Site icon Times News

Φρανσουά Ζαν Νταρλάν / Γάλλος ναύαρχος και πολιτικός που διατέλεσε πρωθυπουργός της Γαλλίας, για ένα χρόνο, στην Κυβέρνηση του Βισί

Ο Φρανσουά Ζαν Νταρλάν (πλήρες όνομα Ζαν Λουί Φρανσουά Ξαβιέ Νταρλάν, Jean Louis Xavier François Darlan, 7 Αυγούστου 1881 – 24 Δεκεμβρίου 1942) ήταν Γάλλος ναύαρχος και πολιτικός που διατέλεσε πρωθυπουργός της Γαλλίας, για ένα χρόνο, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Κυβέρνηση του Βισί.

Ο Ζαν Νταρλάν γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1881 στην πόλη Νεράκ (Nérac) του νομού Λοτ-ε-Γκαρόν (Lot-et-Garonne) της Γαλλίας. Σπούδασε στη γαλλική Ναυτική Ακαδημία εμποροπλοιάρχων από την οποία και αποφοίτησε το 1902. Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη μάχη του Βερντέν υπό τον στρατηγό Φιλίπ Πετέν. Μετά τον πόλεμο συνέχισε καριέρα στρατιωτική όπου και κατατάχθηκε στο Γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό στο οποίο και εξελίχθηκε φθάνοντας το 1929 στο βαθμό του υποναυάρχου και το 1932 στο βαθμό του αντιναυάρχου. Τέσσερα χρόνια αργότερα προήχθη σε ναύαρχο και το 1939 έλαβε τον τιμητικό διοικητικό τίτλο του “Ναυάρχου του στόλου” ή στόλαρχου, τίτλος που απενεμήθη για πρώτη φορά.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Μετά τα δραματικά γεγονότα της κατάρρευσης του μετώπου και την κατάληψη του Παρισιού από τα γερμανικά στρατεύματα, (Ιούνιος 1940), τάχθηκε ανοικτά υπέρ της σύναψης ανακωχής. Μετά την παραίτηση του Πολ Ρεϊνό, υπήρξε ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του αντιπροέδρου Φιλίπ Πετέν ν’ αναλάβει την εξουσία. Αναλαμβάνοντας ο τελευταίος πρόεδρος στη λεγόμενη κυβέρνηση του Βισί, μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, ο Ζαν Νταρλάν διορίσθηκε παράλληλα με τα καθήκοντά του, υπουργός του ναυτικού, όπου και διέταξε το μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού στόλου να μετακινηθεί στα παράλια των γαλλικών αποικιών της Β. Αφρικής .
Τις ημέρες που ακολούθησαν, οι Άγγλοι, φοβούμενοι τυχόν προσχώρηση του γαλλικού στόλου στις δυνάμεις του Άξονα, ζήτησαν από τον Γάλλο ναύαρχο ούτε λίγο ούτε πολύ την παράδοση του στόλου του σε βρετανικό έλεγχο, ή την μετακίνησή του στη Καραϊβική. Βεβαίως προ του αιτήματος αυτού σε σύμμαχο χώρα με καταφανή έλλειψη εμπιστοσύνης και κατάφωρη προσβολή της αξιοπρέπειας των Γάλλων κυβερνητών, αξιωματικών και ναυτών, ο Ζαν Νταρλάν αρνήθηκε. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα υπήρχαν Άγγλοι ναύαρχοι που θα ικανοποιούσαν όμοιο αίτημα, αν οι όροι ήταν αντίστροφοι.

Μετά από αυτή την εξέλιξη, στις 3 Ιουλίου, του 1940, ο Τσόρτσιλ διέταξε τον αιφνίδιο βομβαρδισμό του μέχρι τότε “συμμαχικού” γαλλικού στόλου που ελλιμενιζόταν στο όρμο του Μερς Ελ Κεμπίρ, σκορπώντας τον θάνατο σε 1300 ανυποψίαστους Γάλλους, βυθίζοντας και καταστρέφοντας γαλλικά πολεμικά πλοία, επεκτείνοντας παρόμοιες επιχειρήσεις στη Σενεγάλη και Μαδαγασκάρη.
Το γεγονός αυτό καθαυτό ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε έγκλημα πολέμου. Υπήρξε όμως ικανό για να ανατρέψει ακόμα περισσότερο την όποια συμπάθεια του γαλλικού λαού προς τον βρεταννικό και να ακολουθήσει μια έντονη φιλογερμανική στάση για συνεργασία που ζήτησε ο Χίτλερ και που επεβλήθη από τον Φ. Πετέν κηρύσσοντας την Εθνική Επανάσταση, με το σύνθημα Εργασία, Οικογένεια, Πατρίδα, προχωρώντας σε πρωτοφανείς διώξεις κάθε πραγματικού ή φανταστικού αντιφρονούντος.

Τον Φεβρουάριο του 1941, ο ναύαρχος Νταρλάν ανέλαβε αναπληρωτής του Πετέν, αντιπρόεδρος, υπουργός Εσωτερικών, Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων στην κυβέρνηση του Βισί. Τον δε Ιανουάριο του 1942 ανέλαβε παράλληλα και ανώτατος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων του “Γαλλικού Κράτους”. Την περίοδο αυτή ο Νταρλάν κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες συνοχής των γαλλικών στρατευμάτων των αποικιών με την κυβέρνηση του Βισί προλαβαίνοντας τυχόν αποσχιστικές τάσεις.
Μετά την απόβαση των συμμάχων στη Βόρεια Αφρική στις 8 Νοεμβρίου (1942), ο Νταρλάν ευρισκόμενος στην περιοχή και συγκεκριμένα στο Αλγέρι συναντήθηκε με ανώτατους Αμερικανούς στρατιωτικούς, όπως με τον υποστράτηγο Μαρκ Κλαρκ όπου και υπέγραψε ανακωχή αναλαμβάνοντας κατά διαταγή του στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ως Ύπατος Αρμοστής, τη διοίκηση της Γαλλικής Β. Αφρικής όπου και οι σχέσεις μετά των αμερικανικών στρατιωτικών αρχών ρυθμίστηκαν με δύο συμφωνίες, μία στο Οράν και μία στο Μαρόκο που έμειναν γνωστές ως “συμφωνίες Κλαρκ – Νταρλάν”.

Δολοφονία 

Λίγες εβδομάδες αργότερα της συνομολόγησης των παραπάνω συμφωνιών στις 24 Δεκεμβρίου του 1942 ο Ζαν Νταρλάν δέχθηκε εντός του ναυαρχείου δολοφονική επίθεση από ένα ένοπλο νεαρό 20χρονο Γάλλο του κινήματος της γαλλικής αντίστασης ονόματι Φερνάν Μπονιέ ντε λα Σαπέλ [Fernand Bonnier de La Chapelle], από τον πυροβολισμό του οποίου υπέκυψε λίγες ώρες αργότερα. Ο δε δολοφόνος συνελήφθη και εκτελέστηκε από στρατιωτικό απόσπασμα δύο ημέρες αργότερα.

Ο Ναύαρχος Νταρλάν υπήρξε λαμπρός αξιωματικός, άριστος επιτελικός και δίκαια μπορούσε να υπερηφανευόταν ότι ήταν ο δημιουργός του γαλλικού στόλου όπως είχε διαμορφωθεί το 1940, υπογραμμίζοντας συχνά πως ως Γάλλος ηγήτορας δεν είχε ηττηθεί ποτέ. Υπήρξε φλεγματικός, υπερόπτης αλλά και πεισματάρης. Τάχθηκε υποστηρικτής της ανακωχής ως αναπόφευκτη ανάγκη, βλέποντας τους Γερμανούς μέσα στο Παρίσι, προκειμένου να σωθεί ότι ήταν δυνατόν. Συμμετείχε στη κυβέρνηση του Βισί λόγω θέσεως που κατείχε, πλην όμως φάνηκε στη συνέχεια ενάντιος στη πολιτική των διώξεων του Λαβάλ, κατά πολιτικών, κομμουνιστών, Εβραίων κ.λπ. τον οποίον και αντικατέστησε στη δεύτερη περίοδο του Βισί.
Υπήρξε πράγματι αντι-βρετανός έχοντας επίγνωση της ανάγκης της διατήρησης του ανέπαφου και αξιόμαχου γαλλικού στόλου τον οποίο και διέταξε ορθότατα σε διασπορά. Αλλά και ποια εμπιστοσύνη θα μπορούσε τότε να έτρεφε προς τους Άγγλους όταν η εκκένωση της Δουνκέρκης (αρχές Ιουνίου 1940) αφέθηκε χωρίς σχέδιο στη τύχη της, που αν συνέβη, όπως συνέβη, ένα θαύμα, αυτό οφειλόταν στον αυθορμητισμό του βρετανικού λαού που έσπευσε εθελοντικά με κάθε πλωτό μέσον να βοηθήσει αφήνοντας όμως την πίκρα της εγκατάλειψης των 40.000 Γάλλων στρατιωτών της οπισθοφυλακής που κατέληξαν όμηροι.
Στη συνέχεια χωρίς ποτέ ο ίδιος να δώσει αφορμή αμφιβολιών για την περαιτέρω στάση του στον αγώνα κατά του ναζισμού, αμυνόμενος στη κυριολεξία την αξιοπρέπεια του όπλου που ηγείτο, έγινε θεατής της μεγαλύτερης πολεμικής παραφροσύνης, του “συμμαχικού” βομβαρδισμού μέρους του στόλου του, αφήνοντας 1300 νεκρούς χωρίς να υπολογίζεται η υλική καταστροφή του.

Τον Αύγουστο του 1940 ο Νταρλάν σε μία προσπάθεια παζαρέματος βελτίωσης της γαλλικής κατάστασης από τους Γερμανούς, τους παρέσχε κάποιες πληροφορίες που αφορούσαν το Γιβραλτάρ. Αργότερα όταν ανέλαβε πολιτική εξουσία από τον Πετέν, κατά την αντιβρετανική εξέγερση που σημειώθηκε στο Ιράκ, τον Μάιο του 1941, πιστεύοντας ότι του δινόταν η ευκαιρία να εντυπωσιάσει τους Γερμανούς, τους πρόσφερε τη χρήση των αεροδρομίων στη Συρία με βέβαιη την ελπίδα του παζαρέματος. Όμως και αυτή απεδείχθη μονόπλευρη, εκτός του ότι αποτέλεσμα ήταν η βρετανική εισβολή στη Συρία. Από εκεί και πέρα σταμάτησε κάθε συνεννόηση με τους Γερμανούς και όχι μόνο, αλλά αντιστρατεύτηκε σε κάθε κίνηση παροχής νεοσυλλέκτων που ζήτησε η Βέρμαχτ, όπου μετά την πίεση της τελευταίας επανήλθε στις 18 Απριλίου του 1942 ο Λαβάλ, αρχηγός της κυβέρνησης και ο Νταρλάν περιορίστηκε στο αξίωμα του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πηγές

Exit mobile version