Site icon Times News

Για τις αποδοκιμασίες στο πρόσωπο του πρωθυπουργού κατά την διάρκεια του λαϊκού προσκυνήματος της σορού του Μίκη Θεοδωράκη

Έφυγε σήμερα από την ζωή, ο μεγάλος Ελληνας μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, φωτογραφία αρχείου , Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021 (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ /EUROKINISSI)

Για τις αποδοκιμασίες στο πρόσωπο του πρωθυπουργού κατά την διάρκεια του λαϊκού προσκυνήματος της σορού του Μίκη Θεοδωράκη

Στις αρχές της εβδομάδας, στην Μητρόπολη Αθηνών, έλαβε χώρα η εξόδιος ακολουθία του Μίκη Θεοδωράκη,1 προτού η σορός του μεταφερθεί στην Κρήτη και ταφεί, όπως ο ίδιος ζήτησε, στον Γαλατά Χανίων.

Η σορός του εκλιπόντος μουσικοσυνθέτη τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, όρος που εν προκειμένω, έχει εισέλθει στη Μεταπολιτευτικό ιδιόλεκτο, σχετιζόμενο με το αντίκτυπο που είχε η δράση του θανόντος όσο αυτό βρισκόταν εν ζωή, με τρόπο ώστε αυτό το πρόσωπο, και μετα-θάνατον, να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της σημαντικής προσωπικότητας και να τιμηθεί αναλόγως.2

Κατά την διάρκεια αυτού του λαϊκού προσκυνήματος στην Μητρόπολη Αθηνών, ακούστηκαν αποδοκιμασίες προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος και έδωσε το παρών στην Μητρόπολη.

Τα πρόσωπα που αποδοκίμασαν τον πρωθυπουργό άντλησαν ειδικότερα και από τις αναπαραγόμενες λεκτικές επιθέσεις προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού την τελευταία περίοδο και ιδίως μετά από τις πυρκαγιές σε Εύβοια και σε Αττική, εκεί όπου φράσεις όπως το ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα,’ έτειναν προς την κατεύθυνση άρθρωσης ενός λόγου με χαρακτηριστικά μίας viral κοινοτοπίας ή αλλιώς, ενός viral μηδενισμού, που επεδίωκε να εμβαπτιστεί στα νάματα της κοινωνικής, και δη της ‘δίκαιης’ κοινωνικής οργής, πλαισιώνοντας το ίδιο το πρόσωπο του πρωθυπουργού με όρους επίρριψης ευθυνών για την καταστροφή που συντελέσθηκε.

Από αυτό το πλαίσιο άντλησαν και όλοι όσοι διακήρυξαν το ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα’ έξω από την Μητρόπολη Αθηνών, προβαίνοντας εδώ σε μία πρόσληψη του πρωθυπουργού με τα άμεσα μοτίβα της σύγκρισης: ‘Το πολιτικό κάθαρμα είναι ανίκανο να σταθεί δίπλα στον μεγάλο έως το τέλος Μίκη Θεοδωράκη,’ στο λεπτό και σύνθετο σημείο όπου η προσφώνηση ‘κάθαρμα’ μετεξελίσσεται προς την κατεύθυνση χρήσης του με διαστάσεις λεκτικής βίας, που την ίδια στιγμή, ανασύρει στην επιφάνεια στερεοτυπικές και απλοϊκές προσεγγίσεις περί Μητσοτακικής αρνητικότητας ή ‘γκαντεμιάς,’ Μητσοτακικής αδιαφορίας και έλλειψης οποιουδήποτε μέτρου, διότι δεν έχουμε να κάνουμε παρά με ένα ‘κάθαρμα.’

Η προσφώνηση του ενώπιον του πρωθυπουργού, ενέγραψε, εν ευρεία έννοια, τις εξής παραμέτρους. 1) Αυτοί που επιτέθηκαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη, θέλησαν να προσδώσουν στην όλη τελετουργία που συντελούνταν τα χαρακτηριστικά μίας αυθόρμητης και λαϊκής εκδήλωσης διαμαρτυρίας με τρόπο που να παραπέμπει για παράδειγμα, στην κηδεία του Γιώργου Σεφέρη εν καιρώ στρατιωτικής δικτατορίας. Παραβλέποντας το ό,τι οι ιστορικές-πολιτικές συνθήκες είναι διαφορετικές, με αποτέλεσμα αυτό το ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα’ να καταλήγει στο να τρέφει το φαντασιακό ενός θολού αντι-Μητσοτακισμού.3 2)

Μία δεύτερη παράμετρος αφορά την, από τους διαμαρτυρόμενους, απουσίας εν-συναίσθησης, καθότι, ευρισκόμενοι σε μία κηδεία ενός γνωστού και σημαντικού μουσικοσυνθέτη, αναζητούσαν μέτρο σύγκρισης και μία άτυπη επιβεβαίωση των λεγομένων τους, παραγνωρίζοντας την παρουσία του κόσμου που έσπευσε στη Μητρόπολη καθώς και την ίδια την επιτέλεση του πένθους, ιδίως για τα συγγενικά πρόσωπα του Μίκη Θεοδωράκη.

3) Συμβολικά και τελετουργικά αποσυνδέθηκαν από τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη, επιλέγοντας αυτόν τον τρόπο (την άσκηση λεκτικής βίας) ώστε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, θέτοντας εκτός πλαισίου, όχι την ηθική της ευθύνης, αλλά ό,τι θα αποκαλέσουμε ως ‘ηθική της ευγένειας.’

4) Και μία τέταρτη παράμετρος που ανακύπτει από αυτό το ιδιάζον ‘βιογραφικό’ της εναντίωσης, είναι η, μέσω της συνεχόμενης αναφοράς του ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα,’ μίας μνησικακίας (κάτι που διακρίνει και την ρητορική του Χριστόφορου Βερναρδάκη), προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού, ο οποίος ως απλός ‘εντολοδόχος’ άλλων και εκπρόσωπος ‘συμφερόντων’ δεν αξίζει την κοινωνική επιδοκιμασία, εκεί όπου οι διαμαρτυρόμενοι αισθάνονται ακριβώς ό,τι για κάποιον ή για κάποιους λόγους που έχουν συσσωρευθεί, ‘εκδικούνται’ τον πρωθυπουργό.

Το ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα’ δεν υπήρξε παρά η έκφραση σε πραγματικό χρόνο, μίας κοινωνικής-πολιτικής αυτο-αναφορικότητας, αρκούντως ναρκισσιστικής για να θεωρεί εν τω μέσω μίας τελετουργίας θανάτου,4 ό,τι έχει δίκιο, και ό,τι μπορεί να υβρίζει τον πρωθυπουργό.

Το ‘φορτίο’ του αρνητισμού ήταν αν όχι έντονο, τουλάχιστον ευδιάκριτο.


1 Ένα διεισδυτικό κείμενο του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη για την σχέση του με την ποίηση του Διονύσιου Σολωμού, διανθισμένο με βιωματικά και γνωσιακά στοιχεία, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο’ σε επιμέλεια Γεώργιου Π. Μαλούχου. Στο Θεοδωράκειο κείμενο, αναδεικνύεται ευδιάκριτα η διαλεκτική ένταση που χαρακτήριζε το Σολωμικό ποιητικό έργο, σχετική, όπως γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης, και με την «αναζήτηση του «ήχου» μέσα στον Σολωμικό στίχο». Βλέπε σχετικά, Θεοδωράκης Μίκης, ‘Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!…’, ΄Όταν ο Μίκης «συνάντησε» τον εθνικό ποιητή,’ Επιμέλεια: Μαλούχος Π. Γεώργιος, Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 11-12/09/2021, σελ. 24-25.

2 Με όρους ενός ιδιαίτερου λαϊκού προσκυνήματος πραγματοποιήθηκαν και οι κηδείες πολιτικών όπως ο πρώην πρωθυπουργός, ιδρυτής και πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), Ανδρέας Παπανδρέου, και της υπουργού Πολιτισμού επί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και γνωστής ηθοποιού Μελίνας Μερκούρη. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι ορθότερο να πούμε πως το λαϊκό προσκύνημα εντάσσεται σε μία ευρύτερη τελετουργία που συμπεριλαμβάνει την κήρυξη τριήμερου εθνικούς πένθους, κάτι που συνέβη και στην περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη, τον κυματισμό της σημαίας μεσίστια και την συνοδεία της σορού έως τον τόπο ταφής. Σπέρματα αυτού του τελετουργικού τύπου ταφής παρατηρούμε ήδη από την περίοδο προ Μεταπολίτευσης (ας θυμηθούμε την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου και του ποιητή Γεώργιου Σεφέρη), όμως, εν καιρώ Μεταπολίτευσης είναι που αυτό το τελετουργικό καθίσταται πιο συστηματοποιημένο και οργανωμένο, αποκτώντας ευρύτερες προεκτάσεις και ως απόρροια της τηλεοπτικής προβολής της κηδείας. Αυτή η προβολή έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου και μαζική υπόμνηση της προσωπικότητας και της δράσης του προσώπου, το οποίο έτσι αποκτά και μία δημοσιότητα μετά θάνατον, όταν εν ζωή ήταν ήδη δημόσιο πρόσωπο και δη σημαντικό δημόσιο πρόσωπο. Βέβαια, το λαϊκό προσκύνημα στην περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη, με βάση και τις δικές τους επιθυμίες, θα μπορούσε να αποφευχθεί.

3 Υπό αυτό το πρίσμα, θα ειπωθεί πως τις διαμαρτυρίες προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού, έσπευσαν να δικαιολογήσουν πολιτικά και στελέχη του κόμματος του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), όπως ο βουλευτής Χριστόφορος Βερναρδάκης και άλλοι, αναδεικνύοντας πως, υπό τον μανδύα της κοινωνικής δυσφορίας και διαμαρτυρίας, αυτή η συνθηματολογία βρίσκει ευήκοα ώτα εντός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μάλιστα, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, σπεύδοντας να αποκριθεί στο ερώτημα που διατύπωσε ο δημοσιογράφος Άρης Πορτοσάλτε σχετικά με ‘πότε έγινε κάθαρμα ο Μητσοτάκης;,’ απάντησε από το 1965, όταν και το ‘Μητσοτάκη, κάθαρμα’ ακούγονταν στις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα την περίοδο των Ιουλιανών του 1965, με αποδέκτη τον τότε βουλευτή της Ένωσης Κέντρου και πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Άρα, εδώ έχουμε να κάνουμε με την πολιτική έκφραση ενός ρηχού και καταγγελτικού αντι-Μητσοτακισμού, ο οποίος διανθίζεται με μηχανιστικά αντι-δεξιά σύνδρομα και ιστορικές αναφορές, διεκδικώντας αναδρομικά, την δικαίωση του, στην πολιτική πορεία της οικογένειας Μητσοτάκη.

4 Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή και τον θάνατο του Γάλλου ηθοποιού Ζαν-Πολ Μπελμοντό και την αντίστοιχη τελετή που διοργάνωσε το Γαλλικό κράτος για να τιμήσει την μνήμη του, υπήρξαν αναφορές που απέδιδαν έμφαση, αφενός μεν στην λιτότητα της Γαλλικής τελετής μνημόνευσης, και, αφετέρου δε, στην διαφοροποίηση της από τις αντίστοιχες τελετές για τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη έτσι όπως πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα και στον Γαλατά Χανίων. Το ιδεολόγημα του ελληνικού ‘εξαιρετισμού,’ νοούμενο και ως ελληνική ‘υστέρηση’ έκανε πάλι την εμφάνιση του, αυτή την φορά με άλλη αφορμή, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτές οι απόψεις δεν αντιλήφθηκαν διαλεκτικά πως οι δύο τελετές, δεν τίθενται και δεν λειτουργούν με διαστάσεις διαφοροποίησης και υπεροχής της μίας έναντι της άλλη, αλλά, αντιθέτως, αποτελούν δύο υποδείγματα μνημόνευσης του νεκρού τα οποία και φέρουν το δικό τους αξιακό-πολιτισμικό ‘φορτίο,’ τιθέμενα το ένα δίπλα στο άλλο, και μάλιστα διαλεκτικά. Εάν για το Γαλλικό κράτος σημασία απέκτησε η ανάκληση της μνήμης του Μπελμοντό ως ηθοποιού με την δική του διακριτή παρουσία και συνεισφορά στον Γαλλικό μεταπολεμικό κινηματογράφο, τότε, στα καθ’ ημάς και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της τελετής στον Γαλατά Χανίων, δόθηκε σημασία, μέσω του τραγουδιστικής επιτέλεσης του ριζίτικου ‘Τον αντρειωμένο μην τον κλαις,’ στην γενικότερη συνεισφορά του Μίκη Θεοδωράκη στο καλλιτεχνικό-πολιτισμικό αλλά και στο πολιτικό γίγνεσθαι, ανάγοντας τον στο ύψος της σημαντικής προσωπικότητας (ο ‘άντρας κάνει τη γενιά’), όταν για στην αντίστοιχη Γαλλική τελετή ο Μπελμοντό μνημονεύεται ως ηθοποιός.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.
Exit mobile version