Site icon Times News

Για τον Άκη Τσοχατζόπουλο

Πριν από λίγες ημέρες, απεβίωσε ο πρώην βουλευτής και υπουργός κυβερνήσεων του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), Άκης Τσοχατζόπουλος, ένα εκ των ιδρυτικών στελεχών του κόμματος με έντονη πολιτική και κοινοβουλευτική δράση.

Είθισται, σε τέτοιες περιπτώσεις, περισσότερο κοινότοπα, να λέγεται πως με τον θάνατο του προσώπου (εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό πρόσωπο), κλείνει μία εποχή και δη μία πολιτική εποχή. Στην ανάλυση μας, θα ακολουθήσουμε μία διαφορετική οδό, επισημαίνοντας αρχικά πως ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ναι μεν συνδέθηκε με το ΠΑΣΟΚ, πολιτικοϊδεολογικά, από την άλλη όμως, δεν το ενσάρκωνε, δίχως μία τέτοια επισήμανση να αίρει την πολυκύμαντη διαδρομή και πορεία του εντός του κόμματος του, και, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, εντός της περιόδου της Μεταπολίτευσης, περίπου έως τα τέλη της δεκαετίας του 2000.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα πούμε πως η πολιτική εξέλιξη του Άκη Τσοχατζόπουλου που υπήρξε μέλος και του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ),1 συμβαδίζει ουσιαστικά με την κομματική-πολιτική πορεία του κόμματος στο οποίο εντάχθηκε και υπό τα σύμβολα του οποίου έδρασε, με τον ίδιο να εγγράφει στην κομματική-πολιτική του πορεία εντός του Πασοκικού βιότοπου, τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις του, τα χρονικά ορόσημα και τα κυβερνητικά του επιτεύγματα, διαμορφώνοντας έτσι και το ανάλογο πολιτικό κεφάλαιο.

Διαφορετικά ειπωμένο, όσο μη γραμμική υπήρξε η πορεία και δη η Μεταπολιτευτική πορεία του κόμματος στο οποίο και ανήκε, άλλο τόσο μη γραμμική υπήρξε και η δική του, με την κομματική-πολιτική του ταυτότητα να συντίθεται από παράλληλες στρώσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ίδιος υπήρξε ένα ιστορικός στέλεχος το οποίο την ίδια στιγμή διέθετε ένα ευδιάκριτο υπόστρωμα κομματικής ‘νομιμοφροσύνης’ (‘είμαι ΠΑΣΟΚ’) στο σημείο όπου αυτό το υπόστρωμα ήσαν η απαραίτητη προϋπόθεση ή αλλιώς, μία εκ των απαραίτητων προϋποθέσεων για την συμμετοχή του στον κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό.

Ο Άκης, όπως αποκαλούνταν, ως δείγμα συντροφικότητας και μίας ευρύτερης οικειότητας, πριν από πολλούς, εμβαπτίσθηκε στα νάματα μίας πολιτικής κουλτούρας μαζικής, ιδίως την περίοδο του 1980, και μεταγενέστερα, την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης, τηλεοπτικοποιημένης, εκεί όπου ο ίδιος, κάτι που συνήθως παραγνωρίζεται υπήρξε αρκούντως τηλεοπτικοποιημένο2 πρόσωπο που δεν συνέβαλλε στο να αποκτήσει νόημα και πολιτική υπόσταση ο όρος πολιτική ‘τηλεμαχία.’ Δίχως να εμπίπτει στην κατηγορία του δημεγέρτη.

Παράλληλα, το ίδιο το κομματικό στέλεχος μπορούσε να κατέχει υψηλόβαθμα κομματικά-αξιώματα απολαμβάνοντας της εμπιστοσύνης του Ανδρέα Παπανδρέου, κινούμενος όμως και με γνώμονα την επικοινωνία με την οργανωμένη βάση του κόμματος, ώστε το μήνυμα ή τα πολιτικοϊδεολογικά μηνύματα του κόμματος να φθάσουν στους αποδέκτες τους, αποκτώντας νέο περιεχόμενο.

Καθ’ όλη την διάρκεια του πολιτικού του βίου, ο Άκης Τσοχατζόπουλος ενάλλασσε την ιδιότητα του κομματικού στελέχους με αυτή του πολιτικού προσώπου, καταφέρνοντας να μεταπηδά σε διάφορα υπουργεία δίχως να επωμίζεται ιδιαίτερο πολιτικό κόστος, και να είναι όσο προσαρμοστικός χρειάζεται ώστε, όχι μόνο να διατηρεί το συμβολικό-πολιτικό του κεφάλαιο,3 αλλά να το ενισχύει κιόλας, αποκτώντας χαρακτηριστικά οιονεί τεχνοκρατικού προφίλ και εκείνου του δοκιμασμένου πολιτικού που μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως, όχι μόνο διεκδίκησε, φθάνοντας πολύ κοντά μάλιστα, την πρωθυπουργία του κόμματος, μετά την αδυναμία του Ανδρέα Παπανδρέου να ασκήσει τα καθήκοντα του, καθώς και την αρχηγία του κόμματος λίγο αργότερα (στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 1996), αλλά, κατάφερε να επιτύχει να εμφανιστεί ως το άτυπο ‘νούμερο 2’ του κόμματος και ο συνεχιστής της Ανδρεοπαπανδρεϊκής κληρονομιάς, με κυριότερο στοιχείο όμως, την ικανότητα της άμεσης προσαρμογής του στο εκσυγχρονιστικό κυβερνητικό εγχείρημα του Κώστα Σημίτη, με τον οποίο αναμετρήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά-προγραμματικά για την πρωθυπουργία και την αρχηγία του κόμματος.

Κάποια θα έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την συγκεκριμένη ικανότητα ως ένδειξη πολιτικού χαμαιλεοντισμού. Όμως, δεν θα ακολουθήσουμε την πεπατημένη ούτε τώρα, θεωρώντας πως αυτή η προσαρμογή δύναται να αναδείξει την ικανότητα με την οποία ο Τσοχατζόπουλος διαχειρίζονταν το πολιτικό του κεφάλαιο4 αρθρώνοντας πολιτικό λόγο, την επιρροή που ασκούσε σε σημαντικό μέρος της κοινωνικής συμμαχίας και της βάσης του ΠΑΣΟΚ,5 του τρόπου με τον οποίο έμαθε να διεκδικεί ως κομματικό στέλεχος και πολιτικό πρόσωπο, το εφικτό, διαχωρίζοντας το ουσιώδες από το επουσιώδες.

Όσο ορμητική υπήρξε η είσοδος του στο κομματικό-πολιτικό γίγνεσθαι όμως, άλλο τόσο μοναχικό υπήρξε το τέλος της πολιτικής του διαδρομής, εκεί όπου ο ίδιος βρέθηκε στοχοποιημένος και προφυλακισμένος, με το κόμμα του να κρατά σαφείς αποστάσεις από τα πεπραγμένα του και τον ίδιο να έχει απωλέσει το συμβολικό του κεφάλαιο.

Ακόμη όμως και αν πολλοί στρέφουν το κεφάλι με απογοήτευση στο άκουσμα του ονόματος του, απαρνούνται την πολιτεία του που εντάσσεται εντός του Μεταπολιτευτικού αστερισμού, τον εκλαμβάνουν ως ‘απατεώνα’ και απαρνούνται στο όνομα της καταδίκης του, την όλη πολιτική του πορεία, ο Άκης Τσοχατζόπουλος ήσαν κομμάτι μίας γενιάς πολιτικών στελεχών που αντιλαμβάνονταν την πολιτική συμμετοχή μέσω της κομματικής ταύτισης και εγγύτητας, ήταν έτοιμοι να ‘συγκρουστούν’ πολιτικά και ιδεολογικά (Ο Άκης Τσοχατζόπουλος επένδυσε στον ‘αντι-δεξιό’ λόγο), όπως επίσης και να συναινέσουν στα κρίσιμα διακυβεύματα, καθιστάμενοι, αντιφατικά (όπως βαθιά αντιφατικός6 ήταν και ο ίδιος), ανοιχτοί στο εγχώριο και στο ευρωπαϊκό.

Αυτή η γενιά πολιτικών στελεχών αξίζει να μελετηθεί σε βάθος, δίχως παρωπίδες και αγκυλώσεις, αλλά και δίχως εξιδανικεύσεις. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος κατέστη ένα από τα πολλά πρόσωπα της Μεταπολίτευσης και της εν Ελλάδι Σοσιαλδημοκρατίας, που δεν ζήτησαν να γράψουν την ιστορία αλλά να λάβουν θέση εντός της. Η προσέγγιση ενός πολιτικού προσώπου όπως ο Άκης Τσοχατζόπουλος πρέπει να γίνει απενοχοποιημένα και όχι με όρους αυτο-λογοκρισίας. Κάτι τέτοιο θα συμβάλλει στην βαθύτερη κατανόηση τόσο του ιδίου όσο και του Μεταπολιτευτικού και ισχυρού ΠΑΣΟΚ.


1 Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που εν προκειμένω, αναφέρεται στους τρόπους συγκρότησης των πολιτικών ελίτ του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, έχει συγγράψει ο Γεράσιμος Κάρουλας. Πραγματοποιώντας μία μακροσκοπική έρευνα, αφού έχει θέσει συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα, ο Γεράσιμος Κάρουλας εντοπίζει, τόσο την προέλευση των κομματικών στελεχών που επάνδρωσαν το κόμμα, όσο και την διαδικασία ανάδειξης των πολιτικών-κυβερνητικών ελίτ του κόμματος, εντάσσοντας την όλη διαδικασία εντός ενός ευρύτερου πλαισίου το οποίο και άπτεται της όλης πολιτικοϊδεολογικής και κυβερνητικής μετεξέλιξης του ΠΑΣΟΚ. Έτσι, θα πούμε πως ο Άκης Τσοχατζόπουλος, εντασσόμενος στο ΠΑΣΟΚ από τις απαρχές του, προέρχεται από εκείνη την δεξαμενή στελεχών που έχουν αντι-δικτατορική δράση μέσω της συμμετοχής του στο ΠΑΚ, διαμορφώνοντας πρώιμα την κομματική-πολιτική του ταυτότητα, η οποία και στο πέρασμα των ετών δεν παρέμεινε στατική, διότι αφομοίωνε και μετέπλαθε τα διακυβεύματα της συγκυρίας. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος υπήρξε κομματικό στέλεχος που έδρασε εντός του κόμματος και διαπαιδαγωγήθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε και να καταλάβει υψηλές θέσεις στην κομματική ιεραρχία και υπουργικό πόστο, όντας μέλος της κομματικής-πολιτικής ελίτ. Βλέπε σχετικά, Κάρουλας Γεράσιμος, ‘Οι πολιτικές ελίτ του ΠΑΣΟΚ κατά την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία: Μεταξύ κόμματος, κράτους και κοινωνίας (; ),’ στο: Ασημακόπουλος Βασίλης & Τάσσης Χρύσανθος., (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 107-133.

2 Μία ψύχραιμη θεωρητική αποτίμηση είναι απαραίτητη και σχετικά με την θητεία του Άκη Τσοχατζόπουλου σε διάφορα υπουργεία. Για παράδειγμα, ως υπουργός Εσωτερικών την τριετία 1993-1996, κλήθηκε να συμβάλλει στη διαμόρφωση μίας κουλτούρας διοικητικής αποτελεσματικότητας που δεν απέκλινε από το κεντρικό διακύβευμα της σύγκλισης και της περαιτέρω ενσωμάτωσης της χώρας στις δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπουργική θητεία του Άκη Τσοχατζόπουλου δεν περιορίζεται μόνο στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας με το οποίο και συνδέθηκε, με αρνητικούς όρους, ξεκινώντας ήδη από την δεκαετία του 1980, όταν το ΠΑΣΟΚ απέπνεε την αίσθηση της πολιτικής αυτάρκειας.

3 Αυτό ακριβώς το συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο που είχε συγκεντρώσει, απώλεσε την περίοδο της σύλληψης του με κατηγορίες για διαφθορά (Απρίλιος 2012), με την ουσιαστική, πολιτική του φθορά όμως να έχει ξεκινήσει νωρίτερα, με τον ίδιο να θεωρείται, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ως μέρος ή αναπόσπαστο μέρος του λεγόμενου ‘κυβερνητικού’ ΠΑΣΟΚ, φθάνοντας έως του σημείου να προσλαμβάνεται την περίοδο της σύλληψης του, της απαγγελίας κατηγοριών και της προφυλάκισης του, ως η επιτομή του ‘διεφθαρμένου’ ΠΑΣΟΚ που με την ‘άφρονα’ πολιτική και την ‘ιδιοτέλεια των στελεχών’ του, ‘οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία.’ Αφηγήσεις αυτού του τύπου αναπαρήχθησαν στη δημόσια σφαίρα της περιόδου της κρίσης, στοχεύοντας στην ‘ανηθικότητα’ και πλάθοντας τον ιδεότυπο ενός κομματικού-πολιτικού στελέχους, κύρια με προέλευση από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, ‘κλέφτη.’ Από την δεξαμενή αυτών των αρνητικών και απλοϊκών αφηγήσεων, θεωρούμε πως άντλησε και ο ΣΥΡΙΖΑ, χτίζοντας σταδιακά το αφήγημα του ηθικού πλεονεκτήματος και της ηθικής υπεροχής του έναντι των ‘συστημικών’ και ‘διεφθαρμένων’ κομμάτων, όπως το ΠΑΣΟΚ.

4 Ως προς την διαμόρφωση του πολιτικού του προφίλ, ρόλο διαδραμάτισαν και οι πινελιές ‘λαϊκότητας’ με το οποίο φρόντιζε να το περιβάλλει: Υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος και υπουργός σε σημαντικά υπουργεία αλλά ποτέ σε απόσταση από τον κόσμο της παράταξης, αυτο-προσδιοριζόμενος ως ‘κάτι από την ψυχή της,’ πολιτικό με επιρροή στην ευρύτερη πολιτική σκηνή και στην εκλογική του περιφέρεια, αλλά την ίδια στιγμή, άνετος και προσιτός, λαϊκότροπος με τον τρόπο του και καθημερινός. Και ίσως αυτή η λαϊκότητα που προέβαλλε, να μην έγινε αποδεκτή αρχικά από τμήματα της κοινωνικής και οργανωμένης βάσης του ΠΑΣΟΚ. Το ό,τι δηλαδή, (η πλαισίωση κινείται σε ηθικολογικά πλαίσια), ‘πρόδωσε’ τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν, την λαϊκότητα (κατ’ άλλους, λαϊκισμός), και την αμεσότητα του, το πνεύμα του ‘Πασοκισμού,’ επιλέγοντας έναν πολυτελή γάμο στο Παρίσι.

5 Η σύλληψη του, παραμονές των πρώτων βουλευτικών εκλογών του Μαϊου του 2012, θεωρούμε πως συνιστά μία εκ των παραγόντων εκείνων που συνέβαλλαν στην κοινωνική, πολιτική και εκλογική κατακρήμνιση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, από το 43% περίπου των βουλευτικών εκλογών του 2009, κατακρημνίσθηκε στο 13,18%. Ήταν η σύλληψη του, που έλαβε χώρα εντός της προεκλογικής περιόδου, που λειτούργησε ως θρυαλλίδα για την συστηματοποίηση πολιτικών αφηγήσεων με σημείο αναφοράς το ‘κλεφτοπασόκ,’ την ηθική και πολιτική ‘χρεοκοπία’ της Μεταπολίτευσης, ‘ενσάρκωση’ της οποίας είναι το ΄Πασοκικό καρκίνωμα,’ με τον Άκη Τσοχατζόπουλος ως κομματικό στέλεχος και πολιτικό πρόσωπο (και με τις δύο ιδιότητες), να γίνεται αποδέκτης του θυμού (για την κρίση, σε μία περίοδο που αναζητούνταν ‘ένοχοι’), της επιθυμίας κάποιος ή κάποιοι να ‘πληρώσουν,’ της αντι-κομματικής στάσης και των άκρατων γενικεύσεων, δεικνύοντας προς το κόμμα: Τελετουργικά και πολιτικά, μαζί με τον συλληφθέντα πρώην υπουργό, ‘θυσιάσθηκε’ και το κόμμα του για να φυσήξει ούριος άνεμος στα πανιά της αντι-μνημονιακής ρητορικής.

6 Ο Άκης Τσοχατζόπουλος ίσως υπέκυψε στη ‘γοητεία’ του ονόματος του, στη σαγήνη του εύκολου.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.
Exit mobile version