Για την Ισλαμιστική επίθεση στο Αφγανιστάν

by ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ
  • Γράφει ο ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου του 2021, έλαβε χώρα βίαιη επίθεση στο Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα την πρόκληση πολλών νεκρών και τραυματιών. Την ευθύνη για αυτή την μαζική άσκηση βίας, ανέλαβε η οργάνωση του ‘Ισλαμικού Κράτους,’ με ανακοίνωσε που εξέδωσε μέσα στην ημέρα.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Η οργάνωση «Ισλαμικό Κράτος» ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν, όπου έχασαν τη ζωή τους δεκάδες άνθρωποι, με μια ανακοίνωση που εξέδωσε το «πρακτορείο» προπαγάνδας των τζιχαντιστών «Amaq» και αναρτήθηκε στο Telegram. Η αιματηρή έκρηξη σημειώθηκε σε σιιτικό τέμενος στην πόλη Κουντούζ, στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν. H αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στη χώρα έκανε λόγο για τουλάχιστον 100 νεκρούς ή τραυματίες, ενώ νωρίτερα νοσοκομειακές πηγές τις οποίες επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο- ανέφεραν πως τα θύματα ξεπερνούν τα 50».1

Αρχικά, μπορούμε να πούμε πως η επίθεση που εν προκειμένω πραγματοποίησε το ‘Ισλαμικό Κράτος,’ αποδεικνύει ό,τι στο Αφγανιστάν, το οποίο εδώ και περίπου 1,5 μήνα βρίσκεται υπό την εξουσία των Ταλιμπάν, έχουν συγκροτηθεί ιδιαίτερες ζώνες αστάθειας, εκεί όπου, αυτές οι ζώνες, αφενός μεν συντίθενται από την προσπάθεια ένοπλων Ισλαμιστικών οργανώσεων να καταλάβουν ζωτικό χώρο εντός της χώρας, είτε συντηρώντας την ένταση με τους Ταλιμπάν, είτε έχοντας μία άβολη και αβέβαιη συνύπαρξη μαζί τους, και, αφετέρου δε, τροφοδοτούνται ως τέτοιες από την αντίστοιχη προσπάθεια των Ταλιμπάν, όχι να επεκτείνουν, αλλά να διασφαλίσουν τον έλεγχο τους στο σύνολο της Αφγανικής επικράτειας.

Και είναι προφανές ως προς αυτό, πως η εκστρατεία ενίσχυσης της κοινωνικής-πολιτικής επιρροής τους η οποία και εκκίνησε ενόσω στη χώρα βρίσκονταν στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, εκστρατεία που σταδιακά, και λόγω συνθηκών, μετεξελίχθηκε σε εκστρατεία ανακατάληψης της εξουσίας, συνεχίζεται και τώρα, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά και της εμπλοκής σε ενδο-Ισλαμιστικές αντιπαραθέσεις, στο σημείο όπου αυτές αποτελούν έναν άλλον τρόπο ώστε οι Ταλιμπάν να δηλώσουν προς τον έξω κόσμο ‘αποφασισμένοι’ να διατηρήσουν τον έλεγχο της χώρας.

Κάτι που δύναται να διευκολύνει τους σχεδιασμούς τους, και σε ό,τι έχει να κάνει με την έξωθεν νομιμοποίηση που ζητούν ως η μόνη ‘νόμιμη’ αρχή της χώρας. Η άσκηση βίας έλαβε χώρα σε Σιιτικό τέμενος στην πόλη Κουντούζ, και υπήρξε μαζική και θανατηφόρα, με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της να άπτεται ακριβώς αυτού που η ισλαμολόγος AnneMarie Delcambre αποκαλεί ως «μαχητικό ζηλωτισμό»,2 στοιχείο που καθίσταται χαρακτηριστικό πίστης ή αλλιώς, εξωτερίκευσης των συναισθημάτων που παραγάγει η επιθυμία σύνδεσης με την οιονεί θρησκευτική σφαίρα και τα νοήματα της.

Με το Ισλάμ, το οποίο, με τον τρόπο που ερμηνεύεται ανάγεται σε μία (φαντασιακή-συμβολική) καθολικότητα, που χρήζει υπεράσπισης απέναντι σε ‘διεφθαρμένους’ και ‘άπιστους’ Δυτικούς που ‘προσκυνούν είδωλα,3 σε οργανώσεις όπως οι Ταλιμπάν οι οποίοι και προσλαμβάνονται ως αρκούντως συμβιβαστικοί και ευεπίφοροι στη Δυτική επιρροή, σε μουσουλμάνους όπως οι Σιίτες που έχουν ‘διαστρεβλώσει’ ιστορικά το πραγματικό και αληθινό νόημα του Ισλάμ.

Έτσι, θεωρούμε πως οι διεργασίες που έχουν συντελεσθεί κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της επίθεσης, επαναπροσδιορίζουν εμπρόθετα το ίδιο το στοιχείο της στράτευσης σε ανώτερους σκοπούς, της Ισλαμιστικής-τζιχαντιστικής στράτευσης η οποία και έχει ήδη επινοήσει δραστικά το προφίλ του ‘παρόντος εχθρού’ (οργανώσεις αυτού του τύπου έλκονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο από την παροντικότητα),4 ο οποίο κυκλοφορεί και παραγάγει σε επαρκείς ποσότητες λεκτικά, την έννοια της μη-αλήθειας.

Ένας τέτοιος ‘εχθρός’ είναι ο Σιίτης μουσουλμάνος, και πληθυντικά, οι Σιίτες μουσουλμάνοι, με την Ισλαμιστική-τζιχαντιστική βία ως δεσπόζουσα να στρέφεται εναντίον αυτής της αναπαριστάμενης ως μη-αλήθειας, στο βαθμό που αυτή, ‘απειλεί’ να διαχυθεί και να ‘επιμολύνει’ τις γνήσιες αξίες του Ισλάμ και την ‘ισλαμική κοινότητα’ του Αφγανιστάν.

Ως εκ τούτου, η άσκηση της βίας ‘πρέπει’ να είναι μαζική, να διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει ή αλλιώς, να εγγράψει στη γραμματική της τον τόπο της λατρείας (τέμενος) ως τελετουργική ‘ενσάρκωση’ της μη-αλήθειας και της απόκλισης ή έκπτωσης από τις διδαχές του Προφήτη και την μείζονα αλήθεια του Θεού, όντας διάστικτη από την ιδέα του ‘δικαιολογημένου’ από την κοινότητα και νομιμοποιημένου στα ‘μάτια’ του Θεού θανάτου, και επίσης, διάστικτη από συμβολισμούς που φθάνουν μέχρι τους Ταλιμπάν: ‘Είμαστε εδώ και κάνουμε αισθητή την παρουσία μας.’5

Με αυτόν τον τρόπο, η άσκηση αυτής της μαζικής, θανατηφόρας βίας, δύναται να είναι θρησκευτική όσο και πολιτική, ενταγμένη σε μία λογική, κατά τον Γάλλο φιλόσοφο των ιδεών PierreAndre Taguieff, «εξισλαμισμού της νεωτερικότητας»6 ή της μετα-νεωτερικότητας, παράγοντας εκ νέου σχετικά ισχυρούς δεσμούς οικειότητας μεταξύ των μελών, και έχοντας ως διακύβευμα την ανανέωση και επανεπιβεβαίωση των λόγων ύπαρξης του ‘Ισλαμικού Κράτους.’ Η μάχη ενάντια στο οποίο, τώρα μάλιστα που αυτό προσλαμβάνει ως ευκαιρία την επιστροφή των Ταλιμπάν, πρέπει να συνεχισθεί. Διότι ήταν και παραμένει απειλή.


1 Βλέπε σχετικά, ‘Αφγανιστάν: Το ISIS ανέλαβε την ευθύνη για την πολύνεκρη επίθεση στο τέμενος,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 08/10/2021, www.kathimerini.gr/world/561530425/afganistan-to-isis-anelave-tin-eythyni-gia-tin-polynekri-epithesi-sto-temenos/

2 Βλέπε σχετικά, Delcambre Anne-Marie, ‘L’ Islam des interdits,’ Paris, Desclee de Brouwer, 2003, σελ. 11.

3 Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον καταστατικό ‘αντι-εικονισμό’ του Ισλάμ και της Ισλαμικής θρησκείας.

4 Η δράση εντός της παροντικότητας θεωρείται ως δράση η οποία, από την μία μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση της ‘ιδανικής κοινότητας,’ και από την άλλη πλευρά, να διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην νοηματική-συμβολική αποκατάσταση του Ισλαμικού παρελθόντος, με όρους ‘δικαίωσης’ του, με όρους ανά-κλησης αυτού που εμπεριέχει.

5 Για τα μέλη αυτών των οργανώσεων, ισχυρή είναι η πεποίθηση ό,τι η ιστορία ‘ανήκει’ στους ‘καθαρούς,’ στους πιστούς, στους εμφορούμενους από κίνητρα και από πόρους εξάπλωσης των ιδεών τους.

6 Βλέπε σχετικά, Taguieff AndrePierre, ‘Ο εξτρεμισμός και τα είδωλα του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία,’ Πρόλογος-Μετάφραση-Επιμέλεια: Πανταζόπουλος Ανδρέας, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 83.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή