Για την Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου και τα νεανικά χρόνια της

Διαμόρφωσε μία γενιά μαθητών και μαθητριών, των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, παρέχοντάς τους ένα έγκυρο εργαλείο για τη μελέτη της ιστορίας

by ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ
  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

«Χειμώνας στη φύση, χειμώνας και στη ψυχή». Αυτό τον τίτλο έχει ένα υπέροχο διήγημα, που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του μαθητικού περιοδικού «Άμιλλα», το οποίο κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1934 στο Παλαιό Φάληρο. Η συγγραφέας του, μια μαθήτρια της ΣΤ΄ Τάξης του Γυμνασίου, ξεδιπλώνει με χάρη το ταλέντο της και δείχνει ότι αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο άτομο.
Η μαθήτρια ονομαζόταν Κατίνα Παπαδάκη. Είχε γεννηθεί στις 29 Νοεμβρίου 1917 στην Αθήνα. Ήταν το πρώτο, από τα επτά παιδιά, του Σταύρου και της Μαρίας Παπαδάκη.

Οι ρίζες της οικογένειας του πατέρα της ήταν από την Κρήτη. Την άνοιξη του 1824, μετά το άδοξο τέλος της πρώτης φάσης της Επανάστασης του 1821 στο νησί, τα μέλη της βρέθηκαν ως πρόσφυγες στη Μονεμβασία. Αργότερα, μετακινήθηκαν στην Αθήνα.
Το 1923, η πολυμελής οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Παλαιό Φάληρο. Το σπίτι της, βρισκόταν στην οδό Αγίου Αλεξάνδρου, στο σημερινό κεντρικό δρόμο.

Η Κατίνα Παπαδάκη, ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου, έδειξε δείγματα των ικανοτήτων της. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοί της μιλούσαν κολακευτικά για τις επιδόσεις της και προδιέγραφαν γι’ αυτήν ένα λαμπρό μέλλον.
Τα χρόνια του Γυμνασίου αποκαλύφθηκε ακόμη περισσότερο το ταλέντο της. Σε αυτό βοήθησε, κατά ένα μεγάλο βαθμό, το καινούργιο της περιβάλλον. Στο Μικτό Γυμνάσιο Παλαιού Φαλήρου, ιδρυμένο το 1927, δίδασκαν σημαντικοί εκπαιδευτικοί. Μεταξύ αυτών ήταν ο μαθηματικός Σταμάτιος Σταματιάδης, από τους γνωστότερους γλωσσολόγους της εποχής, που υπέγραφε τα κείμενά του με το φιλολογικό ψευδώνυμο Ελισαίος Γιανίδης. Στο Σχολείο, είχε δημιουργήσει ένα πνευματικό όμιλο, στον οποίο συμμετείχαν μαθητές και μαθήτριες, με κύριο αντικείμενο συζήτησης την υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και την τονική μεταρρύθμιση. Η γνωριμία της Κατίνας Παπαδάκη με τον Ελισαίο Γιαννίδη και η παρακολούθηση των συζητήσεων που οργάνωνε καθόρισαν τους μετέπειτα προσανατολισμούς της.

Το φθινόπωρο του 1933, αποφασίστηκε από τη μαθητική κοινότητα του Γυμνασίου η έκδοση περιοδικού. Είχε τον τίτλο «Άμιλλα» και τον υπότιτλο «Μηνιαίο Μαθητικό Περιοδικό». Κυκλοφόρησαν έξι τεύχη από τον Ιανουάριο του 1934 ώς τον Ιανουάριο του 1935. Στις σελίδες του δημοσιεύονταν κείμενα μαθητών και μαθητριών του Γυμνασίου Παλαιού Φαλήρου: διηγήματα, χρονογραφήματα, στίχοι και εκθέσεις. Ακόμα, πνευματικές ασκήσεις και περιγραφές εκδηλώσεων και εκδρομών του Γυμνασίου. Συντάκτες των κειμένων ήταν δεκάδες μαθητές και μαθήτριες, όλων των τάξεων του Γυμνασίου Παλαιού Φαλήρου. Το περιοδικό, συγκαταλέγεται στα καλύτερα μαθητικά έντυπα του Μεσοπολέμου.

Η Κατίνα Παπαδάκη, μαθήτρια της ΣΤ΄ Γυμνασίου, συμμετείχε στη συντακτική επιτροπής έκδοσης της «Άμιλλας» ενώ παράλληλα έγραφε. Στα πέντε πρώτα τεύχη, δημοσιεύτηκαν τα ακόλουθα κείμενά της: «Χειμώνας στη φύση, χειμώνας και στη ψυχή» (τχ. 1), «Το πρώτο αντίκρυσμα της ζωής» (τχ. 2), «Κάποιο απομεσήμερο» (τχ. 3), «Ιερές σκιές των αθάνατων μεγάλων μας νεκρών» (τχ. 4) και «Μυκήναι» (τχ. 5).

Τα τρία πρώτα ήταν διηγήματα, το τέταρτο η ομιλία της σε μνημόσυνο που τέλεσε η Κοινότητα Παλαιού Φαλήρου υπέρ των πεσόντων στους πολέμους και το πέμπτο οι εντυπώσεις της από σχολική εκδρομή στις Μυκήνες.

Όλα τα κείμενά της είναι γραμμένα στη δημοτική γλώσσα την οποία δείχνει να χειρίζεται πολύ καλά. Ως προς τα διηγήματα, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και αποκαλύπτουν αρκετά ως προς την προσωπικότητα της μαθήτριας.

Οι συμμαθητές και συμμαθήτριές της στο Γυμνάσιο του Παλαιού Φαλήρου διατηρούσαν έντονα στη μνήμη τους τις κινήσεις της εκείνης της περιόδου. Καθημερινά αγωνιούσε για τη συγκέντρωση της ύλης κάθε τεύχους. Πίεζε για το γράψιμο ωραίων κειμένων, συνεργαζόταν με τους συντάκτες τους, φρόντιζε για την αποστολή της ύλης στο τυπογραφείο, παραλάμβανε τα δοκίμια και επέφερε τις αναγκαίες διορθώσεις. Συχνά μετέβαινε με τα πόδια στην Αθήνα, όπου βρισκόταν το Τυπογραφείο, ώστε να διαπιστώσει από κοντά ότι η εκτύπωση κυλούσε ομαλά και το τεύχος θα παραδιδόταν έγκαιρα.

Λίγους μήνες ύστερα από το εκδοτικό εγχείρημα της «Άμιλλας», το φθινόπωρο του 1934, η Κατίνα Παπαδάκη γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το πρώτο κιόλας έτος διάλεξε να φοιτήσει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, δείχνοντας προτίμηση για την ύστερη βυζαντινή και τη νεοελληνική ιστορία. Παρακολουθούσε συστηματικά τις παραδόσεις των καθηγητών της Κωνσταντίνου Αμάντου (ιστορία), Νίκου Βέη (φιλολογία), Σωκράτους Κουγέα (ιστορία των ανατολικών λαών, παλαιογραφία, κωδικολογία) και Φαίδωνος Κουκουλέ (λαϊκός βίος). Τα φροντιστηριακά μαθήματα, κυρίως του Κωνσταντίνου Αμάντου, τη βοήθησαν πολλαπλά.

Δεν ήταν άνθρωπος, ωστόσο, μόνο των αμφιθεάτρων. Στο ανατολικό προαύλιο του κεντρικού πανεπιστημιακού κτηρίου, όπου στα διαλείμματα κορυφώνονταν συνήθως οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, συμμετείχε με πάθος. Έχοντας από τα μαθητικά της χρόνια επηρεαστεί από τις σοσιαλιστικές ιδέες, διατηρούσε χαλαρή επαφή με την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος. Μέλη της συντροφιάς της ήταν οι Τάσος Βουρνάς, Ελένη Γαρίδη, Μπάμπης Δρακόπουλος και Όλγα Ρομπάκη. Όλοι τους, φοιτούσαν την ίδια περίοδο στη Φιλοσοφική Σχολή.

Από το πρώτο κιόλας έτος φοίτησής της ερωτεύτηκε τον Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο, νεαρό δικηγόρο, που επεξεργαζόταν τότε τη διδακτορική διατριβή του για το Επαρχικόν Βιβλίον του Λέοντος του Σοφού και τις συντεχνίες στο Βυζάντιο. Στα φοιτητικά χρόνια του ήταν αρχειομαρξιστής και στη συνέχεια τροτσκιστής. Θα συμπορευτούν για εξήντα περίπου χρόνια.

Ο Νίκος Σβορώνος, σε κατά καιρούς συζητήσεις του, συχνά αναφερόταν πόσο ευεργετικές για τον ίδιο υπήρξαν οι καθημερινές συζητήσεις που είχε με τη συντροφιά του των προπολεμικών χρόνων. Την αποτελούσαν οι Σοφία Αναστασιάδη, Νίκος Ζαφειρόπουλος, Μιχαήλ Σακελλαρίου, Μανόλης Χατζηδάκης και Αναστάσιος Χριστοφιλόπουλος. Περιέγραφε μάλιστα την ημέρα, που εντάχθηκε σε αυτήν η Κατίνα Παπαδάκη. Η νεαρή φοιτήτρια, που ήταν φανατική δημοτικίστρια, ενδιαφερόταν για την ιστορία και είχε αποκρυσταλλωμένες πολιτικές θέσεις, εντυπωσίασε με τον δυναμισμό της όλα τα μέλη της παρέας.

Παράλληλα με την παρακολούθηση των μαθημάτων της στο πανεπιστήμιο, η Κατίνα Παπαδάκη, δεν έμεινε αδρανής ούτε στον τόπο διαμονής της. Σε συνεργασία με άλλους συνομηλίκους της ίδρυσε εκείνα τα χρόνια τον «Όμιλο Νέων Παλαιού Φαλήρου» (αργότερα «Φαληρικός Όμιλος Νέων»).

Η δράση του Ομίλου, που περιλάμβανε αρκετά τμήματα, υπήρξε πλούσια. Οργάνωσε σειρά διαλέξεων και συζητήσεων με διαπρεπείς επιστήμονες καθώς επίσης το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων.

Μεγάλη αίσθηση είχε προκαλέσει η ομιλία του γνωστού κοινωνιολόγου Δημοσθένη Δανιηλίδη αλλά και το ανέβασμα της παράστασης του έργου του Τζόρτζ Μπέρναρντ Σω «Ο άνθρωπος και τα όπλα». Η σκηνοθεσία ήταν του Μίμη Τραϊφόρου ενώ τους ρόλους έπαιξαν νέοι και νέες του Ομίλου.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κατίνα Παπαδάκη, παρακολουθούσε στενότερα τα μαθήματα των Κωνσταντίνου Αμάντου. Προσηνής και με ζωηρό ενδιαφέρον για τους μαθητές και τις μαθήτριές του ο Χιώτης καθηγητής, θεωρούσε αδιάσπαστη την ενότητα του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα ώς τις μέρες μας, και τους παρότρυνε να εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Στις φροντιστηριακές εργασίες που τους ανάθετε να συντάξουν, εφιστούσε την προσοχή τους στην ανάπτυξη του προβληματισμού τους και στην εξαγωγή πρωτότυπων συμπερασμάτων.

Κάτω από την καθοδήγησή του, η νεαρή φοιτήτρια άρχισε να μελετά θέματα της βυζαντινής ιστορίας. Η στροφή της προς τον βυζαντινό κόσμο, όπως εξομολογήθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα, έγινε ασυναίσθητα. Νωπές ήταν ακόμη στη μνήμη της
οι αναμνήσεις της από την άφιξη αρμενικών προσφυγικών οικογενειών στην γειτονιά της στο Παλαιό Φάληρο. Ζούσαν σε εγκαταλειμμένα σπίτια, κάτω από άθλιες συνθήκες, ικετεύοντας βοήθεια.

Παρακολουθούσε ωστόσο με αδιάπτωτο ενδιαφέρον και τα πολιτικά γεγονότα της εποχής. Επηρεασμένη από την πολιτική δράση του συντρόφου της, φαίνεται ότι αποτελούσε μέλος κάποιας από τις ολιγομελείς τροτσκιστικές οργανώσεις που ανέπτυσσαν δράση, κάτω από άκρα συνωμοτικότητα, την περίοδο της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου

Όταν, σε κάποια από τις συναντήσεις μας, της ζήτησα περισσότερες πληροφορίες για αυτήν την πτυχή της προπολεμικής δράσης της, αρκέστηκε να χαμογελάσει. «Θα τα πούμε άλλη φορά αυτά», μου απάντησε και έστρεψε τη συζήτηση σε άλλο θέμα. Αυτή, η άλλη φορά, από δική μου υπαιτιότητα, δεν ήλθε ποτέ.

Οι πολιτικοί προσανατολισμοί της νεαρής φοιτήτριας συμβάδιζαν με εκείνους σημαντικού τμήματος της νεολαίας της εποχής. Έχοντας αυτό ελκυστεί αρχικά από τις κομουνιστικές ιδέες άρχισε σταδιακά να αποστασιοποιείται και να τηρεί κριτική στάση απέναντι σε όσα συνέβαιναν στην Σοβιετική Ένωση. Εμβρόντητο, παρακολουθούσε τις προσπάθειες του Ιωσήφ Στάλιν να επικρατήσει πλήρως. Με τις Δίκες της Μόσχας, την περίοδο 1936-1938, εξόντωσε όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του. Η αρχικά κριτική στάση των νέων μετατράπηκε σε άρνηση. Πάνω σε αυτό το έδαφος στηρίχτηκε η ενδυνάμωση του τροτσκιστικού χώρου εκείνη την περίοδο. Το πρόσωπο του Λέοντα Τρότσκι αποτελούσε για όλους σημείο αναφοράς.

Το 1939 η Κατίνα Παπαδάκη ήταν πλέον πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Κωνσταντίνος Άμαντος, που είχε διαβλέψει από νωρίς το μεγάλο ενδιαφέρον της για τη βυζαντινή ιστορία, της συνέστησε να συνεχίσει τις σπουδές της. Με συστατική επιστολή του, πήρε υποτροφία του Ιδρύματος Χούμπολτ, για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αυστρία και τη Γερμανία. Ο Αναστάσιος Χριστοφιλόπουλος, συνεχίζοντας τις σπουδές του, ζούσε ήδη εκεί.

Οι συνεργάτες του τόμου: «Αφιέρωμα εις Κ. Ι. Άμαντον» (Αθήνα, Τυπ. Κ. Λ. Κυριακούλη, 1940).

 

Πριν όμως από την αναχώρησή της η νεαρή πτυχιούχος θέλησε με τον τρόπο της να τιμήσει τον δάσκαλό της. Στις 31 Αυγούστου 1939, με αφορμή την αποχώρηση από το Πανεπιστήμιο Αθηνών λόγω ορίου ηλικίας του Κωνσταντίνου Αμάντου, παλαιότεροι αλλά και νεότεροι μαθητές του έκριναν σκόπιμο να τον τιμήσουν με την έκδοση αναμνηστικού επιστημονικού τόμου. Μεταξύ εκείνων που συνεργάστηκαν ήταν και εκείνη. Στον ογκώδη τόμο, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1940, δημοσιεύτηκε το άρθρο της «Οι περιηγηταί και ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας τον 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ.». Με αυτό, ουσιαστικά, έκανε την είσοδό της στον επιστημονικό χώρο.

Τα επόμενα πέντε χρόνια η Κατίνα Παπαδάκη βρέθηκε για μεταπτυχιακές σπουδές αρχικά στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και έπειτα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ιδιαίτερα χρήσιμα για αυτήν, από πλευράς μεθοδολογίας και ευρύτερου προβληματισμού, υπήρξαν τα φροντιστήρια του γνωστού βυζαντινολόγου Franz Dölger, τα οποία παρακολουθούσε ανελλιπώς στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Της άνοιξαν, όπως παραδεχόταν και η ίδια αργότερα, καινούργιους ορίζοντες.

Εξίσου τη βοήθησαν, ωστόσο, και τα φροντιστήρια του H. Bengston, υφηγητή τότε αρχαίας και ρωμαϊκής ιστορίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Όλη αυτή την περίοδο, καθώς δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, έζησε από κοντά τις πολεμικές περιπέτειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Επιστρέφοντας μαζί με τον σύντροφό της στην Ελλάδα, στα τέλη του 1945, τα επιστημονικά ενδιαφέροντά της ήταν πλέον εστιασμένα στη μελέτη του Βυζαντίου. Μετά τον γάμο της, συνέχισε την επεξεργασία του υλικού που είχε συγκεντρώσει τα προηγούμενα χρόνια ενώ παράλληλα εργαζόταν στο Γυμνάσιο της Γαλλικής Σχολής «Άγιος Ιωσήφ».

Τρία χρόνια αργότερα, ως Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, υποστήριξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τη διατριβή της και ανακηρύχτηκε αριστούχος διδάκτορας. Τυπώθηκε την επόμενη χρονιά, με τον τίτλο «Η Σύγκλητος εις το Βυζαντινόν Κράτος» (Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1949). Παρά τα εβδομήντα και πλέον χρόνια που έχουν περάσει από τη δημοσίευσή της παραμένει σημείο αναφοράς για τους βυζαντινολόγους.

Η μετέπειτα εντυπωσιακή πορεία της, με αποκορύφωμα την κατάληψη της έδρας Βυζαντινής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1972, συνδέονται άμεσα με την εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών εκείνες τις δεκαετίες στην πατρίδα μας.

Από το πλουσιότατο συγγραφικό έργο της αυτής της περιόδου, ξεχωρίζει το θεμελιώδες τετράτομο έργο της «Βυζαντινή Ιστορία», το οποίο καλύπτει την περίοδο 324-1204 μ.Χ. Οι κριτικές για αυτό διεθνώς υπήρξαν εγκωμιαστικές. Όλοι οι τόμοι, ενδεικτικό της μεγάλης απήχησης που γνώρισαν, ανατυπώθηκαν με βιβλιογραφική ενημέρωση. Οι δύο πρώτοι, μάλιστα, μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το έργο, αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για όσους επιχειρούν να προσεγγίσουν τη Βυζαντινή Ιστορία.

Με το βιβλίο της «Εισαγωγή στις ιστορικές σπουδές» (Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1978, με πολλές ανατυπώσεις την επόμενη πενταετία), το οποίο διδασκόταν και στο Λύκειο, άνοιξε νέους ορίζοντες. Διαμόρφωσε μία γενιά μαθητών και μαθητριών, των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, παρέχοντάς τους ένα έγκυρο εργαλείο για τη μελέτη της ιστορίας.

Μετά τη συνταξιοδότησή της, το 1985, εξακολούθησε να εργάζεται επιστημονικά και να δημοσιεύει εργασίες της σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά. Αποτελούσαν ουσιαστικές συμβολές στα θέματα που διαπραγματεύονταν.

Αξίζει, από αυτήν την περίοδο, να αναφερθούν τα βιβλία της «Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1204. Κράτος, διοίκηση, οικονομία, κοινωνία» (Αθήνα, Ηρόδοτος, 2004) και «Βυζαντινή Αυτοκρατορία ‒ Νεότερος Ελληνισμός. Συμβολή στην έρευνα», τόμ. Α΄-Γ΄ (Αθήνα, Ηρόδοτος, 2006).

Τη θυμήθηκα σήμερα, επέτειο του θανάτου της.
Πέθανε τα ξημερώματα της Κυριακής 14 Οκτωβρίου 2012. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη το απόγευμα της Τρίτης 16 Οκτωβρίου στην εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου Παλαιού Φαλήρου. Κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου.

The following two tabs change content below.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή