Γιώργης Παυλόπουλος: Ερημόνησο

by Times Newsroom 1
Share this

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ερημόνησο

Τούτο τ’ ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη
φύκια ξεριζωμένα από παλιές τρικυμίες
κι τα φτερά σου νεκρά στον αγέρα
ψηλά με τις φωνές που δεν προφτάνουν
να γίνουν γλάρος κι άλλοτε
χρυσά και μαύρα στον αφρό
χωρίς ξεκούραση, χωρίς γαλήνη.
Κι τούτος ο κάβος στο Βοριά
σα ραχοκοκκαλιά δεινόσαυρου
καθώς γέρνει να γλύψει στα νύχια του
το αίμα από τα σπαραγμένα περιστέρια μας..

Κάπου εδώ

Κάπου εδώ πλευρίσαμε αλαφρά, σιωπηλοί
κρύβοντας τα πρώτα δάκρυα
πίκρα της θύμησης που στεγνώνει
σαν αλάτι στο κορμί και γύρω στα χείλια
πίκρα της μεγάλης ερημιάς
όπως όταν ξυλάρμενο σε βρίσκει το βράδυ
και γυρεύεις τ’ αστέρια που αγάπησες πολύ
μέσα σε κλειστά κοχύλια, βυθισμένα.
Κι ολοένα η μουσική απ’ τα κουπιά
και του νερού το λίκνισμα στα πλάγια
με τ’ όνομά σου που πεταλούδιζε σπασμένο
παιγνίδι των ίσκιων, της νυχτερίδας χορός.

Πώς βρέθηκες
εδώ που τελειώνουν οι μέρες, ο καιρός κι η θάλασσα
γυμνή κι ολομόναχη
μες στο βαθύ κυμάτισμα της πετρωμένης άμμου
μέσα στα σάπια φύκια ίδιος αρχάγγελος
ματίζοντας τα τρυπημένα δίχτυα μας
ενώ σε ταξιδεύει ο ύπνος στα νησιά του.

Τι παλεύεις απελπισμένη να κρατηθείς
μες στον περίγυρο της μνήμης σου
που ολοένα στενεύει·
τι γυρεύεις κι έρχεσαι και μας ξυπνάς
μια ώρα περασμένα τα μεσάνυχτα
με μια φωνή πνιγμένου στο σκοτάδι
αφού το ξέρεις
δώσαμε τ’ όνομά σου στο καράβι μας
στην ψυχή μας,
πήραμε τα μαύρα πέλαγα
κι ούθε φυσήξει.

Κάποτε κιόλας ανάμεσα στα ξάρτια
καθώς τραβάμε τα σκοινιά
τα δάκρυα με προδίνουν.
Συλλογισμένος τα σφουγγίζω με το σκούφο μου
κι όλο ρωτάω
αν είσουν όνειρο στην πλώρη μας
αν είσουν

Φθινόπωρο 1943

  • Γιώργης Παυλόπουλος, Το κατώγι. Εκδόσεις Ερμής. Αθήνα 1971.

Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα , Jorgis Pavlopoulos, Gedichte | frear

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008), ποιητής της α’ μεταπολεμικής γενιάς, γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας, στις 22 Ιουνίου 1924 και πέθανε στις 26 Νοεμβρίου 2008 στη γενέτειρά του όπου ζούσε μόνιμα. Εκεί τελείωσε το δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο. Οι σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών δεν ολοκληρώθηκαν. Εργάστηκε ως λογιστής και γραμματέας σε ιδιωτικούς φορείς. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του το 1943, στο περιοδικό “Οδυσσέας”, που εξέδιδε με φίλους του στον Πύργο. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες. Συνεργάστηκε με τον φίλο του ποιητή Τάκη Σινόπουλο, σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων, τα οποία συμπεριέλαβε ο Σινόπουλος στο έργο του. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Το κατώγι” (α’ έκδοση: Ερμής, 1971), “Το σακί” (Κέδρος, 1980), “Τα αντικλείδια” (Στιγμή, 1988), “Τριαντατρία χαϊκού” (Στιγμή, 1990), “Λίγος άμμος” (Νεφέλη, 1997), “Ποιήματα 1943-1997” (συγκεντρωτική έκδοση, Νεφέλη, 2001), “Πού είναι τα πουλιά” (Κέδρος, 2004) και “Να μη τους ξεχάσω” (Κέδρος, 2008). Συμμετείχε σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Εκδόθηκε η αλληλογραφία του με το φίλο του πεζογράφο Νίκο Καχτίτση: “Τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο”, Σοκόλης, 2002. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και συμμετείχε στην ΙΘ’ Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ολλανδία, Ιταλία, Πολωνία, Ρωσία, Η.Π.Α. και Καναδά, και περιέχονται στα διδακτικά βιβλία για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία της Γ’ Ενιαίου Λυκείου. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Η φιλόλογος και ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου γράφει για τον ποιητή στο αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού της Ηλείας “Οροπέδιο” (τχ. 1, καλοκαίρι 2006): “Ο μελετητής του Παυλόπουλου αντιμετωπίζει την εξής δυσκολία: είναι αδύνατο να παραθέσει αποσπασματικά κάποιους στίχους του χωρίς να αδικήσει τον δημιουργό τους, αλλά και χωρίς να τραυματίσει το σώμα του ποιήματος από το οποίο αποσπά τους στίχους. Ο λόγος είναι ο εξής: ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι δημιουργός ποιητικών μύθων και η επικοινωνία με την ποίησή του στην ουσία προϋποθέτει την αντιμετώπιση του ποιήματος ως ενός μικρού και αδιάσπαστου σύμπαντος και την αποδοχή και τον σεβασμό από τον αναγνώστη του των κανόνων του παραμυθιού που διέπεται από τους δικούς του νόμους: την κατάργηση της λογικής τάξης και την α-χρονική και α-τοπική λειτουργία του μύθου, στοιχεία που προϋποθέτουν την κατά βάση βιωματική και όχι νοητική συμμετοχή του αναγνώστη. […]

Πρόκειται για μια ποίηση αφηγηματική κατά βάση, με ιστορίες παράξενα χτισμένες με μια εικαστική τεχνική και μια κινηματογραφική οπτική που υπηρετείται εύστοχα από μια γλώσσα “χωρίς μαλάματα”, πυκνή και εκφραστική μέσα στη λιτότητά της, από την οποία απουσιάζουν τα περιττά επίθετα και τα σχήματα λόγου και στην οποία κυριαρχεί το ρήμα. Η γλώσσα αυτή που διαθέτει την απέριττη αμεσότητα των λαϊκών μύθων, κάποιες φορές ανακαλεί απόηχους απ’ το δημοτικό τραγούδι. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν συναντάμε στην ποίηση του Παυλόπουλου ποιήματα στα οποία εγγράφεται η ιστορική μνήμη. Εξάλλου η ιστορία στιγμάτισε δεινά τη γενιά του, την πρώτη μεταπολεμική γενιά, μια γενιά που ούτως ή άλλως κουβάλησε βαρύτατα ιστορικά φορτία ήδη στην ακμή της νεότητάς της. Όμως και αυτά ακόμη, όσα αναφέρονται σε ιστορικά βιώματα, είναι αφηγηματικά ποιήματα στα οποία η ιστορία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσω ενός μύθου από τον οποίο απουσιάζει η ευθεία αναφορά στον τόπο και στον χρόνο. […]”

Αναλυτική βιβλιογραφία του ποιητή, των ετών 1940-2005, δημοσιεύτηκε από τον Γιάννη Ξούρια στο περιοδικό “Μικροφιλολογικά” της Κύπρου, τχ. 5, 2005 (και σε συνοπτική μορφή στο ίδιο τεύχος του περιοδικού “Οροπέδιο”). (Πηγή: www.biblionet.gr)

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή