Φραντς Κάφκα: Η απόρριψη

by Times Newsroom 1
Share this

Με τα διηγήματά του αυτά, όπως και με όλο του το έργο, ο Κάφκα επιχειρεί έναν αγώνα ενάντια στην αλλοτρίωση μέσα από την αλλοτρίωση. Αυτή τη συναίσθηση της καθημερινής σιωπηλής πάλης ενάντια σε μια κατάσταση πραγμάτων που πληγώνουν μέχρι εξόντωσης, αυτή την «παθητική αντίσταση» προσπαθεί να την αντικειμενοποιήσει μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους ζουν δίχως να έχουν συνείδηση της ατομικής τους υπευθυνότητας και μου φαίνεται πως εκεί βρίσκεται ο πυρήνας ο ίδιος των συμφορών μας… Στην πίστη μας ότι το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα αποτελεσματικό όπλο κατά της καταπίεσης και προπάντων της εσωτερικής ανελευθερίας δίνουμε για μια ακόμα φορά το λόγο στον ίδιο τον Κάφκα: «Ένα βιβλίο πρέπει να είναι η αξίνα που θα θρυμματίσει την παγωμένη θάλασσα του εσωτερικού μας κόσμου…»

Η απόρριψη

Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ πόλη δε βρίσκεται κοντά στα σύνορα· ίσα-ίσα μέχρι τα σύνορα είναι τόσο πολύ μακριά, ώστε κανένας, ίσως ακόμα, από τη δικιά μας πολίχνη δεν έχει φτάσει ώς εκεί, είναι αναγκασμένος να διασχίσει έρημους, βουνίσιους τόπους, αλλά ακόμα και μεγάλες, εύφορες χώρες.  Κουράζεται κανείς κιόλας, ακόμα και με το να φανταστεί ένα κομμάτι του δρόμου, και περισσότερο βέβαια από ένα κομμάτι του δρόμου δεν είναι κανείς σε θέση να φανταστεί.

Στο δρόμο, επίσης, υπάρχουν μεγάλες πόλεις, πολύ μεγαλύτερες απ’ τη μικρή μας πόλη. Δέκα τέτοιες μικρές πόλεις, αραδιασμένες η μια πλάι στην άλλη, και άλλες δέκα τέτοιες μικρές πόλεις, στοιβαγμένες από πάνω, η μια πάνω στην άλλη, δε φτιάχνουν μιαν απ’ αυτές τις γιγαντιαίες, ασφυκτικά  χτισμένες πολιτείες. Αν δε χαθεί κανείς πηγαίνοντας προς τα κει, θα χαθεί στα σίγουρα μέσα στις πόλεις και για να τις αποφύγει κανείς, είναι, λόγω του όγκου τους, αδύνατον.

Ακόμα, όμως, πιο μακριά απ’ ό,τι είναι μέχρι τα σύνορα – αν κανείς, βέβαια, είναι σε θέση να συγκρίνει τέτοιες αποστάσεις-, είναι το ίδιο σαν να ‘λεγε κανείς πως ένας άντρας ηλικίας τριακοσίων ετών είναι πιο γέρος από κάποιον διακοσίων ετών· έτσι, λοιπόν, πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι είναι μέχρι τα σύνορα, απέχει η μικρή μας πόλη ως την πρωτεύουσα. Ενώ εδώ, σ’ εμάς, παρ’ όλη την απόσταση, μας έρχονται αραιά και πού ειδήσεις από τους πολέμους που διεξάγονται στα σύνορα, από την πρωτεύουσα δεν πληροφορούμαστε σχεδόν τίποτα, εμείς οι πολίτες εννοώ, οι κυβερνητικοί υπάλληλοι έχουν μια πάρα πολύ καλή επαφή με την πρωτεύουσα, σε δυο τρεις μήνες μπορούν κιόλας να λάβουν μιαν είδηση από κει, τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονται αυτοί.

Και τώρα είναι περίεργο (και γι’ αυτό απορώ ξανά και ξανά από την αρχή), πως στη μικρή μας πόλη συμμορφωνόμαστε με το καθετί που αποφασίζεται στην πρωτεύουσα. Εδώ και αιώνες δεν έχει συμβεί εδώ η παραμικρή πολιτική αλλαγή, που να οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στους ίδιους τους πολίτες. Στην πρωτεύουσα, οι ανώτατοι κύριοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, ακόμα και ολόκληρες δυναστείες έχουν διαλυθεί ή έχουν καταλυθεί και έχουν αρχίσει καινούργιες· τον περασμένο αιώνα, μάλιστα, καταστράφηκε η ίδια η πόλη και μια καινούργια δημιουργήθηκε, πολύ πιο μακριά απ’ αυτήν· αργότερα καταστράφηκε και αυτή και ξαναφτιάχτηκε πάλι η παλιά  από την αρχή: στη μικρή μας πόλη αυτό δεν είχε την παραμικρή επίδραση. Η τοπική μας γραφειοκρατία παρέμενε πάντοτε στη θέση της, οι υψηλά ιστάμενοι υπάλληλοι ερχόντουσαν από την πρωτεύουσα, οι μεσαίοι τουλάχιστον  προέρχονταν απέξω, οι κατώτατοι απ’ το δικό μας χώρο· έτσι λοιπόν παρέμενε η κατάσταση και αυτό μας αρκούσε.

Ο ανώτερος απ’ όλους υπάλληλος είναι ο αρχιφοροεισπράκτορας, φέρει το βαθμό του συνταγματάρχη και ονομάζεται έτσι, επίσης. Τώρα έχει γίνει γέρος πια· τον ξέρω εδώ και χρόνια, γιατί ήδη στα παιδικά μου χρόνια ήταν συνταγματάρχης, τον πρώτο καιρό είχε κάνει μια γρήγορη καριέρα, κατόπιν όμως φαίνεται πως κάπου σκάλωσε· για τη μικρή μας πόλη ο βαθμός του είναι αρκετός, ένα μεγαλύτερο βαθμό θα ήμασταν εμείς εδώ εντελώς ανίκανοι να τον αντέξουμε.

Όταν προσπαθώ να τον φανταστώ, τον βλέπω να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του, στην κεντρική πλατεία, αραγμένος πίσω, με την πλάτη στον τοίχο και την πίπα στο στόμα. Πάνω από το κεφάλι του, ψηλά, κυματίζει το φλάμπουρο της αυτοκρατορίας καρφωμένο στην κορφή της στέγης. Και στις πλευρές της βεράντας, που είναι τόσο τεράστια, ώστε πολλές φορές εκεί πραγματοποιούνται στρατιωτικές ασκήσεις μικρής κλίμακας, έχουν κρεμάσει τα ρούχα να στεγνώνουν. Τα εγγόνια του, ντυμένα με υπέροχα μεταξωτά ρούχα, παίζουν γύρω του, δεν τους επιτρέπεται να κατεβαίνουν κάτω, στην κεντρική πλατεία, τα άλλα παιδιά είναι πολύ κατώτερά τους, αλλά η πλατεία τα γοητεύει και περνώντας τα κεφάλια τους ανάμεσα στα κάγκελα της βεράντας, παρατηρούν τι γίνεται εκεί κάτω, και όταν τα άλλα παιδιά πιάνονται στα χέρια και καβγαδίζουν, καβγαδίζουν κι αυτά.

Αυτός, λοιπόν, ο συνταγματάρχης κυριαρχεί στην πόλη. Πιστεύω πως δεν έχει παρουσιάσει ποτέ και σε κανέναν ένα ντοκουμέντο που να τον εξουσιοδοτεί γι’ αυτό. Και, στην πραγματικότητα, δεν έχει ένα τέτοιο ντοκουμέντο. Ίσως είναι πράγματι αρχιφοροεισπράκτορας. Αλλά αυτό είναι όλο; Αυτό του δίνει το δικαίωμα να εξουσιάζει πάνω σε όλους τους τομείς της διοίκησης; Η θέση που κατέχει είναι, βέβαια, για το κράτος πολύ σημαντική, αλλά για τους πολίτες δεν είναι το πιο σπουδαίο.

Σ’ εμάς, έχει κανείς την αίσθηση ότι οι άνθρωποι λένε: “Τώρα μας τα έχεις πάρει όλα όσα είχαμε, τώρα μπορείς, σε παρακαλούμε, να μας πάρεις κι εμάς μαζί”.

Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν έχει πάρει αυτή την εξουσία με το ζόρι στα χέρια του και ούτε είναι κανένας τύραννος. Από τους πολύ παλιούς καιρούς, με το να είναι ο αρχιφοροεισπράκτορας και ο ανώτατος υπάλληλος του κράτους, ακολουθεί την ίδια παράδοση όπως κι εμείς. Όσο όμως κι αν κυκλοφορεί ανάμεσά μας δίχως μεγάλες διαφορές κύρους, εντούτοις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τους συνηθισμένους πολίτες.

Όταν μια επιτροπή απευθύνεται σ’ αυτόν, μεταφέροντας κάποια παράκληση, στέκεται εκεί, μπροστά τους, σαν να είναι ο τοίχος του κόσμου. Πίσω απ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα, μόλις που ακούει κανείς εκεί πίσω κάνα δυο φωνές να ψιθυρίζουν, αλλά αυτό πιθανόν να είναι ψευδαίσθηση, γιατί αυτός σημαίνει παρ’ όλ’ αυτά το τέλος του Κόσμου, τουλάχιστον για μας.

Έπρεπε να τον έχει δει κανείς σε κάτι τέτοιες συναντήσεις. Όταν ήμουν μικρός βρέθηκα κι εγώ σε μιαν απ’ αυτές, όταν μια επιτροπή των δημοτών τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για την παροχή μιας κυβερνητικής ενίσχυσης, γιατί η φτωχότερη συνοικία της πόλης είχε χαθεί κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες. Ο πατέρας μου, ο πεταλωτής, πρόσωπο που “έχαιρε άκρας εκτιμήσεως” από την κοινότητα, ήταν μέλος της επιτροπής και με είχε πάρει μαζί του. αυτό δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο σε μια τέτοια θεατρική παράσταση – μαζεύεται πλήθος κόσμου και με δυσκολία μπορεί να ξεχωρίσει κανείς την επιτροπή από το υπόλοιπο πλήθος. Επειδή τέτοιες δημόσιες συναντήσεις γίνονται συνήθως πάνω στη βεράντα, υπάρχουν επίσης άτομα που, έξω από την κεντρική πλατεία, σκαρφαλώνουν με σκάλες πάνω απ’ τα κάγκελα και λαμβάνουν μέρος στα διαδραματιζόμενα από μακριά.

Κάποτε ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο κανονισμένο, ώστε ένα τέταρτο της βεράντας να είναι κατειλημμένο από το συνταγματάρχη, ο υπόλοιπος δε χώρος γέμιζε από τον κόσμο. Μερικοί στρατιώτες επιτηρούσαν τα πάντα και κάποιοι απ’ αυτούς βρισκόντουσαν πίσω του, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο. Στην πραγματικότητα, ένας μονάχα στρατιώτης θα ήταν αρκετός· τόσο μεγάλος ήταν ο φόβος που νιώθαμε μπροστά τος. Δεν ξέρω ακριβώς από πού έρχονται αυτοί οι στρατιώτες, οπωσδήποτε από πολύ μακριά, όλοι μοιάζουν πάρα πολύ μεταξύ τους, η στολή δεν τους χρειάζεται καν. Είναι μικροκαμωμένοι, όχι δυνατοί, αλλά ευκίνητοι άνθρωποι και το πιο χτυπητό και εντυπωσιακό τους χαρακτηριστικό είναι η γερή μασέλα που γεμίζει το στόμα τους στην κυριολεξία και ένα ειδικά ανήσυχο αστραποβόλημα των μικρών, στενών ματιών τους. Μα αυτά ακριβώς όλα είναι ο φόβος των παιδιών και η χαρά τους επίσης, γιατί τα παιδιά θέλουν διαρκώς να αισθάνονται φόβο απ’ αυτή τη μασέλα και απ’ αυτά τα μάτια, και κατόπιν να το βάζουν στα πόδια απελπισμένα.

Αυτό ο τρόμος τη παιδικής ηλικίας δε σβήνει ίσως ούτε κι από τους ηλικιωμένους, τουλάχιστον επιδρά πιο έμμεσα και πιο μακροπρόθεσμα. σ’ αυτό βέβαια συντρέχουν κι άλλα πράγματα μαζί. Οι στρατιώτες μιλάνε μια άγνωστη σ’ εμάς διάλεκτο, τη δικιά μας δεν μπορούν να τη συνηθίσουν με κανέναν τρόπο· αυτό τους δημιουργεί μια κάποια απομόνωση, τους κάνει απρόσιτους κι ετούτο βέβαια ταιριάζει απόλυτα με το χαρακτήρα τους, τόσο ήσυχοι, σοβαροί και αλύγιστοι είναι. Στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα κακό, αλλά με μια ορισμένη κακή έννοια είναι ανυπόφοροι. Ένας στρατιώτης μπαίνει, π.χ., σε κάποιο κατάστημα, αγοράζει κατιτί ασήμαντο και μένει εκεί, στηριγμένος στον πάγκο, ακούει τις συζητήσεις που γίνονται γύρω τους, κατά πάσα πιθανότητα δεν τις καταλαβαίνει, αλλά η έκφρασή του δείχνει ότι καταλαβαίνει τα πάντα, ο ίδιος δε βγάζει την παραμικρή λέξη απ’ το στόμα του, κοιτάζει μονάχα σαν μαρμαρωμένος αυτόν που μιλάει, κατόπιν αυτούς που ακούνε και στηρίζει το χέρι του στη λαβή του μακριού μαχαιριού που είναι περασμένο στη ζώνη του. Αυτό είναι αηδιαστικό, χάνει κανείς κάθε ενδιαφέρον για συζήτηση, το κατάστημα αδειάζει και τότε μόνον, όταν αδειάσει τελείως, φεύγει και ο στρατιώτης. Όπου εμφανίζονται λοιπόν οι στρατιώτες , ο ανήσυχος λαός μας ηρεμεί.

Έτσι ήταν και τότε. Όπως σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις, ο συνταγματάρχης στεκόταν εκεί, φουσκωμένος και άκαμπτος, κρατώντας στα τεντωμένα του χέρια δυο μακριά κοντάρια από μπαμπού. Αυτό είναι ένα πανάρχαιο έθιμο, που σημαίνει πάνω κάτω ότι έτσι στηρίζει αυτός το νόμο και έτσι ο νόμος στηρίζει εκείνον. Κι ο καθένας βέβαια γνωρίζει πάρα πολύ καλά τι τον περιμένει επάνω στη βεράντα. Έτσι και τότε, αυτός που είχε αναλάβει να μιλήσει δεν τολμούσε να μιλήσει, στεκόταν κιόλας μπροστά  στο συνταγματάρχη, κατόπιν όμως το θάρρος του τον εγκατέλειψε και μαζεύτηκε ξανά πίσω στο πλήθος με διάφορες προφάσεις. Εκτός απ’ αυτόν δε βρέθηκε κανένας πιο κατάλληλος, που να είναι πρόθυμος να μιλήσει – από τους ακατάλληλους προσφέρθηκαν βέβαια μερικοί – , έγινε μια μεγάλη φασαρία κι έστειλαν αγγελιαφόρους σε διάφορους πολίτες, γνωστούς ομιλητές. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συνταγματάρχης παρέμενε εκεί, ακίνητος, μονάχα το στήθος του φούσκων αισθητά αναπνέοντας. Όχι, βέβαια, πως ανάπνεε βαριά, ανάπνεε μόνον υπερβολικά αισθητά, όπως π.χ. αναπνέουν οι βάτραχοι – μονάχα που αυτοί αναπνέουν πάντοτε έτσι, αυτό όμως εδώ ήταν  κάτι το έκτακτο.

Τρύπωσα ανάμεσα στους μεγάλους και τον παρατηρούσα, από το άνοιγμα που άφηναν δυο στρατιώτες, για πάρα πολλήν ώρα, ώσπου ο ένας απ’ αυτούς μου έριξε μια με το γόνατο και μ’ έσπρωξε πίσω.

Στο μεταξύ, αυτός που είχε οριστεί να μιλήσει, είχε σταθεί στα πόδια του και, στηριζόμενος γερά από δυο συμπολίτες, έκανε την προσφώνηση. Ήταν συγκινητικότατο, πως ετούτος εδώ, κατά τη διάρκεια της σοβαρής του ομιλίας που περιέγραφε τη μεγάλη καταστροφή, χαμογελούσε συνεχώς, ένα δουλοπρεπέστατο και κακόμοιρο γελάκι που μάταια πάσκιζε να προκαλέσει έστω και μιαν αμυδρή αντανάκλαση στο παγωμένο πρόσωπο του συνταγματάρχη. Στο τέλος, διατύπωσε την παράκληση, νομίζω παρακάλεσε μονάχα για φτηνή οικοδομική ξυλεία από τα αυτοκρατορικά δάση. Κατόπιν έκανε μια πολύ βαθιά υπόκλιση κι έμεινε σ’ αυτή τη στάση για αρκετήν ώρα, όπως όλοι οι άλλοι, εκτός από το συνταγματάρχη, τους στρατιώτες και μερικούς υπαλλήλους πίσω πίσω.

Φαινόταν γελοίο σ’ ένα παιδί σαν κι εμένα, πως αυτοί στην κορφή της σκάλας, στις άκρες της βεράντας, κατέβηκαν κάνα δυο σκαλιά για να μην τους δει κανένας κατά τη διάρκεια αυτής της αποφασιστικής παύσης και μονάχα πού και πού, γεμάτοι περιέργεια, κατασκόπευαν τον κόσμο πάνω από το δάπεδο της βεράντας. Αυτό διάρκεσε κάμποσην ώρα· κατόπιν ένας υπάλληλος, κάποιος μικροκαμωμένος άντρας, παρουσιάστηκε μπρος στο συνταγματάρχη, προσπάθησε να τον φτάσει, πατώντας στις μύτες των ποδιών. Εκείνος, που, εκτός από τις βαθιές ανάσες που έπαιρνε, εξακολουθούσε να παραμένει εκνευριστικά ακίνητος, του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και ο υπάλληλος ανακοίνωσε: “Η αίτησις απορρίπτεται. Απομακρυνθείτε!”

Ένα αληθινό αίσθημα ανακούφισης έκανε το πλήθος να θροϊσει σαν τρικυμισμένη θάλασσα, όλοι σπρωχνόντουσαν προς τα έξω. Το συνταγματάρχη, που τυπικά είχε γίνει ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους εμάς, δεν τον πρόσεχε κανένας ιδιαίτερα, εγώ πρόσεξα μονάχα ότι αυτός, αληθινά εξουθενωμένος, άφησε τα ραβδιά να πέσουν κάτω, βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα που του την έφεραν συρτή οι υπάλληλοι και έβαλε γρήγορα την πίπα στο στόμα του.

Αυτό το επεισόδιο βέβαια δεν είναι το μοναδικό, έτσι συμβαίνει πάντοτε. Συμβαίνει, βέβαια, πού και πού, μερικά αιτήματα να γίνονται αποδεκτά, αλλά τότε αυτό γίνεται σαν να το κάνει ο συνταγματάρχης με προσωπική του ευθύνη, σαν πανίσχυρος ιδιώτης, κι αυτό βέβαια πρέπει να κρατηθεί τυπικά μυστικό από την κυβέρνηση.

Βέβαια, στη μικρή μας πόλη, τα μάτια του συνταγματάρχη, όσο μπορούμε φυσικά να κρίνουμε εμείς, είναι επίσης και τα μάτια της κυβέρνησης. εδώ υπάρχει κάποιο χάσμα στην υπόθεση και μια εξαίρεση, που είναι δύσκολο να εξηγηθεί ικανοποιητικά. Για σπουδαία, όμως, θέματα η κοινότητα μπορεί να είναι από την αρχή σίγουρη για την επικείμενη άρνηση.

Και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο αξιοπερίεργο το να μην μπορεί κανείς να αισθανθεί καλά δίχως αυτή την άρνηση. Ενώ, τουναντίον, αυτό το πάρε-δώσε της απόρριψης δεν είναι με κανέναν τρόπο μια τυπικότητα. Πηγαίνει κανείς εκεί κάθε φορά φρέσκος και σοβαρός, και φεύγει ξανά από κει, όχι βέβαια σώνει και καλά κορδωμένος.

Γι’ αυτά τα πράγματα δε χρειάζεται να καταφύγω στα φώτα κανενός, τα νιώθω βαθιά μέσα μου, όπως και όλοι οι άλλοι. Και ούτε έχω την παραμικρή περιέργεια να ερευνήσω τις συνάφειες αυτών των πραγμάτων.

Υπάρχει, εντούτοις, όσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι παρατηρήσεις μου, μια ορισμένη ηλικία που δεν είναι ευχαριστημένη. Είναι τα νέα παιδιά που η ηλικία τους κυμαίνεται ανάμεσα στα δεκαεφτά και στα είκοσι. Δηλαδή, πολύ νεαρά παιδιά, που το βεληνεκές της πιο ασήμαντης σκέψης – και ειδικά μάλιστα μιας επαναστατικής – δεν μπορούν να διανοηθούν πόσο μεγάλο μπορεί να είναι, πόσο μάλλον μιας πέρα για πέρα επαναστατικής. Και ακριβώς ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκει η δυσαρέσκεια δρόμο για να εισχωρήσει.

___________________________________________________________________________

Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα

Φραντς Κάφκα
Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα
Μετάφραση: Γιώργος Κώνστας
Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Αθήνα 1989
222 σελ.
ISBN 960-208-130-9
Τιμή € 8,52

 

  • Franz Kafka, 1883-1924

Ο Φραντς Κάφκα γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου του 1883 στην Πράγα από γονείς Εβραίους: από έναν πατέρα αυταρχικό, που κατόρθωσε να γίνει εύπορος υφασματέμπορος, κι από μια μάνα τρυφερή που, αντίθετα με τον πατέρα του, είχε μεγαλώσει μέσα σ’ έναν περίγυρο βαθιά μορφωμένων ανθρώπων. Ο Φραντς ήταν ο πρωτότοκος. Είχε τρεις αδελφές και δύο αδελφούς, οι οποίοι πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και κυρίως οι σχέσεις με τον αυταρχικό και άξεστο πατέρα του, στοίχειωσαν τη ζωή του.

Μετά το γυμνάσιο, υπακούοντας στην επιθυμία του πατέρα του, ο Κάφκα αφού παρακολούθησε ορισμένα πανεπιστημιακά μαθήματα γερμανικής φιλολογίας, σπούδασε τελικά νομικά. Στο πανεπιστήμιο γνωρίστηκε με διάφορους γερμανόφωνους εκκολαπτόμενους λογοτέχνες όπως ο Μαξ Μπροντ, που έγινε επιστήθιος φίλος του. Στη συνέχεια εργάστηκε επί δεκατέσσερα χρόνια, πρώτα σε μια ασφαλιστική εταιρεία και μετά στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας. Τις νύχτες του αφιέρωνε στο γράψιμο. Αυτό ήταν το μεγάλο του πάθος. Ήξερε ότι ο προορισμός του ήταν το γράψιμο, αλλά δεν κατάφερε -δεν τόλμησε- να το κάνει επάγγελμά του. Ελάχιστα κείμενά του δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, όπως η περίφημη «Μεταμόρφωση» (1916), «Η αποικία των τιμωρημένων», το «Ένας αγροτικός γιατρός», καθώς και «Το γράμμα στον πατέρα» (1919). Το 1914 αρραβωνιάστηκε τη Φελίτσε Μπάουερ, την οποία είχε γνωρίσει στο σπίτι του Μπροντ και με την οποία αλληλογραφούσε επί δύο χρόνια, διέλυσε όμως τον αρραβώνα επειδή ένιωθε ανίκανος να αντιμετωπίσει το γάμο. Άλλη μια απόπειρά του να παντρευτεί τη Φελίτσε κατέληξε σε αποτυχία, αφού το 1917 έγινε γνωστό ότι πάσχει από φυματίωση και μπήκε σε σανατόριο -με τη συμπαράσταση της αδελφής του Ότλα. Το 1923, σε ένα ταξίδι του στη Βαλτική, γνώρισε τη χειραφετημένη εβραία νηπιαγωγό Dora Diamant και μετά από λίγο μετακόμισε στο σπίτι της στο Βερολίνο, προσπαθώντας να ξεφύγει από την επίδραση της οικογένειάς του και να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Πέθανε όμως φυματικός στις 3 Ιουνίου του 1924. Γενικά, η ζωή του υπήρξε απλή, χωρίς πολλές μετακινήσεις και μακρινά ταξίδια. Χωρίς «μεγάλες συναντήσεις». Λίγο πριν πεθάνει, παρακάλεσε τον Μπροντ να καταστρέψει τα έργα του, εντολή που αυτός ευτυχώς παράκουσε. Ο Μπροντ επιμελήθηκε τα τρία ημιτελή μυθιστορήματά του και τα εξέδωσε: «Η δίκη» (1925), «Ο Πύργος» (1926), «Αμερική» (1927).

Μ’ όλο που έχει διασωθεί ένα πολυσέλιδο ημερολόγιό του (3.000 σελ.), πολλά από τη ζωή του Κάφκα παραμένουν άγνωστα. Τούτο οφείλεται ιδιαίτερα ατα πολιτικά γεγονότα μεταξύ 1933 και 1945: Στο Βερολίνο, στο σπίτι της Dora Diamant, της πιστής φίλης του στα ύστερα χρόνια της ζωής του, κατασχέθηκε από τη Γκεστάπο μια δέσμη από χειρόγραφά του που θεωρούνται σήμερα χαμένα. Το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση των έργων του. Οι μάρτυρες της ζωής του, οι τρεις αδελφές του, φίλοι, συγγενείς, θανατώθηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα αρχεία καταστράφηκαν. Η βιβλιοθήκη και πολλά γράμματά του χάθηκαν. Το έργο του, αρχικά γνωστό σ’ ένα μικρό μόνο λογοτεχνικό κύκλο της Γερμανίας, διαδόθηκε μετά το θάνατό του στη Γαλλία, χάρη στους H. Breton, A. Camus και J. P. Sartre, ύστερα στην Αγγλία και Αμερική και τελευταία στη Ρωσία. Οι πρώτες μεταφράσεις στα Τσεχικά δημοσιεύτηκαν το 1957 στην Πράγα.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΔΩ:

Φραντς Κάφκα, ένας μεγάλος του 20ού αιώνα

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή