χωρίς ν’ αλλάξει ολότελα, σε καιρό που περνούσανε ακαταμέτρητοι άνθρωποι, γενεά απάνω στη γενεά, ώς που γεννήθηκα κ’ εγώ κ’ οι άλλοι άνθρωποι που ζούνε σήμερα στον κόσμο. Πολέμοι γινόντανε, ο Μεγ’ Αλέξανδρος γεννήθηκε και πέθανε, οι τοτινοί γινήκανε αρχαίοι, λογής-λογής πράγματα φανερωθήκανε στον κόσμο, κι όλα περάσανε και ξεχαστήκανε, κι αυτή η πέτρα κειτότανε εκεί που κειτότανε, ίδια κι απαράλλαχτη.

Αυτά που λέγω σαν να τα έβλεπα καθαρά μπροστά μου, συλλογιζόμουνα το πώς ήρθα κ’ εγώ τον κόσμο, κοίταζα και την πέτρα που βαστούσα στο χέρι μου, κι ανατρίχιαζα. Και, μ’ όλα ταύτα, ήμουνα ήσυχος, μακάριος, ειρηνεμένος, σαν να κοιμόμουνα κ’ έβλεπα ένα όνειρο.

Η μέρα έγερνε σιγά-σιγά. Η θάλασσα άλλαζε, τα βουνά μαυρίζανε. Από την αντικρινή στεριά έφτανε στ’ αυτιά μου το χαρούμενο γάβγισμα ενός σκυλιού, κ’ η αντιλαλιά του πήγαινε κ’ έσβηνε κατά τις άκριες του μπουγαζιού. Ύστερα γινότανε πάλι ησυχία.

Άξαφνα φανερωνότανε ένα καΐκι που ερχότανε από τη μέσα θάλασσα και καβατζάριζε τ’ Αϊτού τη Φωλιά. Μ’ όλο που’χε το πανί ισαρισμένο, ερχότανε με τα κουπιά. Περνούσε σύρριζα απ’ τον βράχο, που ήτανε στεφανωμένος με τις πρασινάδες, κ’ έσκιαζε το σκούρο νερό, αφήνοντας από πίσω του μιαν ασημένια γραμμή σαν την πάπια που είχε πετάξει πρωτύτερα. Όσο ερχότανε κοντύτερα, ακουγόντανε όλο και πιο δυνατά τα κουπιά, και το νερό ταραζότανε κ’ έκανε κάτι γύρους που ολοένα μεγαλώνανε γύρω στο καΐκι. Σε λίγο βρισκότανε από κάτω από το μέρος που καθόμουνα, κ’ έβλεπα καθαρά τους δυο ανθρώπους που τραβούσανε όρθιοι τα κουπιά και τον άλλον που καθότανε στην πρύμη, τους άκουγα που κουβεντιάζανε, χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω τι λέγανε. Σαν περάσανε από μπροστά μου, βάλανε πλώρη κατά τον βοριά.

Από την άλλη μεριά, κατά τη Νησοπούλα, φαινότανε μια ψαρόβαρκα, μια κουρίτα, που έριχνε τα δίχτυα.

Ώς να γυρίσω να τη δω, το καΐκι είχε αλαργάρει κατά τον γραίγο, κ’ είχε ανοίξει τα πανιά του, γιατί βρήκε τ’ αγεράκι που καλάριζε από το πέλαγο, από τον κόρφο τ’ Αδραμυτιού,κι άρχιζε να βολτατζάρει.

Ώς να φουμάρω μισό τσιγάρο, ο αγέρας είχε κατεβεί ίσαμε μένα, και σε λίγο σκόρπισε μέσα σ’ όλο το μπουγάζι μέχρι τη Νησοπούλα. Μονομιάς άλλαξε η όψη της πλάσης. Οι ίσκιοι των βουνών χαθήκανε από τον καθρέφτη της θάλασσας. Τα νερά θολώσανε και κάνανε ρέματα. Οι κάβοι πιάσανε κι ασπρίζανε από έναν ψιλόν αφρό, που ολοένα άσπριζε πιο πολύ. Ένα βουβό βούισμα άπλωνε πέρα για πέρα απάνω στο πέλαγο. Σαν να ξύπνησε η πλάση. Ο αγέρας όλο και φρεσκάριζε. Σε λίγο αρχίσανε κι αφρίζανε οι θάλασσες και χτυπούσανε στη θαλασσοβραχιά, απάνω στη στεριά που καθόμουνα. Η νύχτα σκέπαζε σιγά-σιγά τον κόσμο.

Η ψύχρα μ’ έκανε να σηκωθώ. Γύρισα κ’ είδα κατά τον βοριά. Το καϊκι φαινότανε θαμπά μέσα στο μισοσκόταδο. Σκαμπανέβαζε μπαταρισμένο, κ’ οι αφροί ασπρίζανε στη μάσκα του. Ο αποσπερίτης φάνηκε ψηλά μέσα στο σκούρο χάος τ’ ουρανού. Κατά το βασίλεμα, ο ουρανός έφεγγε ακόμα πίσω από τη Νησοπούλα, κ’ ήτανε σαν σιντεφένιος. Η κουρίτα είχα αράξει στο νησάκι, κι απάνω του τρεμόσβηνε ένα μικρό φως, η φωτιά που ανάψανε οι ψαράδες. Στάθηκα για μια στιγμή, κ’ ύστερα μπήκα στο καλύβι μου.

  • Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου. Εκδόσεις Άγκυρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Φώτης Κόντογλου: Αναζήτησε την «ελληνικότητα», επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση

Φώτης Κόντογλου: Παραμονή Χριστούγεννα | Διήγημα

Φώτης Κόντογλου: “Ξέγνοιαστα νιάτα και κακά γεράματα” | Διήγημα

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

* By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή