Για την εμφάνιση της ακροδεξιάς στην Πορτογαλία

  • Γράφει ο ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Με ένα ενδιαφέρον άρθρο της που δημοσιεύεται στην Βρετανική εφημερίδα ‘The Guardian,’ η δημοσιογράφος Mia Alberti, αναφέρεται στην αύξηση των περιστατικών ρατσιστικής βίας στην Πορτογαλία. Το άρθρο αναδημοσιεύει η εφημερίδα ‘Τα Νέα.’1

Η δημοσιογράφος στην αρχή του άρθρου της εστιάζει στο πρόσωπο του Μαμαντού Μπα, μέλος μίας αντιρατσιστικής οργάνωσης που εδρεύει στη Λισαβώνα, και στις απειλές που δέχθηκε, για να περάσει στη συνέχεια στη αριθμητική αποτύπωση του ρατσισμού στη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου. Πιο συγκεκριμένα, «η πορτογαλική επιτροπή για την ισότητα και την καταπολέμηση των διακρίσεων δέχθηκε πέρυσι 436 καταγγελίες για κρούσματα ρατσισμού, μια αύξηση της τάξης του 26% σε σύγκριση με το 2018».2

Η αριθμητική αύξηση που εν προκειμένω έχει καταγραφεί αποτελεί μόνο μία πτυχή ενός κατά τα άλλα σύνθετου ζητήματος. Διαφορετικά ειπωμένο, η αριθμητική αύξηση των περιστατικών ρατσισμού και ρατσιστικής βίας, δύναται να αντανακλά βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της Πορτογαλικής κοινωνίας, μία όψη των οποίων καθίσταται η διαμόρφωση και η επεξεργασία αφηγήσεων και αναπαραστάσεων σχετικών με την θέση και την παρουσία της ‘ξενότητας’ εντός της κοινωνικής ολότητας.

Ο λόγος που εκ-φέρεται δεν ενσκήπτει εν κενώ, αλλά εγγράφει ‘γωνίες’ και κοινωνικές απευθύνσεις, νοηματοδοτεί εκ νέου την κοινωνική-πολιτική κατάσταση, διεκδικώντας χώρο επί της δημόσιας σφαίρας. Υπό αυτό το πρίσμα, δύναται να αναγνωσθεί και η πρόσφατη εκλογική επιτυχία του πολιτικού κόμματος ‘Chega,’ (‘Αρκετά’), το οποίο, στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν τον περασμένο Οκτώβριο, κατάφερε να καταλάβει μία έδρα. Αυτή καθαυτή η εκλογική επίδοση και επιτυχία δεν είναι μεγάλη.3

Όμως, αποτελεί ένδειξη των κοινωνικοπολιτικών διεργασιών για τις οποίες και έγινε λόγος πιο πάνω, κάτι που μας ωθεί στο να αναφέρουμε πως διαγράφεται πλέον η έκφραση μίας κοινωνικής-πολιτικής τάσης, εκεί όπου ο πολιτικός λόγος του κόμματος αλληλο-τροφοδοτείται με μία αλληλουχία αφηγήσεων για την ‘ετερότητα,’4 για το μη-Πορτογαλικό στοιχείο. Το σημείο τομής υπήρξαν οι εκλογές και το υπόβαθρο της, μία αίσθηση ‘παρακμής’ της χώρας, ‘αλλοίωσης’ της εκ των έσω, ‘διάβρωσης’ της από τους ‘ξένους’ που υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχαν θέση στην Πορτογαλική κοινωνία. Η ρητορική του επικεφαλής του κόμματος ‘Αρκετά’ Αντρέ Βεντούρα, νοηματοδοτεί την ‘μάχη’ του κατά των «κλασικών πολιτικών ελίτ και της διαφθοράς»,5 ανάγοντας τις περιώνυμες ‘πολιτικές ελίτ’ στο ύψος της ‘πτώσης’: Για να ‘ανέβει ο λαός, πρέπει να πέσουν οι ίδιες.’

Οι πολιτικοϊδεολογικές αφηγήσεις προσιδιάζουν προς το πλαίσιο ενός ‘αντι-συστημισμού’ που σπεύδει να αναγνωρίσει την ‘διευθύνουσα ελίτ’ ως εγγενώς ‘αρνητική’ και ‘εχθρική,’ πολιτικά ‘κοσμοπολιτική,’ επιδιώκοντας συνάμα να εμβαπτιστεί στα νάματα της πολιτικής εναλλακτικής, προβάλλοντας την δυνατότητα της κανονικοποίησης του πολιτικού του λόγου, εκεί όπου για τον ίδιο, μία συνάδελφος του βουλευτής δεν είναι παρά «γύφτισσα».6 Μπορούμε να αναφέρουμε πως η κανονικοποίηση του πολιτικού λόγου, μετεξελίσσεται προς το κεντρικό σημείο έγκλησης του ως η ‘νέα ορθότητα,’ με την πολιτική γλώσσα να ευθυγραμμίζεται με την ‘αλήθεια.’

Στην Πορτογαλία, το κοινωνικό στοιχείο καθίσταται πολιτικό και αντίστροφα, υιοθετώντας μοτίβα εκτατικής ‘εναντίωσης,’ με την βία και δη την ρατσιστική-φυλετική βία να υπεισέρχεται δραστικά στο προσκήνιο, αφήνοντας να διαρρεύσει η αίσθηση του θανάτου ως υπενθύμιση της ‘άφιξης’: ‘Έφθασε η δική μας ώρα.’ Για το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Ρατσισμού’ (ENAR), η φόνευση του μαύρου ηθοποιού Μπρουνό Καντέ, έχει «ξεκάθαρα ρατσιστικά κίνητρα».7

Η χώρα της Ιβηρικής που βίωσε μία έντονη κοινωνικο-οικονομική και πολιτική κρίση, για αρκετό χρονιά θεωρούνταν από μερίδα της εγχώριας και ευρωπαϊκής πολιτικής επιστήμης, ως χώρα στην οποία δεν έχει εντοπισθεί αξιοσημείωτη κοινωνική και πολιτική άνοδος της ακροδεξιάς και του εν ευρεία εννοία ακροδεξιού φαινομένου, όπως συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Όμως πλέον, η παρουσία ενός πολιτικού κόμματος το οποίο και αρθρώνει την δράση του γύρω από το ή αλλιώς τα πεδία μίας πολιτικής-πολιτισμικής σφαίρας, εξυψώνοντας την Πορτογαλία στο ύψος ενός από τα τελευταία ‘ευρωπαϊκά οχυρά,’ καθώς και η αναπαραγωγή ρατσιστικοποιημένων λογοθετικών υποδειγμάτων, δεικνύει (αν και αυτό το σημείο χρήζει και μεταγενέστερης μελέτης), το ό,τι αυτού του είδους οι ρητορικές και η δράση, δεν γνωρίζουν εδαφικά ‘στεγανά’ που καθιστούν μία χώρα ‘απρόσβλητη.’ Οι «βασικές αλλαγές στη δομή των διαιρετικών τομών»,8 κατά την θεωρητική διαπίστωση των Andersen και Bjorklund, είναι ίσως κάτι παραπάνω από εμφανής.

Οι εθνικιστικές, φυλετικές και ρατσιστικές αφηγήσεις, καθώς και ο εν γένει ρατσιστικός ακτιβισμός οργανώνονται πάνω στη βάση της μη- περίκλειστης και εσωστρεφούς εμφάνισης και παρουσίας, έχοντας υπερβεί τις αναφορές σε ‘μυημένους’ Και αυτό είναι ένα σημείο-κλειδί για να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε επιστημολογικά το ακροδεξιό φαινόμενο. Κάτι που σημαίνει να το αντιμετωπίσουμε. Η Πορτογαλία είναι ένα δείγμα μίας ηπείρου που μεταβάλλεται κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά, δίχως όμως να αντιλαμβάνεται το εύρος αυτών των μεταβολών.


Αναφορές

1 Βλέπε σχετικά, Alberti Mia, ‘Η Ακροδεξιά ανεβαίνει, η ρατσιστική βία αυξάνεται,’ ‘The Guardian’/’Τα Νέα,’ 29/09/2020, σελ. 40.

2 Βλέπε σχετικά, Alberti Mia, ‘Η Ακροδεξιά ανεβαίνει, η ρατσιστική βία αυξάνεται…ό.π., σελ. 40. Όσον αφορά τον Μαμαντού Μπα, το γράμμα που έλαβε ανέγραφε τα εξής: «Στόχος μας είναι να σκοτώσουμε κάθε ξένο και αντιφασίστα- και είσαι ένας από τους στόχους μας». Παρατηρούμε ό,τι ο λόγος που αρθρώνεται εγγράφει εμπρόθετα φυλετικά-πολιτικά χαρακτηριστικά. Έτσι, σε αυτό το πλαίσιο, δεν έχουμε να κάνουμε με το άνοιγμα μίας ‘χαραμάδας’ στη βία, αλλά, αντιθέτως, για την εγκόλπωση και μορφοποίηση της ρατσιστικής-πολιτικής βίας εντός του αρθρωμένου λόγου, με την κατασκευή του ‘εχθρικού άλλου’ να συντελείται εντός αυτού του προσίδιου λόγου που επιζητεί εν-σώματη έκφραση, προσδιορίζοντας μία βία ‘μέχρι θανάτου.’

3 Συγγενή κόμματα θέτουν ως επίδικο την είσοδο του στο Κοινοβούλιο, ώστε να αποκτήσουν κοινοβουλευτικό-πολιτικό ‘επίχρισμα’ και βήμα διάδοσης των ιδεών τους που προβάλλονται σε ‘πανελλήνια μετάδοση.’

4 Σε διάστημα λίγων μηνών στην Πορτογαλία, δύο γυναίκες από την Βραζιλία δέχθηκαν βίαιη επίθεση από την αστυνομία έξω από κέντρο διασκέδασης. Παράλληλα, ο Αφρικανός ποδοσφαιριστής (Μάλι) Μούσα Μαρέγκα της ποδοσφαιρικής ομάδας της ‘Πόρτο,’ δέχθηκε λεκτικές-ρατσιστικές επιθέσεις από φιλάθλους. Ως προς αυτό, θεωρούμε πως επι-τελείται η συγκρότηση ενός βίαιου ‘αστερισμού’ εντός του οποίου, σημαίνεται μία διττή αναπαράσταση που συμπεριλαμβάνει, τόσο την ‘Αφρικανικότητα’ ως ‘παράταιρη,’ ως ‘ξένη’ προς ό,τι προσδίδει στο Πορτογαλικό υποκείμενο ‘υπόσταση’ και ‘μνήμη,’ όσο και τις γυναίκες από την Βραζιλία, που είναι Πορτογαλόφωνη χώρα, ως ‘μη-προσαρμόσιμες,’ που ναι με συγκλίνουν γλωσσικά, αλλά απέχουν κοινωνικά, αξιακά και πολιτισμικά. Τα όρια μεταξύ λεκτικής και σωματικής βίας, ρατσιστικού περιεχομένου, ρευστοποιούνται κατά τι.

5 Βλέπε σχετικά, Alberti Mia, ‘Η Ακροδεξιά ανεβαίνει, η ρατσιστική βία αυξάνεται…ό.π., σελ. 40. Η προσέγγιση της ‘διαφθοράς’ που ‘χαρακτηρίζει’ τα συστημικά πολιτικά κόμματα και περαιτέρω, η ‘καταγγελία’ της συνιστά ένα από τα σημεία που θεωρούνται ως η έμπρακτη πραγμάτωση της δραστική έως ριζικής διαφοράς και αντίστιξης κομμάτων τύπου ‘Αρκετά’ από τα mainstream κόμματα που έχουν ασκήσει και ασκούν κυβερνητική εξουσία. Συσσωματώσεις αυτού του τύπου, δεν έχουν την οργανωτική δομή νεο-ναζιστικών οργανώσεων όπως η Χρυσή Αυγή. Απεναντίας, υιοθετούν μία σπονδυλωτή δομή, αντλώντας και από τα οργανωτικά χαρακτηριστικά κλασικών πολιτικών κομμάτων, ενέχοντας όμως και πιο χαλαρές και ‘πλαδαρές’ οργανωτικές πλαισιώσεις, δίδοντας βάρος όχι τόσο στην ταύτιση όσο στην πολιτικοϊδεολογική εγγύτητα. Και ένα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης αναλυτικής προσοχής, είναι το ό,τι εντός του κόμματος ‘Αρκετά’ βρίσκουν εύφορο έδαφος δράσης μέλη πρώην νεο-ναζιστικών οργανώσεων, κάτι που δύναται να αναδείξει το πως αυτά τα κόμματα επιδιώκουν να ισορροπήσουν λεπτά μεταξύ κοινοβουλευτισμού και εξτρεμιστικού ακτιβισμού, προτάσσοντας μία εικόνα ‘παράλληλης κίνησης’: Η πολιτική ως πεδίο (φαντασιακής) ‘εθνικής μάχης.’ Με ανάλογους όρους κινείται στη Γερμανία και το κόμμα ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’ (Alternative fur Deutschland).

6 Βλέπε σχετικά, Alberti Mia, ‘Η Ακροδεξιά ανεβαίνει, η ρατσιστική βία αυξάνεται…ό.π., σελ. 40. Όπως ορθώς επισημαίνει η Βασιλική Γεωργιάδου, η «άκρα δεξιά, ως ‘τρίτη δύναμη,’ χωρίς να εγκαταλείπει τις ιδεολογικές-πολιτικές αφετηριακές αναφορές της συγχωνεύει στον κορμό της τάσεις από ολόκληρο το φάσμα του ιδεολογικο-πολιτικού άξονα αριστεράς-δεξιάς». Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2008, σελ. 96.

7 Βλέπε σχετικά, Alberti Mia, ‘Η Ακροδεξιά ανεβαίνει, η ρατσιστική βία αυξάνεται…ό.π., σελ. 40.

8 Βλέπε σχετικά, Andersen J. G., & Bjorklund T., ‘Structural changes and new cleavages: The progress parties in Denmark and Norway,’ Acta Sociologica, Τεύχος 33, 3, 1990, σελ. 195-217.

The following two tabs change content below.
ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή