Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης: Ημερολόγιον ανασκαφής…

by Times Newsroom 1
Share this

Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης

Ημερολόγιον ανασκαφής…

ΣΤΕΚΟΜΑΙ πάνω από το σκάμμα της ανασκαφής και ως ανήσυχος αρχαιολόγος προσπαθώ να διαβάσω το χώμα. Ο Χαράλαμπος το αναμοχλεύει με ένα μικρό μυστρί και η ξανθή Σοφία σημειώνει στο πορτοκαλί της τετράδιο, σπιράλ με ροζ ετικέτα, απόκρυφους μονολόγους, σιβυλλικές παρατηρήσεις και πλήθος άλλα γραφήματα. Λέω να σκύψω πιο κοντά στο χώμα. ανοίγω τα δάχτυλά μου, πιάνω ανάμεσά τους έναν από αυτούς και τον διαλύω. Ύστερα κι άλλον, κι άλλον. Και σκέφτομαι πως στα δάχτυλά μου ανάμεσα σφαδάζουν και στο τέλος αφανίζονται τα έκτυπα αρχαίων βημάτων. Αναιρώ δηλαδή τις μικρές καθημερινές πορείες της προϊστορικής αρχαιότητας και αισθάνομαι ισχυρός.

Συνειδητοποιώ μια άλλη δύναμη της αρχαιολογίας και καθησυχάζω. Συνειδητοποιώ την αναίρεση. Την καταστροφή μέσα στις προγραμματισμένες προτάσεις της λογικής της. Ο ήλιος με τεμαχίζει. Τα σπίτια από μακριά κλυδωνίζονται μέσα στο κίτρινο φως της πρωινής ναυτίας. Και ένα καράβι πλεισίστιο αναπλέει προς τις εκβολές του Αξιού και όχι προς το έβγα του Θερμαϊκού. Ίσως να έχασε το δρόμο του, σκέφτεται ο Χαράλαμπος, και μου δείχνει με το λασπωμένο του δάχτυλο το καράβι που αναπλέει τον ποταμό. Αυτή η λασπωμένη τροχιοδεικτική ανάταση του Χαράλαμπου διαιρεί τον ορίζοντα και με προβληματίζει. Ψιθυρίζω τους νέους αριθμούς και σωπαίνω.

Ύστερα ανάβουμε τα τσιγάρα μας και κοιταζόμαστε. Θα είναι μυκηναϊκό, σχολιάζω εγώ, με το τσιγάρο κρεμασμένο στο στόμα. Να δεις που οι Μακεδόνες θα απαγορεύσουν τον ανάπλου του μυκηναϊκού καραβιού. Τέτοιες εισβολές μυκηναϊκών καραβιών είναι πάντα επικίνδυνες1. Οι ναύτες σκορπάνε στην πόλη και γεμίζουν το σύμπαν με σύφιλη. Και τα επείσακτα κεραμικά με τους ναυτίλους και τα άλλα εξωτικά κοσμήματα πουλιούνται πιο φτηνά από τα ντόπια. Σπάνε την αγορά. Οι ντόπιοι κανατάδες διαμαρτύρονται. Ιδρύουν συνδικάτα και συνωστίζονται έξω από την πύλη του δημαρχείου. Στο τέλος αποφασίζουν και μιμούνται, οι βάναυσοι. Αντιγράφουν τα διακοσμητικά θέματα, τις χειρολαβές, την εκφορά των ύβρεων και την έκφραση των χειλέων προς τα έξω. Εκμυκηναϊζονται δηλαδή, αγνοώντας τον κίνδυνο της εκπόρνευσης, όπου τα κεραμικά σώματα μιλούν την ταπεινή γλώσσα της εξάρτησης. Αλλοτριώνονται… Όταν σκάβαμε, καλή ώρα όπως και τώρα, στον άγιο Βησσαρίωνα2, κοντά στους Σοφάδες, είχαμε το ίδιο πρόβλημα· μουρμούρισε ο Μάρκος από το διπλανό το σκάμμα.

Η Σοφία δεν έδωσε βάση στα λόγια του Μάρκου. Μάζεψε προσεκτικά τα μολύβια της, τα σβηστήρια και τα ξυστήρια της και φώναξε ορθά και κοφτά: Σας βαρέθηκα πια. Πότε με τους Μυκηναίους σας, πότε με τους Βησιγότθους σας ή με τους Λαιστρυγόνες σας, δε μ’ αφήνετε ησυχία. Χαμπάρι δεν πήρατε την ουσία. Να δούμε πότε θα αποφασίσετε να τραβήξετε το αραχνοΰφαντο ιμάτιο και να χορτάσει το μάτι σας σάρκα. Μια ζωή μπανιστήρι. Για να γράψω αυτό το τετράδιο φτύνω αίμα κάθε πρωί. Έχω και από πάνω την ιστορία με τα συνδικάτα και τους χαφιέδες της ασφάλειας.

Έτρεξα να τη συγκρατήσω. Να της μιλήσω για τη σημασία της έρευνας. Να της δείξω και τις φωτογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει ο Τάκης3 από τη Λάρισα. Ασπρόμαυρες, με ιδιαίτερη έμφαση στους μεταβατικούς τόνους. Από το γκρίζο στο μαύρο. Όπως τα ωραία εκείνα μωβ χρώματα στην εκκλησία της Θεόπετρας. Και τα ζεστά γαλάζια, που ήτανε κυματιστές βλαστόσπειρες, μπορντούρες γύρω από την κατεστραμμένη τοιχογραφία με τη γνωστή σύνθεση του μαστρο-Θεοφάνη “και αναπεσών εκοιμήθη ως λέων”.

Έπεφτε και το απογευματινό φως, ίσα μέσα στον προνάρθηκα. Η φρέσκια κοπριά άχνιζε. Ο τόπος γέμιζε μια γλυκιά φθινοπωριάτικη ζέστα. Κι όλος ο κάμπος πεσμένος ανάσκελα, γαλήνιος και απροστάτευτος διαπραγματευόταν τις ασέλγειες των απογευματινών αρότρων. Ο Καλαμάρας τεντώθηκε και γρύλλισε βαρύς από νοσταλγία και απάθεια: Να είχαμε κανένα καφεδάκι… και πρόσθεσε αφηρημένα: Άϊ σιχτίρ, και τα αρχαία σας και τα σκατά σας. Στάθηκε αδύνατο, όμως, να πείσω τη Σοφία. Κατηφόρισε αλαλάζοντας το απότομο πρανές της τούμπας. Δεν ήταν και παίξε-γέλασε. Ο τοπογράφος με την πρώτη αποτύπωση (: εβδομήντα χιλιάδες δραχμές, δελτίο παροχής υπηρεσιών, κι από πάνω κάτι ύποπτα αρχαιόσημα με κίτρινο φόντο και μαύρες βούλες) μας το είχε βγάλει, αυτό το απότομο πρανές, που το κατέβαινε τρέχοντας η Σοφία με τις πράσινες σαγιονάρες, 22,50 μ. Κοιταχτήκαμε οι αρχαιολόγοι σωπαίνοντας και λίγο καχύποπτα.

Μόνο ένας μικρός, εκεί στο τέλος της γραμμής, με γυαλιστερά κουμπιά και χρυσές επωμίδες, σαν αυτούς που δείχνουνε πότε-πότε τα λαϊκά περιοδικά και οι θερινοί σινεμάδες. Αυτός ψιθύρισε πελιδνός: 22,50 μέτρα επιχώσεις, τς, τς, τς. Δηλαδή η ψηλότερη τούμπα των Βαλκανίων. Πιο ψηλή κι από το Karanovo. Ύστερα αναλύθηκε σε δάκρυα. Τον είχε καταβάλει ο εθνικός κραδασμός. Κάτι που συμβαίνει σε τέτοιες αρχαιολογικές συνωμοσίες. Όπου πίσω από βαριές βελούδινες κουρτίνες, διάστικτες με παραδοσιακά κεντήματα και χλωμά πρόσωπα αγίων, ελλοχεύουν αλιτήριοι κήρυκες με παραφουσκωμένες γαστέρες και εμπεριστατωμένα ειλητάρια. Πού θα πάει όμως αυτή η ιστορία των λόφων και των συγκινήσεων; φώναξαν με μια φωνή ο Μάρκος και ο Χαράλαμπος, θα αλλάξετε καμιά φορά τις συντεταγμένες ή θα σας πάρει και θα σας σηκώσει;

Και τώρα μονάχος εγώ, να αναμοχλεύω το κόκκινο χώμα. Χαμένος στο κέντρο του λόφου, απέναντι σε μια πόλη που διαλαλεί την επίμοχθη διαχρονία της μέσα σε χαντάκια και καμπαναριά, σε τοιχογραφίες και ετοιμόρροπα τόξα. Παίρνω κι άλλο χώμα στα δάχτυλά μου ανάμεσα και κοιτάζω εκστατικός. Τώρα πια το πλεισίστιο καράβι θα έχει φτάσει στον Καστανά4. Θα φορτώνει σιτάρι και θα ξεφορτώνει λαγήνια, γεμάτα με μυκηναϊκή silferini5.

Οι πόρνες θα πλένουν μανιωδώς τους μελανόμορφους σκύφους, με τα φυτικά κοσμήματα και τις αναδρομικές μπορντούρες, για να είναι έτοιμοι τη νύχτα που θα ανοίξουν οι πύλες του κάστρου, για να μπει στην πόλη ο αρχιέμπορος. Θωρακισμένος και απροσπέλαστος, διακοσμημένος και απαστράπτων, καπιταλιστής του κερατά, αδίστακτος, προεδρεύων και καραδοκών, σφαγιαστής και εκδορέας. Αυτός κρατάει πάντα ένα μαύρο ντοσιέ.

Οι δούλοι υποκλίνονται και του φιλούνε το χέρι. Αυτός αερίζεται και χαμογελάει με νόημα. Μέσα στον οικισμό όλοι ξέρουμε πως η αντίσταση είναι μάταιη. Η συμφωνία είναι κλεισμένη από καιρό. Είναι εύκολο να το διαβάσεις αυτό στη στρωματογραφία. Λέω σο Χαράλαμπο να σκύψει πιο πολύ και να αναμοχλεύσει ακόμα μια φορά το χώμα με το μυστράκι του. Εκεί που το κόκκινο χώμα γίνεται μαύρο και ύστερα γκρίζο, εκεί που οι κίτρινες πέτρες εξαφανίζονται και τα διακοσμημένα κεραμικά συσσωρεύονται, το ένα επάνω στο άλλο.

Κύλικες και αμφορείς, κρατήρες και αρύβαλλοι, ληκύθια, πυξίδες, σκύφοι. Χαράλαμπε, η κάθοδος! ξεφωνίζω. Το νου σου στους Δωριείς, είναι αδίστακτοι και ανιστόρητοι, θα σε παγιδέψουν, ξεφωνίζω και χειροκροτάω. Σηκώνομαι στα νύχια να δω καλύτερα. Να δω από κοντά το Μάρκο Βαφειάδη που περνάει αμίλητος τη λεωφόρο Στρατού. Φοράει κι ένα δάφνινο στεφάνι στο λαιμό. Καθισμένος πάνω σε μια μοτοσικλέτα. Ο πατέρας μου χειροκροτάει κι αυτός. Στη γωνία λεωφόρου Στρατού και Ευζώνων. Ναι, σ’ αυτή την ανεπαίσθητη γωνία της γης, η δική μου προσωπική γη υποδέχεται το δημοκρατικό στρατό και τον ύμνο της λαοκρατίας: 30 Οκτωβρίου 1944. Μπροστά η Φωτεινή με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά και τη χοντρή πλεξίδα, πιο πίσω η Βαρβάρα, ο Αλέκος ο Μπαλτσαβιάς, ο θείος Φούρνος, ο Δρόσος με την πατερίτσα και η Ελεονώρα με το διαμπερές τραύμα στον οισοφάγο.

Και πίσω τους να κυλάει ένα ποτάμι λιωμένα κόκαλα και μολυσμένα αίματα, βλαστήμιες του θανάτου και συνωμοσίες της τελευταίας στιγμής. Ο Χαράλαμπος με κοιτάει απρόσιτος. Πηδάω μέσα στο σκάμμα. Ρε μαλάκα, του λέω, δεν προσέχεις καθόλου; Δε βλέπεις πως περάσαμε το στρώμα με τα μυκηναϊκά και πως πρέπει να αλλάξουμε τις ταμπελίτσες και τους κουβάδες; Ο Χαράλαμπος με κοιτάει απρόσιτος.

Ξαναπηδάω μέσα στο σκάμμα και πάω να τον πιάσω από τον λαιμό. Την τελευταία στιγμή όμως δειλιάζω. Σκέφτομαι την ώρα της επιστροφής, την ώρα που θα γυρίζαμε στα σπίτια μας και θ’ αντίκριζα τα πράσινα μάτια της Κατερίνας. Κάθε φορά που γύριζα από την ανασκαφή με την ωτομοτρίς, σκεφτόμουνα όλο τα ίδια μάτια. Η ανασκαφή τελείωνε στις έξι η ώρα. Μαζεύαμε τους κουβάδες, τα εργαλεία. Κλειδώναμε τις σακούλες με τα όστρακα στην αποθήκη. Ο Μάρκος ξυριζότανε, για να κατέβει στο χωριό. Γέμιζε και τις τσέπες του με στραγάλια, μεζέ για το τσίπουρο. Μαζί του έπαιρνε και το Σερβετά. Ο ένας στον ΕΛΑΣ, ο άλλος στον ΕΔΕΣ.

Ο ελασίτης έκτακτος εργάτης, ο εδεσίτης μόνιμος αρχαιοφύλακας και περιστασιακός αρχαιοκάπηλος. Καθότανε ο ένας απέναντι στον άλλο. Δε μιλούσανε. Ρουφούσανε τα τσίπουρά τους με θόρυβο και τραγανίζανε τα στραγάλια. Αυτό ρύθμιζε και το νόημα της συντροφιάς τους. Ρε συ Σερβετά, μουρμούρισε μια μέρα ο Μάρκος, τι κατάλαβες μια ζωή χαφιεδιλίκι; Πότε να γλείφεις το Ροδόπουλο και πότε τον Τσιριμώκο; Εδώ θα μείνεις και θα σε φάει η καβαλίνα και το τσιμπούρι. Ύστερα πέσανε πάλι στην ίδια την πηχτή σιωπή.

Ο Μάρκος ξαναμίλησε μόνο όταν φάνηκε το μαρμάρινο κεφάλι. Τρέξαμε όλο στο σκάμμα. Η ξανθή Σοφία άνοιξε το τετράδιο. Φέρανε καινούργιες ταμπελίτσες, και νάιλον σακούλες με τη φίρμα της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Εγώ ξαναπήδησα στο σκάμμα. Γονάτισα, παραμέρισα τα χώματα και έμεινα εκεί καρφωμένος. Στην αρχή δεν ήθελα να μιλήσω και να το παραδεχτώ. Δίστασα. Ήτανε μια ακατανίκητη μετριοφροσύνη. Δεν ήθελα να αποκαλύψω εκεί σε όλους μπροστά την καταγωγή μου. Οι χωροφύλακες είχανε στημένο το αυτί τους, έτοιμοι για να αξιοποιήσουν την πληροφορία. Στο τέλος ομολόγησα. Ναι, το μαρμάρινο κεφάλι είναι του πατέρα μου.

Με τα μάτια μισόκλειστα, όπως το συνήθιζε όταν ήθελε να δει πιο μακριά και το μεγάλο μέτωπο με τις βαθιές ρυτίδες. Βρε πατέρα, ήθελα να φωνάξω, μα κρατήθηκα. Οι αρχαιολόγοι, σκέφτηκα, πρέπει να κατανικούν τις προσωπικές τους αδυναμίες και να είναι αντικειμενικοί και ορθολογιστές. Πρέπει να μιλούν μόνο γι’ αυτό που βλέπουν μπροστά τους, για το συγκεκριμένο εμπειρικό υλικό. Τα άλλα είναι θεωρητικολογίες. Το μόνο που έπρεπε να κάνω εκείνη τη στιγμή ήτανε να μετρήσω. Να μετρήσω με προσοχή τα πάντα. Να προσδιορίσω το βορρά, το νότο, την ηλικία, την απόσταση, το ύψος, το βάθος, το απομέσα της ακοής μου, των δακρύων μου την ποσότητα. Να μετρήσω τα σπασμένα δάχτυλα που κείτονταν στο δάπεδο του σκάμματος. Να μετρήσω τα συντριμμένα ενώτια που αλάλαζαν στην παλιά μου ζωή. Να μιλήσω με αριθμούς για το χάος και τη σιωπή, να προσθέσω τους άντρες με τις γυναίκες. Να υπολογίσω και τις ώρες που καθόμουνα δίπλα στο ηρώο των πεσόντων φοιτητών, μέχρι να βγες Εσύ από το μάθημα της βιοσκοπίας, στο νοτιοδυτικό αμφιθέατρο.

Ο Μάρκος συνέχιζε να αναμοχλεύει το χώμα. Το μαρμάρινο κεφάλι είχε κυλήσει στην άκρη τώρα. Κι εμείς πεσμένοι στα γόνατα μετρούσαμε και γράφαμε. Γεμίζαμε τα τετράδια, τα βιβλία, τα χέρια μας, τους άσπρους τοίχους. Γεμίσαμε με αριθμούς τις κίτρινες γλώσσες των μικρών παιδιών, που δεν ήξεραν τι θα πει γάλα, γιατί θήλαζαν τις μαρμάρινες σταγόνες των αρχαίων θριγγών που τώρα κοίτονταν στα πάρκα και στα συλημένα νεκροταφεία της Ιωλκού και το Καραβάν Σαράι. Κι εμείς γράφαμε. Σιγά-σιγά έπεφτε και το φως.

Από πάνω μας το καθαρό εκείνο το γαλάζιο δεν υπήρχε πια. Τώρα και τα σπίτια της πόλης είχαν κολλήσει το ένα με το άλλο. Είχαν χαθεί τα παράθυρα, οι πόρτες και τα μπαλκόνια τους, όλα γενικώς τα ανοίγματά τους προς την έξω ζωή. Και η θάλασσα είχε γίνει μαύρη με ανοιχτές και απειλητικές τις βραδινές της δαγκάνες. Να ρουφάει τα φώτα και τις απόμακρες μελωδίες που γλιστρούσαν πότε-πότε από παλιά γραμμόφωνα, κρυμμένα ανάμεσα σε ορτανσίες και ανθισμένες βιγόνιες: Θ’ ανέβω και θα κατοικήσω, στο πιο ψηλότερο βουνό, ψιθύρισε το τελευταίο γραμμόφωνο.

Στην άλλη πλευρά ο Χορτιάτης και στις εκβολές του Αξιού το πλεισίστιο καράβι των Μυκηναίων, γεμάτο με σπόρους φρέσκο χασίς και νεόκοπες πόρνες ξαπλωμένες στο κατάστρωμα. Πήρα βαθιά αναπνοή. Κοίταξα από τη μια τα αγάλματα κι από την άλλη το κατάστρωμα. Έπρεπε να κατέβω γιατί σε λίγο δε θα αναγνώριζα πια τον προσωπικό μου κατήφορο και θα έμενα εκεί παγιδευμένος στις εμπειρίες του σκάμματος. Πνιγμένος μέσα σε άχρηστους αριθμούς και σε εκπορνευμένες διαστάσεις. Εξάλλου το σκάμμα είχε γεμίσει νερό.

Ήταν φανερό πως δεν υπήρχε ελπίδα. Ευτυχώς που είχαμε προλάβει να μετρήσουμε τα πάντα. Τώρα ήμασταν σε θέση να υπολογίσουμε και την ώρα της καταστροφής και τον τρόπο της ταφής. Ήμασταν πια οι αδιαφιλονίκητοι λογιστές της Ιστορίας, “…ιδανικοί και ανάξιοι εραστές…” κάθε πρωτοελλαδικής, μεσοελλαδικής και υστεροελλαδικής πορνείας που στοιβαζόταν εκεί, μπροστά στα έκθαμβα μάτια ανίδεων οδοιπόρων και φτωχών παραπηγματούχων. Μου ήταν αδύνατο πια να κρατήσω τα δάκρυά μου. Γι’ αυτό προτίμησα να μείνω εκεί, καρφωμένος αμετάκλητα κάτω από την αδέκαστη και αντικειμενική μου σκαπάνη, για να κλάψω πικρά…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Για την ιστορική ουσία του “εκμυκηναϊσμού” και τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται στα υλικά στοιχεία του προϊστορικού πολιτισμού γράφονται πολλά και άκρως αντιεπιστημονικά πράγματα. Το μόνο που έχει απομείνει, ως συμπέρασμα, από όλες αυτές τις αρχαιοτρωκτικές υστερίες, είναι η εντύπωση ότι το πιο σπουδαίο προϊόν του μυκηναϊκού πολιτισμού είναι η χρυσή μάσκα του Αγαμέμνονα.

2 Ο Άγιος Βησσαρίωνας είναι ένα προσφυγικό χωριό, 3 χλμ. ΝΑ των Σοφάδων. Έξω από το χωριό και πάνω στο δημόσιο δρόμο που πάει για την Καρδίτσα, βρίσκονται τα ερείπια ενός τουρκικού χαμάμ. Επειδή το χαμάμ είναι χτισμένο με αρχαίο οικοδομικό υλικό, που οι Τούρκοι είχαν μεταφέρει από τη Φίλια ή από το Κιέριο, ο Αρβανιτόπουλος που έκανε έρευνα καβάλα στο άλογο, το χαρακτήρισε σα ναό του Δία. Στα 1966, χρονιά της αποστασίας, ο ιδιαίτερος του Στεφανόπουλου υποχρέωσε με απειλές και κάτι λίγες πενταροδεκάρες την Εφορεία Αρχαιοτήτων της περιοχής να κάνει ανασκαφές και να ανακαλύψει το ναό, για να αναπτυχθεί τουριστικά το χωριό του. Η ανασκαφή έγινε μέσα στο καταχείμωνο και με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν. Αποδείχτηκε πως ο ναός ήταν χαμάμ που τα θεμέλιά του είχαν καταστρέψει τις επιχώσεις ενός νεολιθικού οικισμού. Τρεις μήνες μετά την ανασκαφή έγινε δικτατορία.

3 Ο σημαντικότερος φωτογράφος της ασπρόμαυρης φωτογραφίας στην Ελλάδα Δημήτρης Τλούπας.

4 Ο Καστανάς είναι ένας σημαντικός προϊστορικός οικισμός πάνω στον Αξιό ποταμό, που τον ανέσκαψαν και τον δημοσίευσαν οι Γερμανοί με την εποπτεία του καθηγητή Hansel.

5 Silferini είναι ένα φανταστικό μυκηναϊκό προϊόν, όπως εξάλλου φανταστικά είναι τα πιο πολλά από αυτά που λέγονται για τον μυκηναϊκό πολιτισμό.

  • Πρώτη δημοσίευση: Ο παρατηρητής. Περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης. Τεύχος 3, Νοέμβριος 1987. Θεσσαλονίκη

ΜΠΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ - Let's wait until the storm passes: Γιώργος  Χουρμουζιάδης: «Πρέπει να αναπνεύσουμε ελεύθερα…»

“Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και θα ήθελα να πεθάνω στην Κεντρική Ασία, ακριβώς πάνω στο Δρόμο του Μεταξιού. Άρχισα να γράφω από οκτώ χρονώ. Στην αρχή έγραφα κρυφά, προσευχές και βωμολοχίες. Ύστερα εκθέσεις ιδεών, ποιήματα. Αποπειράθηκα να γράψω κι ένα μυθιστόρημα: “Το κορίτσι με τα γκρίζα μαλλιά”. Από τότε δε σταμάτησα να γράφω παντού και τα πάντα. Διηγήματα, θεατρικά μονόπρακτα, σενάρια, αρχαιολογικά άρθρα, βιβλιοκρισίες, διαλέξεις, δοκίμια, ευθυμογραφήματα, συστατικές επιστολές, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, ανακοινώσεις για επιστημονικά συνέδρια, πολιτικές προκηρύξεις και πολιτικά άρθρα, επιφυλλίδες σε εφημερίδες, στίχους για λαϊκά τραγούδια, χαιρετισμούς για πολιτικές συγκεντρώσεις, ακόμα και για ένα γάμο στο Ασχαμπάτ, όπου με είχανε καλέσει, όταν επισκέφτηκα το Τουρκμενιστάν. Έγραψα εισηγητικές εκθέσεις για διδακτορικές διατριβές και εκλογές καθηγητών, κείμενα διαφημίσεων, “αγορεύσεις” για τη βουλή, κατ’ αρχήν και κατ’ άρθρον. Έγραψα και δυο επικήδειους, έναν για τον Κίτσο Μακρή και έναν για τον Μανόλη Ανδρόνικο! Και σε έναν τοίχο, όταν ήμουνα πρόσκοπος, έγραψα με μεγάλα κόκκινα γράμματα “Σ’ αγαπώ”.
Κι όσο περνάει ο καιρός γράφω ασταμάτητα, γιατί εκείνο που θέλω να γράψω δεν το έγραψα ακόμα! Κι όταν πια δεν έχω τι άλλο να γράψω θα πάρω το Δρόμο του Μεταξιού!”

Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης, ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας στο ΑΠΘ και πρώην βουλευτής του ΚΚΕ στην Α’ Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1935 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1981 εκλέχθηκε καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 έγινε κοσμήτορας στη ΦΣ του ΑΠΘ και το 1985 έγινε αντιπρύτανης στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είχε συνδέσει το όνομά του με τις ανασκαφές στον λιμναίο οικισμό Δισπηλιού. Πέθανε στις 16 Οκτωβρίου 2013, σε ηλικία 81 ετών.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή