Γιάννης Γ. Σφακιανάκης : “Η λευκή θυσία” | Διήγημα

by Times Newsroom
  • ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ

Η λευκή θυσία

 

ΣΤΙΣ εφτά η ώρα εκείνης της βραδιάς έγιναν πολύ παράξενα πράγματα. Ενώ σε όλη την άλλη χώρα επικρατούσε γαλήνη, ο ουρανός ήταν ολοκάθαρος και στο πλάτος του ταξίδευαν αθώα πουλιά, εδώ, στο κέντρο του κάμπου, φύσηξε άξαφνα ένας περίεργος άνεμος και τους τύλιξε. Τους έφερε γύρω πολλές φορές, τους στροβίλισε μες στο χωνί του κι έφυγε.

Ένα ματωμένο σύννεφο κρεμάστηκε πάνω από τα κεφάλια τους.

– Ξέρεις τίποτα ; Του λέει η γυναίκα, που είχε πέσει πάνω στα μαλλιά της ένα κομμάτι ήλιος και τα μάτια της είχαν το χρώμα ενός μαβιού λουλουδιού.

Ο άνθρωπος κρατούσε σιωπή.

– Δεν σου φαίνονται όλ’ αυτά παράξενα ;

Ο άνθρωπος κρατούσε χαμηλωμένο το βλέμμα. Απόφευγε τα μενεξεδένια μάτια της ξανθιάς γυναίκας.

Πέρασε η παράξενη ανεμική. Το σύννεφο πήγε μακριά, πολύ μακριά κατά τη δύση κι έβρεξε τη θλίψη του στη θάλασσα. Άσπρα πουλιά ταξιδεύανε στον ουρανό…

***

Όταν ξύπνησε μέσα σε κείνο το δωμάτιο της φάνηκε πως ήτανε μέρα. Πάλι όμως σα να ήτανε βράδυ. Ένα θολό συγκεχυμένο βράδυ. Μπορούσες να υποθέσεις πως ήτανε πρωινό και απόβραδο μαζί, γιατί το ένα είχε μπει αξεδιάλυτα μες στο άλλο.

Θυμάται πως ο άντρας την οδήγησε ώς εδώ και τήνε κλείδωσε γυρνώντας δυο φορές το κλειδί στην πόρτα. Γιατί όμως δυο φορές, αυτό δε μπορούσε να το εξηγήσει.. Τής ήταν ακατανόητο αυτό το στρίψιμο του κλειδιού δυο φορές στην κλειδαριά. Δεν αντιστάθηκε. Πώς και γιατί ν’ αντισταθεί σ’ αυτόν που την έφερε δω μέσα και την κλείδωσε ; Έτσι έπρεπε, άλλωστε, να γίνει. Θυμάται το στρόβιλο της χθεσινής νύχτας. Έφυγε σαν ένα μεγάλο μάτι πάνω στον κάμπο κι έμειναν μόνοι τους να κανονίσουν τη ζωή και την ακεραιότητά τους. Σα δυο άνθρωποι, σαν ένας άνθρωπος, δεν ξέρει πια. Ένα θυμάται, που είναι και το ουσιαστικό :

Τον ακολούθησε με ελεύθερα χέρια, τον διάλεξε.

Τα έπιπλα, αφού έλιωσαν μες στο σύθαμπο, βγήκαν άστρα στον ουρανό και φώτισαν ανάμεσα από τις κουρτίνες των παραθυριών. Τα έπιπλα τότες έγιναν πράγματα που μαζί τους μπορούσε να μιλήσει. Και κάτι άλλο : Αν έβγαζε το άσπρο χέρι της έξω από το παράθυρο, θα μάζευε μια χούφτα άστρα που είχαν πέσει πάνω στη μεγάλη μανόλια.

– Οι λευκοί φωτεινοί ανθοί της ζωής μου ! Είπε : Όταν θα ’ρθει να μου ανοίξει, τα πράγματα θα είναι νέα έξω. Θα έχω γεννηθεί δυο φορές.

Τής φάνηκε πως η πόρτα ψήλωσε κι ανέβηκε πάνω από την οροφή. Αισθάνεται ένα βάρος στο κούτελο, ψαχουλεύει, δε βρίσκει τίποτα.

Τώρα τα νερά θα ’χουν τραβηχτεί, θα μπορεί να περάσει, να πάει να κρυφτεί μέσα σε κείνη την κουφάλα του γέρου πλάτανου. Από κει θ’ ακούει το τραγούδι του μικρού αγοριού, που, όταν υπάρχει φεγγάρι να τραβήξει τα νερά, το τραγουδεί ανεβαίνοντας το ψηλό πευκόδασο με το σκύλο του.

Απλώνει το χέρι της στην κασετίνα με το βελούδο. Τίποτε δεν την εμποδίζει ν’ απλώσει το χέρι της. Λέει μάλιστα κάτι που τής φαίνεται αστείο και γελάει :

– Θα κόψω κείνο το μεγάλο άστρο από το τσαμπί του και θα το δώσω του μικρού μου φίλου κι αυτός θα το δώσει του σκύλου του.

Τα γέλια της ξυπνούν τα πράγματα. Χώνει το άσπρο, φεγγερό χέρι της στη βελουδένια θήκη με το πιστόλι. Το έβαλε ο ίδιος κει μέσα και είπε : “Θα το βρει όταν θα ξυπνήσει”.

Ωραίο όπλο, το κρατά μες στο βελούδο. Μα όλη η ιστορία είναι να το υψώσει.

Η πόρτα ανοίγει. Μες στο πλαίσιό της ο άντρας. Η γυναίκα θέλει να φωνάξει, μα δε μπορεί. Η φωνή της πνίγεται μες στο στήθος της, που ανεβοκατεβαίνει σα λευκό κύμα. Μακρινό βογγητό. Σηκώνει το χέρι και πιέζει τη σκανδάλη. Δεν ακούγονται κρότοι, μα είναι βέβαιη πως έχει ανοίξει πολλές τρύπες στο στήθος του, όπου φυτεύτηκαν κάτι πράγματα σα λευκάνθια.

Αυτός δεν υπάρχει πια, είναι σίγουρη για την ανυπαρξία του, όπως είναι σίγουρη πως όλ’ αυτά γίνουνται κάτω από τα έκπληχτα μάτια της : Κι όμως κάποιος βηματίζει σ’ ένα από τα πλαϊνά δωμάτια. Η πόρτα της ανοίγει χωρίς κλειδί. Και ήταν βέβαιη πως την είχε κλειδώσει με διπλή στροφή.

Πετάει το καπέλο και το παλτό του πάνω στο ντιβάνι και την πλησιάζει, τής πιάνει το χέρι, που φέγγει, μες στα δικά του. Παραμερίζει τη δαντέλα και το φιλεί στα στιλπνά νύχια.

Οι σκοποί του είναι μεγάλοι και τρομεροί, από την ώρα που το ματωμένο σύννεφο έπεσε στη θάλασσα. Προσπαθεί να τους μαντέψει. Μα οι σκέψεις της είναι στυφές, αδρές σαν άγουροι καρποί. Και τα λόγια της λιώνουν στις άκριες των δακτύλων της. Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια δύναμη. Άλλοι την έχουν στα χέρια, άλλοι στα μάτια. Αυτός είχε μια δύναμη στην προέκταση των χεριών. Μια φλόγα που τρυπούσε την ψυχή των πραγμάτων. Η καταγωγή του ήτανε από κείνο το μεγάλο., το λαμπερό και το πιο αγέρωχο άστρο τ’ ουρανού.

Μια φλόγα από γαλάζιο όνειρο και σκληρή σα μέταλλο, αλαζονεία. Δε μπορεί να πει τίποτ’ άλλο και λέει, “τρομερό”. Είναι όμως τόσο βέβαιη, πως όλ’ αυτά συμβαίνουν στ’ αλήθεια, που κάνει να τραβήξει το χέρι της από το δικό του που την καίει :

– Δεν κοιμήθηκες ακόμα, Άννα ;

(Ω, αυτό το σύννεφο που είχε κρεμαστεί χθες πάνω από την πρώτη και τελευταία τους συνάντηση κι ύστερα πήγε κατά τη θάλασσα αυτός ο άνεμος που τους τύλιξε, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν ησυχία…)

Δεν είχα ύπνο.

– Έτσι είναι κάθε βράδυ.

(Πώς είναι έτσι, αφού χθες συναντήθηκαν για πρώτη φορά, αφού απόψε είναι η πρώτη νύχτα των λευκών γάμων τους 😉

Τραβάει το χέρι της, σηκώνεται και πηγαίνει κοντά στο παράθυρο. Έχουν τραβηχτεί οι βαριές κουρτίνες κι έδιωξαν τ’ άστρα.

Ο άντρας βλέπει το πιστόλι στη βελουδένια θήκη του και γελά. Το κοιτάζει, είναι γεμάτο. Δεν είναι “μπιμπελό”· είναι βέβαιος, όπως είναι βέβαιος και για τη γυναίκα του.

– Άννα ! της λέει : έχεις εδώ ένα όπλο γεμάτο.

Δεν απαντά, μα χωρίς να το θέλει πηγαίνει κοντά του. Αιστάνεται τώρα το ζεστό και βαρύ χνώτο που βγαίνει σαν πυρωμένη ανάβρα μες από τα έγκατά του, νιώθει το αδρό χέρι του σαν τη χοντρή και άξεστη φλούδα τού πλατανιού και θαρρεί πως αρχίζει να τον μισεί. Γιατί ενώ του λέει πως από τις εφτά η ώρα θα συμβεί αυτό το τρομερό πράγμα, ο μελαχροινός άνδρας χαμηλώνει τα μάτια και χαμογελάει.

Κι οι δυο σωπαίνουν… σωπαίνουν με μια σιωπή που μιλάει. Μα σ’ αυτόν η σιωπή μιλάει πάνω στ’ ακροδάχτυλα, ενώ στη γυναίκα τραγουδεί μες στα μάτια και λέει αυτούς τους στίχους πάνω σ’ ένα πολύ γνώριμο μοτίβο :

Ένα βράδυ με φεγγάρι,
αγαπηθήκαμε με μίσος.
Ένα βράδυ με φεγγάρι
μισηθήκαμε με αγάπη.

Πηγαίνει πάλι με αργό βήμα στο παράθυρο, παραμερίζει τις κουρτίνες και στέκεται εκστατική.

Η αυγή κυματίζει πάνω στο στήθος της.

Τής φαίνεται πως ακούει για πρώτη φορά τη φωνή του μικρού της φίλου, που τραβάει με το σκύλο του κατά το πευκόδασο. Το φεγγάρι έχει τραβήξει τα νερά και θα μπορέσει να περάσει χωρίς να βρέξει τα γόνατά του.

  • Πρώτη δημοσίευση : ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Μηνιαίο Λογοτεχνικό περιοδικό. Διευθυντές – ιδιοκτήτες : Ισιδώρα Καμαρινέα – Κλέαρχος Στ. Μιμίκος. Τόμος τρίτος, τεύχος 2, Φεβρουάριος 1943.

______________________________________________________

Γιάννης Γ. Σφακιανάκης (1903-1987)

Ο Γιάννης Σφακιανάκης γεννήθηκε στη Νεάπολη της Κρήτης. Καταγόταν από την οικογένεια του αγωνιστή Δασκαλογιάννη από τα Σφακιά. Σε ηλικία εννιά χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ηράκλειο, όπου τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου και γράφτηκε στη Δημόσια Εμπορική Σχολή. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε ως διευθυντής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου και στη συνέχεια στράφηκε στη δημοσιογραφία ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ελεύθερη Σκέψη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε γύρω στα 1930 με δημοσιεύσεις διηγημάτων στον αθηναϊκό Τύπο, και επίσημα με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Διηγήματα το 1932. Την ίδια χρονιά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών και εγκαινίασε τη συνεργασία του με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (Το Ξεκίνημα, Νέα Εστία, Νέα Εποχή, Νεοελληνικά Γράμματα, Νεοελληνική Λογοτεχνία, Τα Νέα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Πειραϊκά Χρονικά, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Νέα Πορεία, Τέχνη κ.α.) και εφημερίδες της πρωτεύουσας και του Πειραιά. Εκτός από την πεζογραφία ασχολήθηκε επίσης με την ποίηση, το θέατρο, τη μετάφραση αλλά και το δοκίμιο και την κριτική. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά, σλοβένικα, σουηδικά και φινλανδικά. Τιμήθηκε με το Α’ κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1960 για το έργο του Οι ένοχοι) και το Α’ κρατικό βραβείο διηγήματος (1970 για το Η χώρα με τους ανέμους). Πέθανε στην Αθήνα. Χαρακτηριστικό της συγγραφικής δραστηριότητας του Σφακιανάκη είναι η διαρκής αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης, τόσο στο επίπεδο των ειδών του λόγου με τα οποία ασχολήθηκε, όσο και στα εκφραστικά μέσα και λογοτεχνικά ρεύματα που αξιοποίησε. Πολυγραφότατος και συνεχώς πειραματιζόμενος, αποπειράθηκε να διαμορφώσει ένα ενιαίο εκφραστικό ύφος στο σύνολο του έργου του, μέσα από τον έντονα λυρικό και ιδιαίτερα επιμελημένο – τόσο δομικά όσο και οργανικά – λόγο του, περνώντας από την εσωτερική γραφή, τον εξπρεσσιονισμό και το συμβολισμό στο χώρο του ρεαλισμού, του επικού ύφους και της ηθογραφίας. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Σφακιανάκη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, “Σφακιανάκης Γιάννης”, στη “Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, τ. 12, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Αλέξης Ζήρας, “Σφακιανάκης Γιάννης”, στο “Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό”, τ.9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Τάσος Κόρφης, “Γιάννης Γ. Σφακιανάκης”, στο “Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)”, τ. Η΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1993.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή