Γιάννης Σιδέρης | Ήθελε να είναι επαναστάτης με δράση…

by Νίκος Λαγκαδινός
  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Τον θυμάμαι να μπαίνει στα γραφεία του ‘Θεάτρου”, πάντα με το γλυκύτατο χαμόγελό του, να μας χαιρετάει, πρώτα την Έλλη Σάλτα, τη γραμματέα του περιοδικού, κι έπειτα εμένα και να με ρωτάει για τα σχέδιά μου στο χώρο του θεάτρου. Πάντα πριν μπει στο γραφείο του Νίτσου, στεκόταν μαζί μας, λες και δίσταζε να πάει κατευθείαν μέσα.

Την πρώτη μέρα που ο Νίτσος του μίλησε για τη σκέψη του, δηλαδή να ιστορήσει τη ζωή του, ο Σιδέρης αντέδρασε.
Φυσικά από συστολή.
Στη ζωή μου δεν έχω συναντήσει άνθρωπο πιο συνεσταλμένο.
Ομολογούσε ότι δεν ήταν ποτέ στη σκέψη του να γράψει… αυτοβιογραφία.
Είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα στα οποία ο Νίτσος προσπαθούσε να τον πείσει να πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα.

Ο Σιδέρης δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έγραφε κάτι στο οποίο θα ήταν ήρωας ο ίδιος, διότι απλούστατα σε όλα τα γραψίματά του ήρωες ήταν άλλοι: Ηθοποιοί, συγγραφείς, κριτικοί, παραστάσεις…

Ο Νίτσος, με τον τρόπο του, επέμενε σχεδόν φορτικά, σε σημείο που λύγισε την αντίσταση του Σιδέρη και μάλιστα όταν άκουσε τον τίτλο, “Έγκατα…”, πολύ ενθουσιάστηκε.

Τα “Έγκατα…” που δημοσιεύτηκαν στο “Θέατρο” σε πέντε συνέχειες, ήταν σελίδες αυτοβιογραφίας, που άρχιζαν από τότε που ο Σιδέρης ήρθε σ’ επαφή με τον θαυμαστό κόσμο του θεάτρου στα Παριλίσσια του 1900.

Από τεσσάρω-πέντε χρονώ ο πατέρας του τον πήγαινε στον “Παράδεισο”, ένα παλιό μικρό θέατρο.

Είχε διασωθεί από το συνοικισμό των θερινών θεάτρων, που οι δημοσιογράφοι τα είχαν ονομάσει Παριλίσσια, κάτω από τον Αρδηττό, στη λεωφόρο Όλγας…

Ο “Παράδεισος” μπορούσε να καμαρώνει για τη μια από τις ερμηνείες της “Φαύστας” και για το “Λίγο απ’ όλα”…

Ο Σιδέρης ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος δεν ένιωθε μοναξιά γιατί απλώς ζούσε στο θέατρο, για το θέατρο.
Από τα παιδικά του χρόνια, τον πλημμύριζε ευτυχία όταν βρισκόταν στην αίθουσα του θεάτρου.
Τότε καθόταν πίσω-πίσω και παρατηρούσε, όπως γράφει, “την ευφρόσυνη προσέλευση των θεατών”.

Είχα γίνει πια “τύπος”, ο μικρός φιλοθέατρος που ερχόταν πρώτος, κι έφευγε τελευταίος.
Μετά το έργο, έβλεπα τους θεατές να φεύγουν όλοι μαζί.
Δεν έκαναν τίποτα άσκημο, αλλά δεν ήταν και ωραίο, σαν την προσέλευσή τους.
Όπως τους έβλεπα να σηκώνονται, ήξερα πως το δυστύχημα είχε γίνει, το θέατρο είχε τελειώσει!

Στο τέλος λέει ότι πήρε την απόφασή του, με δυο λυτρωτικούς σκοπούς:

Πρώτον θα προσπαθούσα να γλιτώσω το θέατρο απ’ το θάνατο της κάθε βραδιάς και απ’ τον τέλειο θάνατο, που φοβόμουνα ότι θα μπορούσε να εξαφανίσει το ιδανικό μου, στο σύνολό του, και δεύτερον τους φίλους του, από το βασανιστήριο του χαμού του, όταν θα τέλειωνε η παράσταση. Θα ’πρεπε να μάθουν πως το θέατρο, μ’ένα δικό του τρόπο, είναι αθάνατο!

Όλο σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να βοηθήσει την αθανασία της κάθε θεατρικής στιγμής.
Μπορεί να είχε προηγηθεί ο Νικόλαος Λάσκαρης, τον οποίο μέχρι τότε [ήταν δεκαπέντε χρονώ] ο Σιδέρης δεν τον γνώριζε κι ούτε είχε ακούσει κάτι σχετικό γι’ αυτόν, αλλά αποφάσισε ότι έπρεπε να ιστορήσει το θέατρο, να δώσει, αν και θαμπά στους άλλους, μια ιδέα για το τι αριστούργημα είχε δημιουργήσει η ευαισθησία και η φαντασία του ανθρώπου με τη Σκηνή και με τα ιδιαίτερά της.

Γι’ αυτό, όταν ήρθε η ώρα, την έκανα έργο μου την Ιστορία· και πάλι, όταν ήρθε η ώρα, με υπόταξε η ιδέα να δουλέψω για το Θεατρικό Μουσείο.

Δεν ξέρω αν οι θεατρολόγοι μας έχουν εντοπίσει στις έρευνές τους αναφορές σχετικές με το ποιος πρώτος είχε την ιδέα της συγκρότησης του Θεατρικού Μουσείου.
Ο Σιδέρης γράφει ότι ο Θόδωρος Συναδινός είχε την ιδέα και μάλιστα ύστερα από ένα ταξίδι του στη Βιέννη, όπου προφανώς είδε τι κάνουν οι ξένοι…
Κι όπως σημειώνει, ο Συναδινός αφοσιώθηκε στην ιδέα της δημιουργίας του Μουσείου και του ανάθεσε την πραγματοποίησή της.

Σημεώνει επιπροσθέτως ότι δεν ήταν ο πρώτος που το σκέφτηκε.
Πρώτος ήταν ο Μιλτιάδης Λιδωρίκης, άνθρωπος της παλιάς καλής Αθήνας, στα τελευταία χρόνια μιας περιόδου για το Θέατρό μας, που είχε ξεκινήσει από τα 1880, με τις ερασιτεχνικές παραστάσεις των Ανακτόρων, στο θεατράκι τους.
Ο Λιδωρίκης υπηρέτησε τη θεατρική ιδέα με πολλούς τρόπους: οργανωτής ερασιτεχνικών εκδηλώσεων, θεατρικός συγγραφέας πρόζας και επιθεώρησης, σκηνοθέτης.
Αυτός ονειρεύτηκε πρώτος το Θεατρικό Μουσείο και συγκέντρωσε και λίγο υλικό.

Σχεδόν ποτέ ο Γιάννης Σιδέρης δεν μιλούσε για τη θητεία του ως θεατρικού συγγραφέα.

Θ’ αναφέρω μονάχα ότι στις 23 Σεπτεμβρίου 1947 ανέβηκε το έργο του “Άγρια χρόνια” από την Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου Αθήνα, του Τζαβαλά Καρούσου, σε σκηνοθεσία του φίλου του Σωκράτη Καραντινού, στο θέατρο Μακέδο, στην αρχή της Θεμιστοκλέους, Θεμιστοκλέους 4 – που δεν υπάρχει πια.

Όπως ο ίδιος μου είχε εξομολογηθεί, δεν θέλησε να πάει στην πρεμιέρα του έργου γιατί απλώς ντρεπόταν.
Όταν όμως αποφάσισε να πάει, μ’ ένα φίλο του παρέα, είδε με λύπη του ότι το έργο είχε κατέβει διότι ήταν μια παταγώδης αποτυχία.
Και στη θέση του υπήρχε ένα άλλο.
Είναι γνωστό ότι παλιότερα δεν χρειάζονταν και πολλές πρόβες για το ανέβασμα ενός έργου. Υπήρχε ο υποβολέας…

Θα ήθελα να υπογραμμίσω το γεγονός ότι η κυκλοφορία του περιοδικού, του “Θεάτρου”, ήταν μια ευτυχής συγκυρία για τον Σιδέρη, διότι έγραψε εξαιρετικά κείμενα, πολλά από τα οποία εκμαίευσε ο ίδιος ο Νίτσος.
Και ήταν πάντα εικονογραφημένα με παλιά προγράμματα και φωτογραφίες των θεατρίνων μας, από το υλικό του Θεατρικού Μουσείου.

Ενδεικτικά μπορώ ν’ αναφέρω:

• Τα ελληνικά έργα. Η παρουσία τους στη “Νέα Σκηνή” του Χρηστομάνου
• Τα κρητικά θεατρικά έργα. Η παρουσία τους στη νέα ελληνική σκηνή
• Κοσμική ερασιτεχνία στο θέατρο. Η λάμψη της στα επινίκεια του 1912-1913… Μια μελέτη όπου προσπάθησε να δει τις επιπτώσεις των δυο νικηφόρων πολέμων στη θεατρική πορεία. Αναφέρθηκε στις επιτεύξεις της “καλής” κοινωνίας, τα στελέχη που προετοίμασε και τη διάθεση του λαού, του ξεθαρρεμένου από τις νίκες, να θελήσει να γλεντήσει κι εκείνος θεατρικά με την Επιθεώρηση. Όμως αυτά κράτησαν από το 1913 μέχρι το 1915, οπότε η κατάσταση χειροτέρεψε μέσα στην ατμόσφαιρα του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου και ήρθε ο Διχασμός. Κι Σιδέρης γράφει μια μελέτη με τίτλο…
• Ο διχασμός στο θέατρο. Λογοκρισία, διώξεις, βανδαλισμοί
• Παλαιοί πόθοι για την αναβίωση της τραγωδίας
• Το θέατρο του Δημητρίου Βερναρδάκη. Τα εβδομήντα χρόνια της “Φαύστας”, που ανέβηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1893
• Η πρώτη “Αντιγόνη”. Πριν εκατό χρόνια στην Πόλη. Την ερμήνευσε η Πιπίνα Βονασέρα, σε μετάφραση του Ραγκαβή και σκηνοθεσία ενός Ιταλού.
• Ο Σαίξπηρ στην Ελλάδα. Έργα, μεταφράσεις, πρωταγωνιστές. Οι σκηνοθεσίες του Φώτου Πολίτη, του Δημήτρη Ροντήρη, του Καρόλου Κουν, του Γιαννούλη Σαραντίδη, του Πέλου Κατσέλη, του Τάκη Μουζενίδη, του Αλέξη Σολομού. Επίσης αναφορές σε παραστάσεις έργων του Σαίξπηρ από ξένους ερμηνευτές στην Ελλάδα.
• Ο Ρομαίν Ρολάν στη σκηνή μας, όπου παρουσιάζει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που δεν είναι της παρούσης.
• “Πεπαίδευκε την Ελλάδα”. Ο Μολιέρος, δάσκαλος του θεάτρου μας.. Ένα από τα πιο ώριμα κείμενα του Σιδέρη, όπου προσδιορίζει, όσο γινόταν πιο ολοκληρωμένα και σωστά, την επίδραση του Μολιέρου στο νεοελληνικό θέατρο.
• Ο Μιστριώτης λογοκριτής μ’ εντολή Μπαϊρακτάρη. Πριν από 80 χρόνια στην Αθήνα. Ένα έγγραφο που αποδεικνύει τον γλωσσαμύντορα καθηγητή Γεώργιο Μιστριώτη πρώτο λογοκριτή του ελληνικού θεάτρου. Τον είχε διορίσει ο περιβόητος αστυνομικός διευθυντής τη Αθήνας Δημήτριος Μπαϊρακτάρης σ’ επιτροπή προληπτικής λογοκρισίας των θεατρικών έργων.
• Ροζαλία Νίκα, μια δόξα που είχε ξεχαστεί. Μια εποχή ήταν η τρίτη του αστερισμού Μαρίκας-Κυβέλης.
• Η ελληνική οπερέτα. Απ’ αφορμή το θάνατο της Αφροδίτης Λαουτάρη

Εδώ περιορίστηκα ν αναφέρω ενδεικτικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θέατρο”.
Ωστόσο, όπως γνωρίζετε, κείμενα του Σιδερη υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά περιοδικά, όπως η Νέα Εστία και άλλα.

Ο ίδιος έλεγε ότι από τον Δεκέμβρη του 1961, οπότε άρχισε να συνεργάζεται με το “Θέατρο”, έβαλε σε δεύτερη μοίρα τον δεύτερο τόμο της Ιστορίας του.
Ο δεύτερος τόμος της Ιστορίας του Νεοελληνικού Θεάτρου δεν υπήρχε καιρός να συντεθεί, αφού κάθε τεύχος του περιοδικού είχε συνεργασία του.
Αυτό βεβαίως έγινε διότι πίστεψε στην παιδευτική αξία του περιοδικού.
Ωστόσο πολλά από τα δημοσιεύματά του στο “Θέατρο” είναι τμήματα ενός καταδικασμένου σε θάνατο δευτέρου τόμου, αφού τους έγινε η κατάλληλη μικρή διασκευή για να γίνουν αυτοτελή κομμάτια.

Τέλος, ν’ αναφέρω ότι το στέκι του Σιδέρη ήταν στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη.

Εκεί στο μεγάλο τραπέζι, άπλωνε τους τόμους των εφημερίδων.
Ξεφύλλιζε με πολλή προσοχή, έψαχνε κι έγραφε.
Πολλές φορές πήγαινα κι εγώ, πότε για να του μεταφέρω μια φωτογραφία για να την αποκρυπτογραφήσει, πότε για να μου δώσει χειρόγραφά του να τα πάω στον Νίτσο.
Στεναχωριόμουν που δεν μπορούσα να μένω πολλή ώρα μαζί του για να μην του σπαταλάω το χρόνο.
Όμως κι εκείνος ήθελε να μιλάει κι εγώ να τον ακούω.
Μιλούσε πάντα χαμηλόφωνα και μου έλεγε πώς ν’ αξιοποιώ τις ειδήσεις και ό,τι σχετικό γραφόταν για το θέατρο στις εφημερίδες.
Κι ακόμη πώς ν’ αρχειοθετώ τα αποκόμματα, όπου φυσικά έπρεπε να γράφω την ημερομηνία και το μέσο απ’ όπου προέρχονταν.

Ο πόθος του, ο πολύ μεγάλος, όπως σημειώνει στα “Έγκατα”, ήτανε πως ήθελε να είναι επαναστάτης με δράση.
Αλλά έμεινε ένας που φρόντισε μόνο να μη δώσει τη συμπάθειά του σε κανέναν από τους πολλούς τυράννους των καιρών μας.

Στις μέρες του Μεταξά τον κάλεσαν να κάνει διαλέξεις, με βάση σημειώματα δικά τους, πηγαίνοντας σε κάποια εργοστάσια.
Πήγε μια φορά, είδε κάτι κατακουρασμένα και καταδυστυχισμένα, ωχρά κι αμίλητα εργατάκια, να τον ακούνε για λίγο άβουλα..
Πήγε τότε και είπε στον επικεφαλής αυτής της προπαγάνδας ότι ευχαρίστως θα έκανε, αν τους άρεσε, μαθήματα Ιστορίας Θεάτρου. Αυτό ήξερε.
Δεν τους άρεσε και δεν τον ενόχλησαν ξανά…

Ο καημός του Γιάννη Σιδέρη ήταν βρεθεί ο χώρος για το Θεατρικό Μουσείο, όπου δηλαδή θα στεγάζονταν οι θησαυροί μιας τέχνης που αντίπαλό της θανάσιμο έχει τη φθορά.
Κάποτε ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Κίμων Λάσκαρης του είχε εξομολογηθεί ότι θα ήθελε να έχτιζε ένα κτήριο για να εγκατασταθεί το Μουσείο
Αυτό φυσικά για λόγους άσχετους με την επιθυμία και του Λάσκαρη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Απλώς ξέμεινε εκεί στους χώρους του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων και από τότε καμιά κυβέρνηση δεν κατάφερε να νιώσει τη σπουδαιότητά του για να το μεταφέρει σ’ ένα αποκλειστικά δικό του οίκημα, με όλες τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου μουσείου.

The following two tabs change content below.
Νίκος Λαγκαδινός
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
Νίκος Λαγκαδινός

Τελευταία άρθρα απόΝίκος Λαγκαδινός (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή