Για την επιλογή τομεαρχών στο ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής

Το ζητούμενο είναι να λειτουργήσουν οι νέοι τομείς, ως πολιτικά εργαστήρια διαμόρφωσης στελεχών νέας εποχής, με ανοιχτές αντιλήψεις και συμπεριφορές, με ικανότητα στην αναλυτική εμβάθυνση, που θα αντιτάσσονται στην υπεραπλούστευση και στα διχοτομικά σχήματα που τρέφουν τους δημαγωγούς του καιρού μας.

by ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ
  • ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Πριν από λίγες ημέρες, ανακοινώθηκαν τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν καθήκοντα τομεαρχών και αναπληρωτών τομεαρχών στο ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, διαδικασία που εν προκειμένω σχετίζεται με την οργανωτική ανασύνταξη του κόμματος, μετά την ανάληψη της προεδρίας του από τον ευρωβουλευτή, Νίκο Ανδρουλάκη.

Εν πρώτοις, θα επισημάνουμε πως η διαδικασία αυτή δεν κομίζει απαραίτητα κάτι νέο στο εγχώριο κομματικό-πολιτικό σύστημα, (αναφερόμαστε κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, στη Νέα Δημοκρατία αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ) καθότι ο θεσμός των τομεαρχών και των αναπληρωτών τους, είναι εισαγόμενος, και δεν αποκλίνει με στεγανά από τον θεσμό του ‘σκιώδους’ υπουργικού συμβουλίου και των ‘σκιωδών υπουργών, οι οποίοι πολιτεύονται σε συνθήκες που προσομοιάζουν σε συνθήκες πραγματικής διακυβέρνησης, με διακύβευμα να είναι όσο καλύτερα γίνεται προετοιμασμένοι, όταν κληθούν να αναλάβουν κυβερνητικά καθήκοντα.

Σε αυτό το πλαίσιο, θα αναφέρουμε πως ο σχηματισμός ενός τέτοιου ‘σκιώδους’ υπουργικού συμβουλίου, παρά το γεγονός πως ως θεσμός υπάρχει στην πολιτική κουλτούρα του ΠΑΣΟΚ, δεν προτιμήθηκε κύρια για να μην δοθεί το έναυσμα σε πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος, να το κατηγορήσουν προς ρέπει σε έναν ιδιαίτερο ‘μικρομεγαλισμό.’

Που δεν ανταποκρίνεται στη θέση που έχει στο κομματικό-πολιτικό σύστημα και στον κομματικό και πολιτικοϊδεολογικό ανταγωνισμό.

Άρα λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, σε αυτό το σημείο, δεν ξεφεύγει από την κομματική παράδοση, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, αν και το κόμμα ήδη έχει περάσει στο «μετα-υλιστικό» στάδιο, για να παραφράσουμε ελαφρά τον Inglehart, με επιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Νίκο Ανδρουλάκη (βλέπε την εστίαση και σε «αξίες» όπως είναι ο «σεβασμός στη διαφορετικότητα», τα δικαιώματα των γυναικών, η καταπολέμηση της έμφυλης βίας).

Θα επιχειρήσουμε μία ανάλυση των επιλογών που έλαβαν χώρα στηριζόμενοι στην σχετική με τις πολιτικές-υπουργικές ελίτ, διαθέσιμη βιβλιογραφία η οποία εμπλουτίζεται διαρκώς την τελευταία δεκαετία, όταν και εμφανίσθηκαν στο προσκήνιο, αρχικά στις χώρες που αντιμετώπιζαν συνθήκες κρίσης, μη αμιγώς κομματικοί υπουργοί.

Έτσι λοιπόν, χρήσιμη παραμένει η τυπολογική διάκριση του Beckman, μεταξύ «εμπειρογνωμόνων και ερασιτεχνών», κάτι που σημαίνει πως, από την μία πλευρά ανέλαβαν συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια άτομα που στηρίζονται στον υψηλό βαθμό εξειδίκευσης που διαθέτουν (ο Ηλίας Κικίλιας είναι μεταξύ αυτών των ατόμων), και, από την άλλη, επελέγησαν νέα πρόσωπα, οι λεγόμενοι «ερασιτέχνες» (όπως είναι η Κατερίνα Λάσπα που δεν έχει κάποια εξειδίκευση), η επιλογή των οποίων εκφράζει ή θέλει να δείξει προς τα έξω προς το κόμμα κινείται με όρους συμπεριληπτικότητας.

Εν συνεχεία, θα σπεύσουμε να εντάξουμε εντός της ανάλυσής μας, τη διάκριση του De Winter μεταξύ insiders και outsiders.

Στην πρώτη κατηγορία, τοποθετούνται πρόσωπα όπως ο Γιώργος Κουτρουμάνης (θα ήταν μεγάλη έκπληξη αν αναλάμβανε οποιοδήποτε άλλο χαρτοφυλάκιο πλην της κοινωνικής ασφάλισης), ο Γιώργος Μπουλμπασάκος στο Υγείας, ο Παύλος Γερουλάνος στο χαρτοφυλάκιο του Τουρισμού, ο Θανάσης Κατερινόπουλος στο Προστασίας του Πολίτη, ως αναπληρωτής γραμματέας όμως.

Κλασικά outsiders είναι ο Σάκης Αρναούτογλου που τοποθετήθηκε στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας, ο Γιώργος Πεταλωτής στον τομέα της Άμυνας (η Κατερίνα Μπατζελή δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία, διότι το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει επανακάμψει στο κομματικό προσκήνιο, οπότε η επιλογή της ήταν αναμενόμενη), ο Νικηφόρος Παπανικόλας, στον τομέα Νησιωτικής Πολιτικής.

Τώρα, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η γυναικεία εκπροσώπηση είναι σχετικά ικανοποιητική, ιδίως στις θέσεις των αναπληρωτών τομεαρχών, σε ένα λεπτό σημείο όμως όπου τίθεται το ερώτημα του κάτι παραπάνω: Γιατί να μην τοποθετηθούν περισσότερες γυναίκες σε θέσεις τομεαρχών;

Υπάρχουν και άλλα προβληματικά σημεία τα οποία χρήζουν επισήμανσης. Η δομή των τομέων ή αλλιώς δικτύων, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, καλλιεργεί το έδαφος για την ύπαρξη ζητημάτων δυσλειτουργικότητας.

Πως θα λαμβάνονται οι αποφάσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μεταξύ τομεάρχη και αναπληρωτών τομεαρχών; Πόσο θα λαμβάνεται υπόψιν η γνώμη των δεύτερων στη διαδικασία διαμόρφωσης μίας πολιτικής επί του συγκεκριμένου τομέα; Ποια θα είναι τα κριτήρια με τα οποία θα υπολογίζεται η γνώμη και η άποψη των αναπληρωτών τομεαρχών;1

Μήπως η κομματική παλαιότητα; Ο αριθμός τριών και τεσσάρων (ακόμη και πέντε) αναπληρωτών τομεαρχών, ακόμη και αν απαντά στον υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας ενός συγκεκριμένου πεδίου ή τομέα, σε αντίστοιχες πολιτικές-διοικητικές κατανομές σε επίπεδο υπουργείου, θα μπορούσε να αποφευχθεί. Τουλάχιστον στα λιγότερο σημαντικά.

Είναι σε αυτό το σημείο όπου η όλη διαδικασία επιλογής και δημιουργίας δυσκίνητων τομέων, φέρει εντός της τα χαρακτηριστικά εσωκομματικών διευθετήσεων και της ανάγκης τήρησης ρευστών ισορροπιών, τύπου ‘να μείνουν ικανοποιημένα όσα περισσότερο άτομα γίνεται.’

Είναι αυτή η λογική που ενίοτε οδηγεί σε στρεβλώσεις όπου αυτή που παρατηρούμε στον τομέα υγείας, όπου το έργο του τομεάρχη θα συνεπικουρούν έξι αναπληρωτές τομεάρχες. Πώς μπορεί να λειτουργήσει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο το υπάρχον σχήμα;

Ταυτόχρονα, τα κομματικά στελέχη που ενεπλάκησαν στη διαδικασία επιλογής, δεν έπρεπε να επενδύσουν συμβολικούς-πολιτικούς πόρους αποκλειστικά προς την αξιολόγηση με άξονα τα βιογραφικά.

Αντιθέτως, έπρεπε να εντάξουν στο οπλοστάσιο τους λογικές συστηματικής αξιολόγησης προσώπων, καλώντας σε προσωπική συνέντευξη τους πλέον επικρατέστερους και ζητώντας από αυτούς να ξεδιπλώσουν τις προτάσεις τους πάνω στην ανάπτυξη του τομέα για τον οποίο ενδιαφέρονται, αξιολογώντας τις ικανότητες τους στη θέσπιση προτεραιοτήτων και στη χάραξη πολιτικής. Το πως θα λειτουργήσουν τελικά, θα φανεί στην πορεία.

Το ζητούμενο είναι να λειτουργήσουν οι νέοι τομείς, ως πολιτικά εργαστήρια διαμόρφωσης στελεχών νέας εποχής, με ανοιχτές αντιλήψεις και συμπεριφορές, με ικανότητα στην αναλυτική εμβάθυνση, που θα αντιτάσσονται στην υπεραπλούστευση και στα διχοτομικά σχήματα που τρέφουν τους δημαγωγούς του καιρού μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 Ο πλέον βέλτιστος τρόπος για να περιορισθεί ο κίνδυνος του να προκύψουν, άμεσα κιόλας, προβλήματα δυσλειτουργικότητας, είναι να ξεκαθαριστούν, σε συνάντηση τομεαρχών και αναπληρωτών τομεαρχών, ρόλοι και αρμοδιότητες. Κοινώς, ‘το τι κάνει’ ο καθένας.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή