Γιώργης Έξαρχος: Αιώνιο νέκταρ | Διήγημα

by Times Newsroom 1

ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

Αιώνιο νέκταρ

ΤΗ ΜΕΡΑ που γεννήθηκε, ο πατέρας του έφερε στο σπίτι τους γύφτους γλεντιστές από τον Παρακάλαμο των Ιωαννίνων –πληρώνοντάς τους τεσσάρων γάμων χαρτούρα– για να γιορτάσει τον ερχομό τού πρώτου παιδιού του στη φαμίλια, δηλαδή για να γιορτάσει τη γέννα του πρώτου αγοριού, γιατί ήδη είχε στείλει ο θεός στην οικογένεια τέσσερα κορίτσια, με χρονική απόσταση της μιας γέννας από την άλλη κοντά στον ενάμισι χρόνο.

Κατά παράβαση όλων των τοπικών ηθών και εθίμων και με παραβίαση της τοπικής πραγματικότητας σε θέματα ηθικής τάξεως, που όλοι σχεδόν τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια στο λαρισαϊκό κεφαλοχώρι, ο πατέρας του Πασχάλη Πούσκλια έφερε τη γύφτικη κομπανία των Ηπειρωτών μουζικάντηδων στον οντά της λεχώνας γυναίκας του, να παίξουν τραγούδια γιορταστικά και της χαράς, γιατί «μπήκε μέσα στο σπίτι κι ένας πουτσαράς». Δεν νοιάστηκε καθόλου που το έθιμο επιτάσσει για σαράντα μέρες να μην ιδεί συγγενικό ή ξένο αντρικό μάτι τη λεχώνα και το νιογέννητο παιδί, και τούτος –ακόμα χειρότερα– πριν ακόμα η λεχώνα και το παιδί κλείσουν τρεις ή και εννιά μέρες, δηλαδή πριν να ’ρθουν οι μοίρες να μοιράνουν το παιδί και πριν μάλιστα ο παπάς διαβάσει τις πρώτες ευχές του για την καλοτυχία του νιογέννητου, έφερε, την πρώτη κι όλας μέρα, γύφτους βιολιτζήδες με τα όργανά τους να τραγουδήσουν μέσα στον οντά της λεχώνας και του μικρού αρσενικού! Δεν είχε καν την υπομονή να περιμένει να σαραντίσει πρώτα η μάνα και το παιδί που πριν λίγες ώρες έφερε στον κόσμο, και τούτος, σαν καλός πατέρας –τι καλός, που τον πήρε ο διάολος και τον σήκωσε–, θέλησε γλέντια και χαρές μέσα στο σπίτι του, από την πρώτη κι όλας στιγμή, για να γιορτάσει τον ερχομό του γιου και καραπουτσαρά, όπως τον χαρακτήρισε βλέποντάς τον, γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια και μη χαμπαρίζοντας διόλου τους θείους και τους ανθρώπινους νόμους και κανόνες.

«Καλά, μορέ, σου ’στειλε ο θεός πέμπτο παιδί, και τι παιδί, αγόρι, καραπουτσαρά που λες κι εσύ, και σου ’φυγε το νιονιό από το κεφάλι; Ζουρλός και άμυαλος ήσουν παιδί, ζουρλός και άμυαλος είσαι και τώρα, στα τριάντα πέντε. Τη γυναίκα σου δεν τη σκέφτεσαι, άιντε –λες– γυναίκα είναι, μα τούτο το βλαστάρι, βρε; Τούτο το βλασταράκι που θα δώσει συνέχεια στο όνομά σου; Που θα σε κάνει, βρε, νοικοκύρη; Που θα παντρέψει τις κόρες σου και θα σε ξεκουράσει από τις βαριές δουλειές; Καθόλου δεν το σκέφτεσαι; Τέσσερα θηλυκά είχες και παντού το διαλαλούσες πως “με τέσσερα θηλυκά δεν έχω εγώ στον ήλιο μοίρα”! Και συνέχισες τη σπορά μπας και σου ’ρθει παιδί, μπας και σου ’ρθει αγόρι. Και να το! Καραπουτσαράς και καραμπουζουκλής. Σου έστειλε γιο ο θεός και σου πήρε το μυαλό. Ναι, ναι, μυαλό δεν σου άφησε κουκούτσι. Αντί, μορέ, να πας στην εκκλησιά να ανάψεις ένα κερί ίσα με το μπόι σου και να ευχαριστήσεις την Παναγιά, που η γυναίκα σου είχε εύκολη γέννα, αντί, μορέ, να πεις στον αγιο-Γιάννη μας τον φτωχοπρόδρομο “άγιε μου καλέ μου και συμπονετικέ μου, σ’ ευχαριστώ για το αρσενικό που μου έστειλε ο θεός” και να τραβήξεις μετά κατά το καφενείο του χωριού και να κεράσεις όλον τον κόσμο και τον ντουνιά που ο θεός σε λυπήθηκε και σου έστειλε παιδί αρσενικό, εσύ, χωρίς να χαμπαρίσεις θεούς και δαίμονες, έστειλες τηλεγράφημα στον Παρακάλαμο να έρθει στο σπίτι μας ο Αλεξίου με τους άλλους γύφτους της κομπανίας του και με αυτόν τον τρόπο να γιορτάσεις και να γλεντήσεις τον ερχομό του αρσενικού σου. Και αν, μορέ, τούτο βγει σε κακό του παιδιού; Το κρίμα στο κεφάλι σου, γιε μου. Λες, μορέ, και κυβερνάει την ψυχή σου ο δαίμονας;!»

«Άστα, ρε μάνα, τα λόγια. Εδώ μπήκε μέσα στο σπίτι μας ένας καραπουτσαράς και δεν θα το γιορτάσουμε; Δεν θα το γλεντήσουμε; Τι λες; Θα φοβηθούν οι μοίρες τα βιολιά και το κλαρίνο του Αλεξίου και θα φύγουν; Αχ, ρε, μάνα! Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει… Να τος ποιος θα με ξελασπώσει από τα διάφορα χρέη και θα μου ξεπληρώσει και τα τέσσερα θηλυκά γραμμάτια. Τούτος! Και τούτος, μάνα, δεν είναι απλά ένας αρσενικός. Θα γίνει μεγάλος. Λεβέντης και τρανός. Θα έχει να το μολογάει ο κόσμος στο χωριό και στην περιοχή. Θα περνάει τον δρόμο στο μεσοχώρι και ο ντουνιάς θα τον δαχτυλοδείχνει: “Του Πούσκλια ο καραπουτσαράς! Του Πούσκλια ο λεβέντης!” Μάνα, αλλάζουν τα πράγματα! Μάνα, πάρε το χαμπάρι».

Έτσι, την πρώτη κι όλας μέρα της ζωής του –ναι, μόλις λίγων ωρών βρέφος– ο Πασχάλης Πούσκλιας άκουσε και είδε στον οντά της λεχώνας μάνας του, να παίζουν κλαρίνα, ντέφια, βιολιά και λαούτα, οργανοπαίχτες γύφτοι και γλεντιστές από τον Παρακάλαμο των Ιωαννίνων, είδε κι άκουσε να τραγουδούν άσματα γιορτινά και χαρωπά για τον ερχομό του, τραγούδια που ήταν μόνο για την πάρτη του και για τον καλορίζικο ερχομό του στον ψεύτη τούτον κόσμο και ντουνιά, τραγούδια γι’ αυτόν τον πρώτο αρσενικό της οικογένειας και πέμπτο ζωντανό παιδί μετά από τέσσερις κόρες. Το γεγονός ενός τέτοιου γλεντοκοπήματος, πρωτάκουστου στην περιοχή, μαθεύτηκε από όλον τον κόσμο, γι’ αυτό και όλοι είχαν να λένε:

«Άλλο και τούτο! Ούτε τη λεχώνα σεβάστηκαν, ούτε τις μοίρες τίμησαν!… Σε καλό να τους βγει. Ακούς εκεί, γύφτοι οργανοπαίχτες και βιολιτζήδες στον οντά της λεχώνας και του μωρού, λίγες ώρες μετά τη γέννα!… Ωχ, Γιαραμπή μας, φαίνεται πως ο κόσμος έχασε ντιπ για ντιπ τα μυαλά του. Δεν άφησαν, μορέ, τις μοίρες να μοιράνουν τούτο το αρσενικό που ο θεός τους χάρισε… Κι ο θεός να βάλει το χέρι του!…»

Πράγματι, το γλέντι κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τα τραγούδια που ακούστηκαν από τους γύφτους γλεντιστές της κομπανίας του Αλεξίου ήταν όλα της χαράς και του χορού και πού και πού ειπώθηκαν με καημό και μεράκι μοιρολόγια και άσματα του πόνου και του χάρου. Η χαρτούρα πήγαινε σύννεφο στα κούτελα των βιολιτζήδων και ο κλαριντζής πρωταγωνιστής περνούσε από το ένα τραγούδι στο άλλο. Η σταθερή παραγγελία, όμως, του πατέρα Πούσκλια, ήταν τούτο εδώ το τραγούδι:

Του κήπου μου τριαντάφυλλο και της αυλής μου ρόδο
με το άρωμά σου εγώ μεθώ και χάνομαι στον πόθο.
Βασίλισσα και ρήγισσα και της καρδιάς μου αφέντρα
του “είναι” και του “έχει” μου είσαι η μόνη κλέφτρα.
Σ’ αυτό το σπίτι έχουν χαρά, γλέντι και πανηγύρι
η πέρδικα κι ο αετός πίνουν σ’ ένα ποτήρι.
Νάνι του ρήγα το παιδί και βασιλιάς να γίνει
τη δίψα του μες στη ζωή με νέκταρ να τη σβήνει.
Τούτος ο κόσμος κι ο ντουνιάς σαν ρόιδο μοιάζει μόνο
στο κόκκινο βρίσκει χαρά, χαρά που κρύβει πόνο.

***

Ο Πασχάλης Πούσκλιας όλα τα χρόνια της σχολικής διαδρομής του υπήρξε ο καλύτερος μαθητής της τάξης του. Δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, οι βαθμοί του ήταν άριστοι και δάσκαλοι και καθηγητές εξέφραζαν με απόλυτη βεβαιότητα την άποψη και την εντύπωσή τους ότι: «Αυτό το παιδί θα προκόψει, με τέτοιο μυαλό ξουράφι που διαθέτει». Όμως, τούτο το παιδί δεν συνέχισε στο πανεπιστήμιο, όχι γιατί δεν τα ’παιρνε τα γράμματα, μα γιατί δεν πήρε μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις, αφού κάτι τέτοιο δεν του το επέτρεψε ο πατέρας του.

«Τα γράμματα που έμαθες έως εδώ είναι υπεραρκετά να σε βοηθήσουν να κάνεις όποια δουλειά σου αρέσει ή να μάθεις όποια τέχνη γουστάρεις. Δεν θέλω να γίνεις επιστήμονας, γιατί, βλέπεις, όσοι από τα μέρη μας πήγαν και τελείωσαν κάποιο πανεπιστήμιο, σαν γύρισαν πίσω στα χωριά άρχισαν να κοροϊδεύουν όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους, ακόμα και τους γονιούς τους, και μετά από λίγα χρόνια έριξαν και μαύρη πέτρα πίσω και δεν εμφανίζονται στην περιοχή μας ούτε την Πασχαλιά. Τα γράμματα έχουν δυο κουτάλια: το ένα καλό, το άλλο κακό. Όσοι κοντοχωριανοί και χωριανοί μας μάθανε πολλά γράμματα στα πανεπιστήμια, φαίνεται πως πιάσανε το κακό κουτάλι… Εγώ κάτι τέτοιο δεν το θέλω για σένα. Σε θέλω να μείνεις εδώ στον τόπο μας και να σε έχω μαζί μου. Μην ξεχνάς πως έχεις και τέσσερις αδερφές. Είναι τέσσερα θηλυκά γραμμάτια για εξόφληση. Πρέπει να τα εξοφλήσουμε μαζί, για να μη με κυνηγάει ο τσιμπίδας της τράπεζας… Δεν χρειάζεσαι περισσότερα γράμματα».

Όντως, εξόφλησαν μαζί, πατέρας και γιος, όλα τα γραμμάτια της οικογένειας και… τα τέσσερα θηλυκά. Ύστερα, ο Πασχάλης Πούσκλιας είπε στον πατέρα του πως δεν έχει άλλο λόγο για να μένει στο χωριό και ότι θα πάει στην πόλη, στη Λάρισα, να μάθει κάποια τέχνη στη Σχολή του Γουμενόπουλου. Εκεί έγινε «ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων» και πολύ γρήγορα μπήκε στα μεροκάματα και άρχισε να φέρνει καλά λεφτά στη φαμίλια. Υπήρχε πολλή δουλειά, γιατί η Λάρισα –εκείνο τον καιρό– μεταμορφωνόταν από μεγάλο χωριό σε πόλη και έβλεπες ότι σε όλους σχεδόν τους δρόμους της γκρεμίζονταν τα χαμηλόσπιτα, άλλα όμορφα κτισμένα με πέτρα και άλλα φτιαγμένα από πλίθες, και στη θέση τους υψώνονταν πενταώροφες και εξαώροφες πολυκατοικίες, που για να ηλεκτροδοτηθούν έπρεπε να γίνουν και οι σχετικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Και ήταν περίοδος που μόλις αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα, μετά την εφτάχρονη στρατιωτική δικτατορία, και που στα νεοϊδρυμένα κόμματα πολύς κόσμος εγγράφονταν ως μέλη, άλλος στο ένα κόμμα κι άλλος στο άλλο κόμμα, ανάλογα με την ιδεολογία του ο καθένας.

Σαν κάθε νέος που σέβεται τον εαυτό του και νοιά ζεται για το μέλλον του, ο Πασχάλης Πούσκλιας, μετά από δυο χρόνια μόνιμης διαμονής στην πόλη της Λάρισας, διάστημα σημαντικό για να διευρύνει κανείς τον κύκλο των γνωριμιών του σε μια τέτοια επαρχιακή πόλη που σχεδόν όλοι οι κάτοικοί της γνωρίζονταν μεταξύ τους, αφού βολτάρουν και γυροφέρνουν στην πλατεία Σιάπκα και στην οδό Κούμα επί τρεις με τέσσερις απογευματινοβραδινές ώρες ημερησίως και επί πλέον ώρες τα Σάββατα και τις Κυριακές, γράφτηκε ως μέλος στην ΟΝΝΕΔ, στην οργάνωση της νεολαίας του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, και σε ελάχιστη χρονική περίοδο εξελίχτηκε και αναδείχτηκε σε πρωτοκλασάτο στέλεχός της. Ηγείται ποικίλων κινητοποιήσεων και εκδηλώσεων, μπαινοβγαίνει σε γραφεία τοπικών βουλευτών και υπουργών, συμμετέχει σε κοινωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις, φροντίζει να δημοσιεύονται φωτογραφίες του στον τοπικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο, γίνεται πρόσωπο αναγνωρίσιμο στην τοπική κοινωνία και το άστρο του φαίνεται να διαγράφει αξιοπρόσεκτη διαδρομή και πορεία στο τοπικό πολιτικό στερέωμα. Ο κύκλος των εργασιών του διευρύνεται και μεγαλώνει και σε μικρό διάστημα το μηχανάκι του, το Ζούνταπ, το αντικαθιστά με την κόκκινη Άλφα-Ρομέο, που την αναγνωρίζουν εύκολα όλοι στα μέρη του: συγχωριανοί και κοντοχωριανοί.

«Πέρασε ο Πασχάλης ο Πούσκλιας. Δες κουρσάρα που σοφάρει!»

Διέφερε στη συμπεριφορά, στην εξυπνάδα και στην καπατσοσύνη από τα περισσότερα παιδιά της γενιάς του στην περιοχή του, αλλά και από τα άλλα παιδιά της θεσσαλικής μεγαλούπολης που θεωρούνταν πως ήταν κάπως «πιο πολιτικοποιημένα». Δεν κάπνιζε, δεν έπαιζε ποδόσφαιρο, δεν συζητούσε για γκόμενες ή για ποδοσφαιρικές ομάδες και ποδοσφαιριστές ή για τους διοικητικούς παράγοντες των ομάδων, δεν αγόραζε πορνοπεριοδικά και άλλες σαχλές εκδόσεις της τρέχουσας παραφιλολογίας, δεν αρκούνταν στα λεγόμενα «δεξιά έντυπα» και διάβαζε εφημερίδες που ήταν φιλικές προς άλλους ιδεολογικούς χώρους. Έδειχνε πως είναι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος, «ένα παιδί αλλιώτικο» για τα δεδομένα της περιοχής του, ένα παλικάρι με ιδεολογικό και πολιτικό όραμα, που ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον μπορεί «να κατεβεί για βουλευτής», ένας άνθρωπος που –με σεμνότητα και ταπεινοσύνη– δήλωνε με χαρακτηριστική ηπιότητα στον ένρινο τόνο της φωνής του:

«Είμαι ένας απλός δεξιός. Ένας δεξιός που δεν γαμεί και δέρνει όπως οι παλιοί, και που ποτέ δεν παραφέρεται! Είμαι κομμάτι της συλλογικής συνείδησης του έθνους μου. Απλός δεξιός».

Στις ωραιότερες δημόσιες εμφανίσεις του, οι συμπατριώτες του συγκαταλέγουν και εκείνες που κατά κόρον επαναλαμβάνει περνώντας μέσα από τους κεντρικούς δρόμους στα χωριά της περιοχής του: Μέσα στην Άλφα-Ρομέο του, με ταχύτητα μικρότερη των δεκαπέντε χιλιομέτρων την ώρα, με τα παράθυρα ανοιχτά, με το δεξιό χέρι να κρατάει το τιμόνι του αυτοκινήτου και με το αριστερό να κρέμεται έξω από το παράθυρο και να παίζει το «μπεγλέρι» με τις δεκαεπτά χάντρες του, και ουσιαστικά πρόκειται για το κεχριμπαρένιο κομπολογάκι του, που στον κόμπο της φούντας έχει και ένα είδος «μπρελόκ», στο μέγεθος ενός τάληρου σχεδόν, και με κεφαλαία γράμματα στη μια όψη του, ΟΝΝΕΔ, και με τη μορφή του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας στην άλλη όψη. «Και γαμώ τα κομπολόγια», τόνιζε μια – μια τις λέξεις όταν επιδείκνυε από κοντά σε φίλους ή συγχωριανούς του αυτό το πράγματι εξαίσιο κελεπούρι, δώρο φιλίας, αγάπης και εκτίμησης του γραμματέα της Οργάνωσης, κατά τη συνάντησή τους σε μια πανελλαδική συνδιάσκεψη στην Αθήνα, όπου εκεί γνώρισε από κοντά και τα περισσότερα ανώτερα και μεσαία στελέχη του κόμματος και της νεολαίας.

Τη συνήθεια να κρατά με το δεξιό του χέρι το τιμόνι της Άλφα-Ρομέο και με το αριστερό του χέρι να παίζει το κομπολόγι του έξω από το αυτοκίνητο –έξω από το ανοιχτό παράθυρο– και όταν ακόμα οδηγούσε την κουρσάρα του, ο Πασχάλης Πούσκλιας την τηρούσε παντού και πάντοτε με μια ιδιόρρυθμη, θρησκευτική θα λέγαμε, προσήλωση, ακόμα και στους κακοφτιαγμένους δρόμους του επαρχιακού και του νομαρχιακού οδικού δικτύου, καθώς και στην εθνική οδό. Δυνατή συνήθεια σημαίνει κακιά συνήθεια και αδυναμία ύπαρξης ισχυρής προσωπικότητας. Έτσι όπως ακριβώς το λέει κι ο πολύς ο κόσμος: «Η συνήθεια είναι δεύτερος εαυτός».

Κάποια ανοιξιάτικη μέρα, μετά από μια δυνατή και «χορταστική για τους αγρούς» βροχή, άνοιξε ο ουρανός και αποκάλυψε το βαθυγάλαζο χρώμα του, και στον κοντινό ορίζοντα, κατά τη μεριά του Ολύμπου, ένα ουράνιο τόξο άρχισε να φαντάζει σαν μισότροχος γύφτικου κάρου που επιστρέφει στον θεσσαλικό κάμπο μετά από πολυήμερο ταξίδι στις λαγκαδιές των μακεδονίτικων βουνών. Αυτό το μαγευτικό θέαμα έκανε τον Πασχάλη Πούσκλια να μπει στην Άλφα-Ρομέο του και να πάρει τον δρόμο από τη Λάρισα προς τη Χασάμπαλη, στα ριζά του Κιτσιντάου, του γνωστού ως όρος Μόψιον από όπου ο μυθικός Μόψος –στα προϊστορικά χρόνια– κατέβηκε νοτιότερα στην Αττική και ίδρυσε ως αποικία την πόλη της Αθήνας. Στη Χασάμπαλη είχε σκοπό να βρει τους Βλάχους ποιμένες από τα γειτονικά βλαχοχώρια, όπου θα βοσκούσαν εκεί τα κοπάδια τους, κοντά στη νερομάνα Ίσβουρο, και να τους ρωτήσει πού θα μπορούσε να μαζέψει αγριοραδίκια και σαλιγκάρια.

Οδηγούσε αργά, κρατώντας το τιμόνι με το δεξιό χέρι του και από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου του έχοντας το αριστερό χέρι του από έξω να παίζει «μπεγλερίστικα» τα κλειδιά του. Το κασετόφωνο στη διαπασών έπαιζε τον ύμνο της πολιτικής Οργάνωσης στην οποία ανήκε και στην οποία ήταν το γκεσέμι της, ως τοπικός γραμματέας της:

Η γαλάζια γενιά πρωτοπόρα
δεν φοβάται καμιά ανηφόρα
σ’ εργοστάσια, αγρούς, και γραφεία
έχει αυτή σταθερά τα πρωτεία.
Σ’ ένα γαλάζιο σύννεφο
τα όνειρα φουντώνουν
το κόκκινο και πράσινο
το μπλε το δυναμώνουν.
Η γαλάζια γενιά με ελπίδα
ξανακτίζει τη νέα πατρίδα
με μπλε λάμψη η ζωή ανατέλλει
το κρασί να κερνά στο βαρέλι.

Στη στροφή της Θεσσαλικής Βιομηχανίας Πολτού και Χάρτου, τη γνωστή ως «Χαρτομάζα», λίγο μετά την παράκαμψη προς τη Νέχαλη, την ώρα που ο Πασχάλης Πούσκλιας τραγουδούσε με δυνατή φωνή το τραγούδι της Οργάνωσής του «…/ το κόκκινο και πράσινο / το μπλε το δυναμώνουν / …», ερχόταν με αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου άλλος ιδεολογικός του συνοδοιπόρος, που άκουγε και αυτός στο κασετόφωνό του τον Ύμνο της γαλάζιας γενιάς στη διαπασών, και πλησίασε τόσο πολύ την Άλφα Ρομέο –λίγο έλειψε να συγκρουστούν μετωπικά τα δύο αυτοκίνητα– και, χρατς, θεέ μου, του έκοψε σύρριζα από τον ώμο το χέρι που έπαιζε το κομπολόι!

Οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι ήταν φίλοι και μέλη της ίδιας τοπικής Οργάνωσης, αναφώνησαν και οι δυο «τι κάναμε, ρε, γαμώτο» και χωρίς να χάσουν χρόνο βρέθηκαν σε ελάχιστα λεπτά στο Νοσοκομείο της Λάρισας, μήπως και σώσουν οι γιατροί το κομμένο χέρι και το συγκολλήσουν και πάλι στον ώμο, αλλά –δυστυχώς– μετά από κοπιώδεις χειρουργικές επεμβάσεις και άλλες επιστημονικές προσπάθειες αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Οι δυο ομοϊδεάτες και φίλοι εξέφρασαν τη λύπη τους για το συμβάν και συμφώνησαν να τα πουν τη μεθεπόμενη μέρα, στην… κηδεία του χεριού!

Πράγματι, ο Πασχάλης Πούσκλιας παράγγειλε στον μαραγκό της περιοχής ένα στενόμακρο λευκό ξύλινο κουτί – φέρετρο και σε αυτό τοποθέτησε το κομμένο νεκρό χέρι. Το στόλισε με λουλούδια και αρώματα και εκεί στη μεγάλη σάλα του σπιτιού περίμενε φίλους, συγχωριανούς και ιδεολογικούς συνοδοιπόρους, να παραστούν στη νεκρική και επικήδεια τελετή τού… χεριού του. Παρευρέθηκαν μόνο φίλοι και συνάδελφοί του της κομματικής οργάνωσης, αλλά και δύο βουλευτές του κόμματός του στον νομό της Λάρισας, που απουσίαζαν από την Αθήνα για δουλειές στην εκλογική τους περιφέρεια. Ο ένας από τους δύο βουλευτές εκφώνησε και επικήδειο λόγο στο νεκροταφείο.

«Αγαπητέ Πασχάλη. Θρηνούμε σήμερα και συμπάσχουμε μαζί σου για την απώλεια της αριστεράς χειρός σου. Είναι το χέρι της καρδιάς, το χέρι που σκόρπιζε ελπίδα σε χιλιάδες δεξιών φιλελεύθερων συνοδοιπόρων μας, γιατί με αυτό κρατούσες τους ογκωδέστατους πάκους με τα ιδεολογικά μας έντυπα και μανιφέστα, και τα μοίραζες με το δεξιό σου στις πολυπληθείς μάζες των οπαδών και ψηφοφόρων μας. Φαίνεται πως ήταν της μοίρας σου γραφτό, η αριστερά σου να μοιράζει μόνο στους άλλους ελπίδα αλλά να μην έχει η ίδια καμιά ελπίδα να πράξει κάτι να σωθεί ή να επιβιώσει, και ο θεός την πήρε κοντά του με αυτόν τον άδοξο και τραγικό τρόπο. Εμείς, όμως, ζούμε εδώ και δεκαετίες στον αστερισμό της δεξιάς. Κι εσύ έχεις τη δημιουργική δεξιά σου χείρα ακέραια και δυναμική και σε αυτήν εναποθέτεις πλέον όλες σου τις ελπίδες. Γιατί δεξιά σημαίνει συνέπεια, σημαίνει εθνικοφροσύνη, φιλελευθερισμός, πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, σημαίνει “νυν υπέρ πάντων ο αγών”, κάτι που –μερικοί μερικοί δεν πρέπει να το ξεχνούνε– μόνον οι ελάχιστοι νοήμονες και συνετοί αυτού του τόπου μπορούν να σκεφτούν και να καταλάβουν. Ξέρω, αγαπητέ Πασχάλη, πως όλοι σε αυτόν τον κόσμο ελπίζουν και προσμένουν ο καθένας τους το δικό του Πάσχα, τη δική του Λαμπρή, τη δική του Ανάσταση. Ίσως κι εσύ να ελπίζεις στην ανάσταση της αριστεράς σου. Όμως, φίλτατε, καμιά αριστερά δεν μπορεί να ελπίζει, καμιά αριστερά δεν έχει μέλλον πουθενά. Η αριστερά είναι μια τροχοπέδη του ιστορικού προτσές και μια νυμφομανής ιδεολογία που αρέσκεται να φκιασιδώνεται για να ικανοποιεί την αυταρέσκειά της καθώς καθρεφτίζει την ασχήμια της στον υαλοπίνακα του γίγνεσθαι. Με το δεξί, όμως, κρατάμε το τιμόνι. Με το δεξί ελέγχουμε τον μοχλό των ταχυτήτων, και όταν χρειαστεί με το δεξί τραβάμε καμιά μπουνιά στα μούτρα εκείνου που θέλει να προσβάλει την ιδεολογία μας και ό,τι εμείς θεωρούμε ιερό και όσιο. Η αριστερά, αγαπητέ μας Πασχάλη, υπάρχει για να ξυνόμαστε. Να ξύνουμε ή να χαϊδεύουμε, αναλόγως των επιθυμιών. Δεν μπορεί να φανεί πρωταγωνίστρια επί σκηνής όπως η δεξιά. Και για εμάς, τους πρωτοπόρους της δεξιάς, η απώλεια της αριστεράς ισοδυναμεί πολλάκις με θεία λύτρωση. Ας την ξεκουράσει, λοιπόν, ο θεός. Καλό της ταξίδι στον άλλον κόσμο. Η δεξιά σου θα την θυμάται πάντοτε με τα καλύτερα και τα πιο ανθρωπινά αισθήματα, τότε που θα αναζητά συντρόφους στα πιο κρυφά όνειρα, που οι εφιάλτες θα αναζητούν διέξοδο στα αδιέξοδά τους… Καλή σου ώρα αριστερά. Αναπαύσου εν ειρήνη. Ζήτω η δεξιά. Ζωή σε λόγου μας και εις έτη πολλά. Συλλυπητήρια, Πασχάλη».

Από τους συγχωριανούς δεν πάτησε κανείς σε αυτή την όντως πρωτότυπη κηδεία. Οι πιο πολλοί σταυροκοπιόνταν ακούγοντας τα λόγια αυτά, φλύαρα λόγια επικήδειου, και έλεγαν με καταφανή απορία μεταξύ τους:

«Μορέ, πράμα και τούτο! Να θέλει, ντε και καλά, να θάψει με τιμές το πεθαμένο χέρι! Δες τι πρόοδο κρύβει η δεξιά ιδεολογία και δεν το χαμπαρίζαμε…»

Οι μεσήλικες και οι γεροντότεροι άρχισαν να φέρνουν στη μνήμη τους την ημέρα που γεννήθηκε ο Πασχάλης Πούσκλιας, και δήλωναν όσο πιο κατηγορηματικά και πειστικά μπορούσαν και με τη σχετική βεβαιότητα:

«Αμαρτίες γονέων πλήρωσε το παιδί. Καραπουτσαρά τον ανέβαζε ο πατέρας του και καραπουτσαρά τον κατέβαζε. Η μάνα του τον άφησε ορφανό στα δώδεκα. Πάντρεψε αυτός τις τέσσερις αδελφές του, σε μέρη μακρινά, και καμιά τους δεν ξαναφάνηκε στο χωριό ούτε για μια φορά μετά τον γάμο τους. Ο πατέρας του έγινε μπεκρής και κατάντησε του κόσμου το περίγελο. Πέθανε πριν οχτώ χρόνια. Και τούτος, ο Πασχάλης, αν και φαινόταν ότι κάπως θα τα πάει καλά, να τος που χάνει από αμυαλοσύνη και χαζομάρα το αριστερό του χέρι… Πας άνθρωπέ μου στη λεχώνα, πριν να σαραντίσει, με γύφτους βιολιτζήδες για να χαρείς τη γέννα του παιδιού σου; Ποια μοίρα θα έρθει να σου μοιράνει το παιδί; Μαύρη μοίρα θα είναι αυτή και μαύρη θα κάνει τη ζωή του παιδιού σου…»

Είπαμε ότι στη νεκρική πομπή δεν παρευρέθη κανένας συγχωριανός και ότι ήταν παρόντες μόνο φίλοι, ιδεολογικά ομοϊδεάτες του Πασχάλη, και οι δύο τοπικοί βουλευτές του κόμματός του. Ο παπάς δεν πήγε να ψάλει νεκρώσιμη ακολουθία για το πεθαμένο χέρι, γιατί δεν του το επέτρεψε ο δεσπότης Λαρίσης, Πλαταμώνος και Τυρνάβου, που περισσότερο είχε το μυαλό του στον χρυσοφόρο κουμπαρά της Αγίας Παρασκευής των Τεμπών και λιγότερο στα εγκόσμια του μάταιου τούτου κόσμου της εκκλησιαστικής του περιφέρειας. «Θα κάνεις ό,τι λένε τα βιβλία μας, η θρησκεία μας και οι ιεροί κανόνες. Ακούς εκεί που θέλει να θάψει με κηδεία και νεκρώσιμη ακολουθία το νεκρό του χέρι; Και είναι και δικός μας! Δεξιός! …»

Χωρίς παπά, χωρίς συγχωριανούς και κοντοχωριανούς, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία, ο Πασχάλης Πούσκλιας έθαψε το αριστερό νεκρό του χέρι με όλες τις τιμές, λουλούδια, φίλους, επικήδειους, διοργανώνοντας ουσιαστικά μιας πρώτης τάξεως αστική κηδεία. Η τελετή λειτούργησε σαν ένα είδος πρόβας τζενεράλε του νέου επαγγέλματος που από την επόμενη ακριβώς εβδομάδα επέλεξε και άρχισε να το ασκεί τούτος ο τρισκατάρατος. Έγινε επαγγελματίας νεκροθάφτης και άνοιξε ένα ευρωπαϊκών προδιαγραφών Γραφείο Τελετών στην περιοχή, με την επωνυμία: «Αιώνιο Νέκταρ».

Από τότε, μικροί και μεγάλοι, συγχωριανοί και κοντοχωριανοί μιλούν για τη μαύρη μοίρα του Πασχάλη, που του τα έφερε όλα δεξιά και που σήμερα τα κονομάει από ζωντανούς και πεθαμένους. «Ούτε παπάς να ήτανε!» Μαύρη ζωή, μαύρη ιδεολογία, μαύρα μεταξωτά πουκάμισα, μαύρα λεφτά και μαύρες ανέσεις. Και ψιθυρίζουν οι πιο πολλοί με νόημα, παραφράζοντας μια δικιά του αγαπημένη φράση:

« Ο δεξιός γαμεί και δέρνει και παράδες μ’ άνεση παίρνει !»

  • Το διήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γιώργη Έξαρχου «ΓΙΑΒΡΙ ΜΟΥ». Διηγήματα. Εικονογράφηση: Σοφία Καλλέα. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ερωδιός

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιώργης Έξαρχος

Ο Γιώργης Σταύρου Έξαρχος γεννήθηκε στο Kαλοχώρι Λάρισας το 1952. Eίναι απόφοιτος του εξατάξιου Γυμνασίου Συκουρίου (1970), πτυχιούχος του Oικονομικού Tμήματος της AΣOEE (1975), διδάκτορας οικονομικών επιστημών της Academia de Studii Econo-mice (ASE) Βουκουρεστίου (1980), συνταξιούχος καθηγητής Α.Ε.Ι. (2013). Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη δημιουργική γραφή από τα εφηβικά του χρόνια.

Σο πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1985 και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα πάνω από πενήντα βιβλία (ποί-ηση, παραμύθια, λαογραφία, εθνολογικές και ιστορικές μελέτες, ανθρωπολογικές έρευνες, οικονομικές πραγματείες, μεταφρά-σεις κ.ά.). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά: Αγωνιστής, Ντέφι, Ρίγα, Tαξιδιώτες, Σχεδία, Ρομάντσο, Ιχνευτής, Διαβάζω, Στιγμές, Σχολιαστής, Φωτογράφος, Έψιλον, Λαϊκό Σραγούδι, Έρευνα, Οικονομική Επιθεώρηση, Σουριστικά Θέματα, Επτά Ημέρες κ.ά., επίσης με το Β΄, Γ΄ και Δ΄ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ ΑΕ (1986-1991) ως παραγωγός εθνολογικών, οικολογικών, μουσικών και πολιτιστικών εκπομπών, καθώς και με τις αθηναϊκές εφημερίδες: Εξόρμηση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και Ελευθεροτυπία, Πρώτη, Καθημερινή, Αυγή, Ναυτεμπορική και τη Mακεδονία της Θεσσαλονίκης, με το Πανευβοϊκόν Βήμα Χαλκίδας, με την Ελευθερία Λάρισας, την Ελευθερία Σερρών κ.ά., ως εξωτερικός συνεργάτης.

Τπήρξε επιστημονικός υπεύθυνος και σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ Ντούκα ’ν Κάλι – Καθ’ Oδόν (1987), παραγωγής του Yπουργείου Πολιτισμού, και σε κείμενό του βασίστηκε το ντοκιμαντέρ της ΕΡΣ για τη ζωή του λαϊκού κλαριντζή Βάιου Μαλλιάρα (1989), ενώ το βιβλίο του Αδελφοί Μανάκια (Γαβριηλίδης 1991) αποτέλεσε το έναυσμα για τη διαμόρφωση του σεναρίου της βραβευμένης στο Φεστιβάλ Kαννών ταινίας Tο βλέμμα του Oδυσσέα, του σκηνοθέτη Θεόδωρου Aγγελόπουλου.

Έλαβε μέρος ως εισηγητής ή σύνεδρος σε πολλά επιστημονικά διεθνή και εθνικά συνέδρια εντός και εκτός Ελλάδας και υπήρξε μέλος επιστημονικών επιτροπών «ανωνύμων κριτών» επιστημονικών περιοδικών. Διετέλεσε σύμβουλος ή συνεργάτης ή επιστημονικό προσωπικό της πολιτικής ηγεσίας των Yπουργείων: YBET (1982), YXOΠ (1982-1984), Bιομηχανίας (1986-1987), Γεωργίας (1995 -2000) και YΠEXΩΔE (2000-2003). Δίδαξε ως έκτακτος καθηγητής οικονομικών μαθημάτων στο TEI Xαλκίδας (1991-1994), ως επιστημονικός συνεργάτης στο ΑΣΕΙ Κρήτης (2003-2006) και ως τακτικός επίκουρος καθηγητής στο AEI Σερρών (11/2006-11/2013), θέση από την οποία παραιτήθηκε για να διαφυλάξει το ακαδημαϊκό κύρος και την αξιοπρέπειά του.

Τουρκιστί κυκλοφορεί το μυθιστόρημα: Yorgis Eksarhos, S.E.L.A.N.A., Şimdiki Mücadelemiz Bütün Bunlar İçindir, Istos Yayin, Istanbul, 2013. Σε μετάφραση και στίχους τραγουδιών του και σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Μοντζολή, τον χειμώνα του 2015-2016, στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη» (Αθήνα) παίχτηκε ο Πλούτος του Αριστοφάνη: Μουσικοθεατρική παράσταση για όλη την οικογένεια. Μουσική και τραγούδια: Δημήτρης Παπαδημητρίου. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2018 παίχτηκε στο Ηρώδειο, Αθήνα, το «Έρωτες και Θρήνοι Γυναικών», από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, σε μετάφρασή του και σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου, με σπουδαίες ελληνίδες ηθοποιούς και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου.

• Από το 2008 κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη.
• Ηλεκτρονική διεύθυνση: exarchos.geor.sta@gmail.com

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή