Για την ελληνικότητα

by Times Newsroom 1
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΤΟ ΠΡΩΤΟ και πιο χαρακτηριστικό φανέρωμα ελληνικότητας είναι η γλώσσα. Η εντελής κατοχή της γλώσσας, ανάλογα με τη μόρφωση και τις πνευματικές δυνατότητες του ατόμου.

Το κριτήριο της γλώσσας δεν είναι ολότελα άσφαλτο, γιατί υπήρξαν πολλοί μισέλληνες, ακόμα και προδότες, που μιλούσαν – και έγραφαν – θαυμάσια την ελληνική. Συνήθως όμως έτσι χαρακτηρίζουμε εκ πρώτης όψεως ένα άτομο· από τη γλώσσα που μιλάει ή προτιμάει να μιλάει. Με την εξαίρεση, λοιπόν, των προδοτικών περιπτώσεων, κανόνας βασικός για την ελληνικότητα είναι η σχετική με τις δυνατότητες κατοχή της γλώσσας.

Η εσωτερική πλευρά αυτού του φανερώματος είναι ότι ο άνθρωπος μέσα του συνάπτει, χαϊδεύει, αγαπά, μισεί και γενικά σκέπτεται τα πράγματα και τα γεγονότα με τις ελληνικές λέξεις και φράσεις, που εκτός όλων των άλλων κρύβουν εντός τους όλη την ώς τώρα ελληνική ψυχή και ιστορία. Ο άνθρωπος που κατέχει την ελληνική γλώσσα και σκέπτεται σ’ αυτήν είναι καταρχήν ένα μορφωμένο άτομο, έχει λάβει την μεγάλη – την μέγιστη – μόρφωση, που παρέχει η ελληνική οικογένεια και κοινωνία. Αυτό ισχύει και για τα άτομα των άλλων γλώσσών, μα τώρα δεν μας ενδιαφέρει.

Η εκμάθηση της ελληνικής και των τρόπων της είναι αυτόματη εμβάθυνση μέσα στην ελληνικότητα. Δηλαδή, η μη καλή κατοχή της γλώσσας δεν αποτελεί μόνον αγραμματοσύνη ή ανικανότητα, αποτελεί και πτωχική παρουσία του ελληνικού κόσμου μέσα μας. Ακόμα και η καλή, η παραδοσιακή, προφορά της κοινής γλώσσας, αλλά και του σχετικού με μας ιδιωματός της, έχει συνειδησιακή σημασία.

Η κατά κάποιο τρόπο εκμάθηση άλλη γλώσσας, ιδίως από τους ολιγογράμματους ή αγράμματους, επηρεάζει, λίγο ή πολύ, τη συνείδηση. Κάτι μένει, μια μικρή συμπάθεια προς τον άλλο κόσμο μένει. Και λέω «άλλο κόσμο», γιατί από γλώσσα σε γλώσσα άλλος είναι ο κόσμος. Έχι διαφορετική κλίμακα αξιών, διαφορετικούς προσανατολισμούς και φωτισμούς, διαφορετική πνευματικότητα εκλύεται, η οποία δεν αντιτίθεται πάντοτε προς την ελληνικότητα του ατόμου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει οι απλοί να μαθαίνουν ξένες γλώσσες – θα ήταν αστείο – αλλά πρέπει, πιστεύω, να δημιουργηθούν από το οργανωμένο σύνολο περισσότερα αντίβαρα. Πιαθνώς, η ακόμη εντονότερη και πληρέστερη γλώσσική διδασκαλία στο σχολείο, η επάνοδος και άλλων γλωσσικών ιστορικών μορφών.

Άλλος σπουδαίος όρος ελληνικότητας είναι ο πατριωτισμός. Σε μη κρίσιμες εποχές, τα φανερώματά του είναι λιγότερο ορατά, γι’ αυτό προαναφέραμε τον γλωσσικό κόσμο. Άλλωστε, είναι σπάνιο και άξιο θαυμασμού το πατριωτικό φαινόμενο, όταν συμβαίνει χωρίς κατοχή της αντίστοιχης γλώσσας. Και δεν μου διαφεύγουν αρκετές αλλόγλωσσες λαϊκές περιπτώσεις και σε μας παλιότερα, αλλά εκεί έπαιξε μεγάλο ρόλο και η πατριαρχική ορθοδοξία, που είχε ταχθεί με τον ελληνισμό.

Ο πατριωτισμός ως πολύ λιγότερο σταθμητός μπορεί να εγείρει απειράριθμες ενστάσεις, ιδίως σ’ αυτούς που το επιθυμούν. Για μας πάντως είναι η αγάπη της πατρίδας, του πατρίου εδάφους, η αγάπη του επ’ αυτού εποικοδομήματος, της κοινωνίας, της ιστορίας της, των παραδόσεών της. Και, φυσικά, η αγάπη ενός πλήθους συγκεκριμένων για τον καθένα μας ατόμων, είτε συγγενών είτε φίλων. Δηλαδή, για να μη χανόμαστε σε ενστάσεις, πατριωτισμός για μας εδώ είναι – και γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί όρο ελληνικότητας – η σύμπλευση με τα βασικά συμφέροντα της πατρίδας ως κιβωτού και ως διάθεση θυσίας γι’ αυτά.

Η διάθεση αυτή παρουσιάζει διαβαθμίσεις, γι’ αυτό, χωρίς αμφιβολία, μπορούμε να μιλούμε και για βαθμούς ελληνικότητας. Η όποια χαμηλή διαβάθμιση δεν αποτελεί έλλειψη ή άρνηση ελληνικότητας και ούτε τελεσίδικο φαινόμενο για ένα άτομο. Μπορεί κάτι να συμβεί και ξαφνικά να αλλάξει. Να ανέβει κατακόρυφα. Γι’ αυτό οι χαρακτηρισμοί και μάλιστα οι γραπτοί διαφόρων ατόμων ως προς την ελληνικότητά τους βγαίνουν κατά κανόνα λαθεμένοι και αποτελούν ολέθρια ενεργεια για την υπόθεση της πατρίδας.

Όσο κι αν έψαξα μέσα μου, για μένα ελληνικότητα αποτελούν οι δυο αυτοί όροι. Ο πατριωτισμός και η διακατοχή από την ελληνική γλώσσα. Χωρίς τον πρώτο, ελληνικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, χωρίς τον δεύτερο – μολονότι δύσκολο και οδυνηρό – μπορεί. Ο συνδυασμός τους, πάντως, χαρίζει μια αρτιότητα και ψυχική ισορροπία στο άτομο, πολύ αξιόλογη για τα σημερινά δεδομένα.

Δεν αγνοώ – και πώς να το αγνοήσω; – ότι διάφορα άτομα ή ομάδες συναρτούν στην ελληνικότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ορισμένο θρησκευτικό δόγμα, ορισμένο πολίτευμα, ορισμένη πολιτική ιδεολογία, τυφλή πίστη στη φυλετική μας μοναδικότητα, στη μοναδικότητα της ιστορίας μας και στην αισθητική υπεροχή μας ως φυλής και ως χώρας.

Δεν νομίζω πως είναι βασικοί όροι ελληνικότητας οι λίαν ενδιαφέροντες παραπάνω και οφείλω να ομολογήσω πως τουλάχιστον από τον ένα τους, την αισθητική φυλετική υπεροχή, διακατέχομαι αθεράπευτα και εγώ. Αυτό δεν σημαίνει πως με αφήνουν εντελώς ασυγκίνητο και οι άλλοι.

Οι επιπλέον όροι ελληνικότητας δεν αποδυναμώνουν, θαρώ, σε τίποτε τους βασικούς μας, μα αντίθετα τους ενισχύουν. Εκός από τις περιπτώσεις όπου οι δευτερεύοντες όροι ανάγονται σε κύριοι, εξαιτίας του φανατισμού, οπότε επέρχεται εσωτερική ρήξη και καμιά φορά διαμάχη εμφύλια.

Όσο για την περιλάλητη «Ελληνικότητα στην Τέχνη», έχω να πω ότι το  πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να είναι άσχετο από την ελληνικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Η ελληνικότητα στη ζωή, μζί με την αρχή της βιωματικότητας στην τέχνη, λύνει αβίαστα το πρόβλημα, το οποίο κάτω από το φως αυτό ούτε καν υπάρχει. Υπάρχει μόνον εκεί που δεν υπάρχει το γενικότερο πλαίσιο, της ελληνικότητας στη ζωή, ή εκεί όπου δεν υπάρχουν ψυχολογικές και νοητικές προϋποθέσεις.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού, τεύχος 132, Δεκέμβριος 1982

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Γιώργος Ιωάννου, ένας βιωματικός λογοτέχνης

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή