Γιάννης Μήτρου: Να συνδυάζουμε πολυμορφικά την τέχνη σε σχέση με τη ζωή

by Γιάννης Φραγκούλης
Share this
  • Ο Γιάννης Φραγκούλης συζητά με το Γιάννη Μήτρου

Μιλήσαμε με το Γιάννη  Μήτρου, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Performance Art, ασυνείδητο, σώμα, παραστασιακή πράξη», από τις εκδόσεις Μπαρμουνάκη, το 2020, στη Θεσσαλονίκη. Η συζήτηση, όπως είναι φυσικό, επεκτάθηκε σε αυτό που ονομάζουμε Performance, στον τομέα της τέχνης που ο συγγραφέας του βιβλίου ερευνά και στον οποίο δημιουργεί για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ποια ήταν η αφορμή να εκδώσετε αυτό το βιβλίο;

Θεωρώντας ότι δεν υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία θεωρητική, σοβαρή προσέγγιση εμπεριστατωμένη, όσο γίνεται, πάνω στο φαινόμενο της Performance Art, που είναι ένα παραστασιακό φαινόμενο, μπήκα στη διαδικασία, μέσα από πρακτική και καλλιτεχνική έρευνα, αλλά και θεωρητική, να δομήσω ένα σύγγραμμα που θα έδινε τα καταγωγικά στοιχεία ή θα ασχολούνταν με αυτά της Performance. Η αφορμή αποτελούσε και αποτελεί το πώς αυτό το φαινόμενο πήρε τέτοιες διαστάσεις, στη συγχρονία μάλιστα, δηλαδή αποτελεί ένα φαινόμενο σύγχρονης τέχνης, ταυτόχρονα όμως πατάει σε κάτι πολύ θεμελιακό, σε αυτό που ονομάζεται παραστατική ιδιότητα του ανθρώπου. Φυσικά μπορεί να συσχετιστεί τόσο με το τελετουργικό φαινόμενο, όσο και, γενικότερα, με κάθε είδους παραστασιακή μορφή.

Ποια είναι, μπορούμε να πούμε, ότι είναι η νομοτέλεια της Performance Art;

Η σύνδεση με τα εικαστικά, με τη visual art, γιατί ξέρουμε ότι, ιστορικά, ένα μέρος της Perfomance Art προκύπτει από εκεί μέσα, σχετιζόταν με την ανάγκη μιας έκφρασης των καλλιτεχνών, που ξεκινάει, θα έλεγα εγώ, από τις αρχές του 20ου αιώνα με το κίνημα των Dada, όπου επαναανακαλύπτουν το ζωντανό σώμα στο ζωντανό χώρο και μπαίνουν στη διαδικασία των ζωντανών δράσεων, με έναν ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης, συνδυάζοντας πολύπλευρα, πολυμορφικά την Τέχνη στο χώρο, την Τέχνη σε σχέση με τη ζωή.

Ποια είναι η σχέση της έρευνας, σε αυτό τον τομέα της τέχνης, με την επιστήμη και την καθημερινή ζωή του ανθρώπου;

Οπωσδήποτε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου και κυρίως όσον αφορά στη θεωρητική έρευνα, η οποία θεωρητικοποιήθηκε και έδωσε τη δυνατότητα να στηθεί ο θεωρητικός λόγος βάσει δεδομένων, σχετίζεται άμεσα με την παραγωγική, καλλιτεχνική διαδικασία, τη μεθοδολογία και την έρευνα, εμού και της ομάδας μου, της Almakalma και του Διεθνούς Εργαστηρίου Έρευνας Παραστατικών Τεχνών, το οποίο διευθύνω τόσα χρόνια. Είναι μία έρευνα που ξεκινά πολύ παλιά για εμένα, προτού γίνει η Almakalma, ως τέτοιος πυρήνας, ήδη από το 1995 ή 1996, από το Χάος1, όπου παίρνω το σπίτι που έμενα τότε, μία  τούρκικη μονοκατοικία, και τη μετατρέπω σε εγκατάσταση, ανοικτή 24 ώρες για το κοινό, για ενάμιση μήνα, δηλαδή μία Performance διάρκειας, και αυτό ήταν τόσο μία καλή σύνδεση του θέματος που με απασχολούσε και με απασχολεί, του χάους με την τέχνη, της επιστήμης με την τέχνη, όσο όμως πως εμπλέκεται η καθημερινή ζωή, ο κόσμος γύρω μας, ο δημόσιος χώρος, αν θέλετε, αλλά και ο ιδιωτικός χώρος μέσα στην παραγωγή μιας δράσης, μιας δομής η οποία έχει τα παραστασιακά χαρακτηριστικά.

Ποιο είναι το κοινό αυτής της έρευνας, της τέχνης και του ανθρώπου σαν κοινωνική οντότητα;

Αυτό που συνέβη αργότερα -και αποδείχτηκε- όσο η έρευνα γινόταν ακόμα πιο συγκεκριμένη, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, πατώντας άλλοτε στο μύθο, άλλοτε σε εργασίες του Γκροτόφσκι, του Κάντο ή ερχόμενη σε επαφή με όλη την εξελικτική πορεία των διαφόρων performers, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, τόσο περισσότερο διέκρινα ότι υπάρχει ένα κοινό στοιχείο, αυτό είναι η παραστασιακή μορφή, το ασυνείδητο και το σώμα, όλα αυτά σε ένα, για αυτό λέω «κοινό στοιχείο». Άρα υπάρχει μία καταγωγική σχέση του φαινομένου της Performance Art, ανά τους αιώνες γιατί μία πρώτης τάξεως Performance θα μπορούσε να ήταν μία θρησκευτική τελετή.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε έναν ορισμό της Performance, ως καλλιτεχνική πράξη;

Μέσα από αυτή την εργασία, τόσο στο βιβλίο όσο και στην καλλιτεχνική πράξη, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό μέρος, εκείνο που θα μπορούσα να πω είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένας κλειστός ορισμός της Performance. Είναι ένα σημαίνον πάνω από όλα, που λειτουργεί με έναν τελεστικό τρόπο, δηλαδή τελεί πάνω σε μία διαδικασία νοημάτων, περιεχομένων, προκειμένου να τροφοδοτήσουν το φαινόμενο μιας παραστασιακής πράξης. Αυτή η παραστασιακή πράξη σίγουρα έχει να κάνει με το σώμα, ζωντανό, συμβολικό, φαντασιακό και βιολογικό, και σίγουρα έχει να κάνει με ένα ασυνείδητο που, στην Τέχνη, παίζει μεγάλο ρόλο, το οποίο εκβάλλει ακριβώς κατά τη ζωντανή δράση. Το κύριο, όμως, χαρακτηριστικό που μας ενδιαφέρει, τόσο σε επίπεδο θεωρητικό όσο και πρακτικό, στην ομάδα εργασίας, είναι ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωντανή δράση ως έργο τέχνης. Θεωρούμε ότι ο performer είναι δημιουργός και δημιούργημα στον ίδιο χώρο. Δουλεύοντας με αυτό το αξίωμα και, κυρίως, δουλεύοντας πάνω στην έννοια «τραύμα» («trauma»), βάζουμε στο παιχνίδι πολύ το ασυνείδητο, έτσι ώστε να δούμε πως το βίωμα μετατρέπεται σε υλικό για έργο τέχνης, για δημιουργία, και ταυτόχρονα δουλεύουμε πάνω σε ερμηνείες, μετερμηνείες, γενικότερα του φαινομένου της Performance ακόμα και αν οι performers ακολουθούν ένα πιο ακραίο σωματικό τρόπο. Εντούτοις, όλοι τους μπορούν και σχετίζονται με άλλα εξωτερικά υλικά, κάποιοι από αυτούς μπορούν και δημιουργούν μία σχέση εγκατάστασης στο χώρο, σε σχέση με το σώμα που δρα, και έτσι, με αυτό τον τρόπο, δημιουργούμε μία πολυμορφικότητα στην προσέγγιση του ίδιου του φαινομένου.

Υπάρχει μία σχέση της Performance με την ψυχανάλυση;

Μέσα σε αυτή, λοιπόν, τη διεργασία, τις μετακυλήσεις νοημάτων και πρακτικών υπάρχει -για έμενα, τουλάχιστον, έτσι λειτούργησε- μία διαλεκτική σχέση της ψυχανάλυσης, με την οποία ασχολούμαι θεωρητικά και κλινικά, και του φαινομένου της τέχνης, με το οποίο ασχολούμαι θεωρητικά και πρακτικά. Σε μεγάλο βαθμό η ίδια η εμπειρία της τέχνης τροφοδότησε την ανθρώπινη κατάσταση, την οποία συναντάς μέσα από το ασυνείδητο σε μία ψυχαναλυτική διαδικασία, αλλά και η  ψυχαναλυτική διαδικασία έδωσε μία τεράστια ώθηση να μπορώ να αντιμετωπίσω το φαινόμενο της τέχνης και τις πολύπλευρες διαστάσεις, τις πολύπλοκες ψυχικές διαστάσεις του με ένα παραγωγικό τρόπο και, κυρίως, παραγωγικό.

Με ποιο τρόπο προσεγγίζετε το φαινόμενο της Perfrmance Art σήμερα;

Μέσα από αυτούς τους όρους, θα έλεγα ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη εκδοχή μιας προσέγγισης του φαινομένου της Performance Art, όπου θα μετεξελιχθεί, θα εμπλουτιστεί και θα ανοίξει ακόμη περισσότερο και στον ίδιο χρόνο τροφοδοτούμαι και εμπνέομαι από διάφορες περιπτώσεις, μία από αυτές είναι οι μετασοβιετικοί καλλιτέχνες, κυρίως της Performance Art, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αποτελούν ενεργό περιθώριο, μας δίνουν ιδιαίτερες πολιτικές διαστάσεις του φαινομένου της Performance, σε ένα ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, όπως είναι η μετασοβιετική κατάσταση και, μάλιστα, θα έλεγα, σε επίπεδο δράσεων, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη σκληρότητά τους, για την οποία κυρίως είναι γνωστοί, και για τη μαχητικότητά τους, όπως είναι οι Pusy Riot κ.λπ., αλλά κα για το γεγονός ότι η έννοια μαχόμενος καλλιτέχνης, παίρνει μία διαφορετική διάσταση, δεν αφορά στη στράτευση, αλλά αφορά κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβάνονται εκ νέου όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο χάσμα της πτώσης και ότι επακολούθησε μετά -και το μαχόμενο αποτελεί έναν τρόπο να επαναπροσδιορίσουν την ίδια τους την ύπαρξη.

Μιλήστε μας για την έκδοση, για τον τρόπο παραγωγής αυτού του βιβλίου.

Θέλω να πω εδώ ότι γενικά η παραγωγή των θεωρητικών βιβλίων και ειδικά της Τέχνης, στην Ελλάδα, είναι μία δύσκολη υπόθεση, δεδομένου ότι χρειάζεται να σε εμπιστευθεί ένας εκδοτικός οίκος και να είναι πολύ ανοικτός στον τρόπο της έκδοσης. Για εμένα, θεωρώ ότι στάθηκα τυχερός, ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης, από την πρώτη στιγμή, είχε παρακολουθήσει μάλιστα κάποιες Performance των παιδιών και δικές μου, καθώς επίσης και κάποιες ομιλίες που είχα κάνει σε κάποια συνέδρια, είχε εντυπωσιαστεί από το είδος αυτό και με πλησίασε προκειμένου να δει αν έχω πρόθεση να γράψω κάτι πάνω σε όλο αυτό το φαινόμενο. Οπότε από την πρώτη στιγμή είχα αρωγό τον Μπάμπη Μπαρμπουνάκη. Ταυτόχρονα, όμως, σε κάθε μου αίτημα που αφορούσε από την αισθητική του στησίματος του βιβλίου μέχρι το τι θα υπάρχει εκεί μέσα, όσο ακραίο και διαφορετικό και αν είναι, δεν υπήρχε καμία απολύτως παρέμβαση. Ήμουν απόλυτα ελεύθερος να συγγράψω. Αυτό το θεωρώ πολύ σπουδαίο. Από την πρώτη στιγμή που βγήκε το βιβλίο προτάθηκε από τον Μάπμπη Μπαρμπουνάκη να μεταφρασθεί αρχικά στα αγγλικά, που είναι απαραίτητο στις μέρες μας, προκειμένου να διαδοθεί -και ήδη υπάρχει τέτοια προσπάθεια- στην Αγγλία και σε άλλες χώρες σαφώς, εφόσον τα αγγλικά είναι μία παγκόσμια γλώσσα, αλλά επίσης υπάρχει μία συζήτηση για μετάφραση στα γαλλικά, που το θεωρώ επίσης ιδιαίτερα σημαντικό, κυρίως για τους γαλλόφωνους πληθυσμούς.

Share this
The following two tabs change content below.
Γιάννης Φραγκούλης
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή