Francesco Petrarca: Chiare, Fresche e dolci acque… | Ποίηση

Στο τραγούδι αυτό ο ποιητής, γυρνώντας απογοητευμένος στις κοιλάδες της Προβηγκίας και συγκεκριμένα στη Vaucluse, που καταρδεύεται από τα νερά του Ροδανού, στρέφεται εκστατικός στα μέρη όπου είχε δει τη Λάουρα και θρηνολογώντας, εκφράζει την επιθυμία του και να πεθάνει ακόμα, μόνο και μόνο για να ’ρθει Εκείνη να κλάψει πάνω απ’ τον τάφο του.

by Times Newsroom

FRANCESCO PETRARCA

Chiare, fresche e dolci acque…

Νερά καθάρια και γλυκά,
που στη λαμπρή σας δίνη
τα εξαίσια μέλη εδρόσιζεν
η Δέσποινά μου Εκείνη.
Αβρό κλειδί, που αρέσκονταν
(στενάζω στ’ όνειρό της)
να βάζει γι’ αντιστήριγμα στο τρυφερό πλευρό της.
Χλόη και λουλούδι που άγγιξε
τ’ ανάερο φόρεμά της,
με τον αγνό του στήθους της καρπό,
αέρα ιερέ και τρυφερέ,
όπου ο Έρωτας με πλήγωσε με τ’ ώριο ανάβλεμμά της,
ακούστε τα λυπητερά τα λόγια που θα ειπώ.

Αν είν’ αλήθεια η μοίρα μου
(κι ο Ουρανός θελήσει)
τα μάτια ετούτα ο Έρωτας
στο δάκρυ να μου κλείσει,
μια χάρη τ’ άθλιο σώμα μου
ζητά: σ’ εσάς ν’ αράξει,
κι από ’δωδά η ψυχούλα μου στα ουράνια να πετάξει.
Έτσι, κι ο μαύρος θάνατος
θα ’ναι αλαφρός ακόμα.
Η κουρασμένη μου, άμοιρη ψυχή,
δε θα ’βρισκε ησυχότερο
λιμάνι ή τάφου χώμα,
από τη μάταιη σάρκα της να λυτρωθεί η φτωχή.

Όμως, θε να ’ρθει ίσως καιρός,
που την παλιά φωλιά της
θα λαχταρήσει η πέρδικα,
με τη γλυκιά θωριά της.
Κι εκεί που αυτή μ’ αντίκρισε,
την άγια εκείνην ώρα,
θα στρέψει αβρά το πρόσωπο, ζητώντας με και τώρα.
Μα ω φρίκη! άμα του τάφου μου
τις πέτρες αντικρίσει,
θ’ αναστενάξει από έρωτα τόσο μαγευτικά,
που τη συμπάθεια τ’ Ουρανού
με μιας να μου κερδίσει,
τα μάτια με το πέπλο της σφουγγίζοντας γλυκά.

Άνθη απ’ τους κλώνους έωρεχαν
(Ω τι γλυκό στη μνήμη!)
και χάιδευαν το στήθος της
και γλίστραγαν στην κνήμη.
Κι εκείνη, όλο ταπείνωση
στη δόξα της καθόταν,
ενώ η ερωτοθύελλα τριγύρω της μαινόταν.
Κι άλλο από τ’ άνθη επλάγιαζεν
επάνω στην ποδιά της,
άλλο, με πέρλες μοιάζοντας, στην κόμη την ξανθή·
άλλο στο ρέμα, άλλο στη γη,
κι άλλο, στριφογυρίζοντας πάνω απ’ την ομορφιά της,
ήταν σα να ’λεε: Ο Έρωτας θρόνιασε εδώ και ανθεί.

Πόσες φορές δε σκέφτηκα,
με φόβο τρισμεγάλο;
Ετούτη στον Παράδεισο
εγεννήθη, δίχως άλλο.
Γιατί σε τέτοιαν έκσταση
μ’ είχε το θείο κορμί της,
το πρόσωπο, το γέλιο της κι η ασύγκριτη φωνή της!
Και τόσο απ’ την αληθινή
ξεμάκραινα μορφή της,
πώλεγα μ’ αναστέναγμα πνιχτό:
Πώς ήρθα εδώ; Και πότε αυτό;
νομίζοντας πως βρίσκομαι σε ουράνια κατοικία.
Κι αλλού από τότες πουθενά δε βρίσκω πια ησυχία.

Κι εσύ, φτωχό τραγούδι μου,
αν είχες τα στολίδια,
που πρέπουν στην αγνότη σου
και στη λαχτάρα σου ίδια,
το δάσος που γεννήθηκες θα ’δύνοσουν ν’ αφήσεις,
και, μες στον κόσμο, θαρρετά να πας να συργιανίσεις.

Μετάφραση: ΚΟΥΛΗΣ ΑΛΕΠΗΣ

____________________________________

Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Όπως είναι γνωστό, τα καλύτερα λυρικά ποιήματα του Πετράρχη (1304 – 1374) έχουν περιληφθεί στο περίφημο “Canzoniere”, το “Βιβλίο των Τραγουδιών”, όπου υμνείται, in vita e in morte, η Madonna Laura, η ωραία δηλαδή Προβηγκιανή, που ο ποιητής είδε μιαν ημέρα στην Αβινιόν να βγαίνει από την εκκλησιά και τρελάθηκε απ’ τον έρωτά της. Τα ποιήματα αυτά είναι κάπου τριακόσια και παραπάνω σονέτα, που εναλλάσσονται με κάμποσες, υποδειγματικές για την τεχνικήν αρτιότητά τους, ωδές. Η πιο φημισμένη απ’ αυτές είναι η παραπάνω, που αρχίζει με το στίχο: Chiare, fresche e dolci acque… Στο τραγούδι αυτό ο ποιητής, γυρνώντας απογοητευμένος στις κοιλάδες της Προβηγκίας και συγκεκριμένα στη Vaucluse, που καταρδεύεται από τα νερά του Ροδανού, στρέφεται εκστατικός στα μέρη όπου είχε δει τη Λάουρα και θρηνολογώντας, εκφράζει την επιθυμία του και να πεθάνει ακόμα, μόνο και μόνο για να ’ρθει Εκείνη να κλάψει πάνω απ’ τον τάφο του.

Το ποίημα αυτό, το γεμάτο από αγγελικήν απλότητα και χάρη, έχει μεταφέρει στη γλώσσα μας κι ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, με την ωδή του – Νερά καθαροφλοίσβιστα – γλυκύτατα και κρύα – που μέσα αναγαλιάζετο – η ασύγκριτη ομορφία. Γι’ αυτό και δε θα τολμούσαμε μάλιστα να δώσουμε την πιο κάτω δική μας μετάφραση, αν η απόδοση του Σολωμού δεν ήταν αποτέλεσμα νεανικού περισσότερο ενθουσιασμού κι όχι πρόθεση να μεταφερθεί σα νόημα και σα μορφή, το δημιούργημα του Πετράρχη. Κατά τη γνώμη μας, δηλαδή, ο Εθνικός μας Ποιητής, συνεπαρμένος απ’ το θέμα, το τόσο ταιριαστό στην ψυχοσύνθεση και την ευαισθησία του, παίρνοντας αφορμή από το ποίημα του μεγάλου ομοτέχνου του, έκαμε απλούστατα ένα δικό του σχεδόν ποίημα.

Η ωδή αποτελείται στο πρωτότυπο από πέντε δεκατρίστιχες στροφές και κλείνει με μιαν επωδό, όπου ο ποιητής μιλάει με το ίδιο του το τραγούδι.

Τη μετάφρασή μας αυτή αφιερώνουμε με σέβας στον Ακαδημαϊκό κι εγκάρδιον φίλο κ. Σωτήρη Σκίπη, όχι μόνο γιατί ένα βράδυ έτυχε να την ακούσει πρώτος, μα περισσότερο γιατί οι χορδές της Αιολικής άρπας του έχουν δονηθεί γλυκύτατα και για την αγαπημένη του ηλιόλουστη Προβηγκία, και για την αρχαία Πηγή της, όπου “σ’ ένα ευτυχήν αιώνα – της Λάουράς του ερχότανε συχνά ο Πετράρχης να σκεφτεί – την αιθερίαν εικόνα…”.

Κ. ΑΛ.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΚΓ΄, τόμος 45ος, τεύχος 521, 15 Μαρτίου 1949

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή