Γιώργος Σεφέρης: Παραλλαγές πάνω στο βιβλίο

by Times Newsroom 1
Share this

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Παραλλαγές πάνω στο βιβλίο

 

ΔΥΟ, ΝΟΜΙΖΩ, είναι οι λόγοι που με κάναν να δεχτώ την πολύ ευγενική σας πρόσκληση να ΄ρθω στη Βαρκελώνηi:

Ο πρώτος είναι πως οι περιστάσεις της ζωής μου με εμπόδισαν ώς τώρα να γνωρίσω από κοντά την πατρίδα σας, όπως το ονειρευόμουν τόσα χρόνια. Μολονότι δεν έχω οικειότητα με την γλώσσα σας και ποτέ δεν μπόρεσα να διαβάσω ένα ισπανικό ποίημα χωρίς την βοήθεια της μετάφρασης, πιστεύω πως μπορώ να πω ότι με άγγιξε το “δαιμόνιο” της Ισπανίας – όπως αγαπούσε να λέει ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Προσπαθώντας να θυμηθώ τα παλιά μου, θαρρώ πως βρίσκω την αρχή αυτού του αισθήματος στην αγάπη μου για τον μεγάλο ζωγράφο του Τολέδου, τον κρητικό Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί ο άνθρωπος αυτός, που αφήνει νέος το νησί του για να πάει να ασκήσει την τέχνη του στην Ιταλία, βρίσκει επιτέλους στην Ισπανία ευνοϊκές συνθήκες για τις μεγάλες του δημιουργίες, και περνάει όλη την υπόλοιπη ζωή του στο Τολέδο. Τούτο το πρόβλημα είναι που πρέπει να γέννησε την έλξη που ασκεί επάνω μου η Ισπανία. Με έκανε να συλλογιστώ ομοιότητες και αναλογίες ανάμεσα στην πατρίδα σας και στην δικιά μου· και αυτό είναι που δημιούργησε μέσα μου ένα αίσθημα οικειότητας με ό,τι είναι δικό σας.

Μια μικρή φράση του Ιωάννη του Σταυρού μου έρχεται αυτή την στιγμή στο νου. Την επαναλαμβάνω τον εαυτό μου τριάντα τόσα χρόνια τώρα, γιατί με φωτίζει για την τέχνη μου καλύτερα από πολλούς χοντρούς τόμους: “Εκείνος που μαθαίνει τις πιο φίνες λεπτομέρειες μιας τέχνης, προχωρεί πάντα στα σκοτεινά και όχι με την αρχική του γνώση γιατί αν δεν την άφηνε πίσω του, ποτέ δεν θα μπορούσε να ελευθερωθεί από αυτήν”ii. Τούτη η προσήλωση στο συγκεκριμένο και, συνάμα, σε ό,τι μας ξεπερνάει, είναι εκείνο που αγαπώ σε αυτή την μικρή φράση και στην χώρα σας. Και αυτό δεν απέχει πολύ ούτε από τον Πλάτωνα ούτε από την Ελλάδα.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο δέχτηκα με χαρά την πρόσκλησή σας να έρθω να πάρω μέρος σε τούτη την γιορτή του Βιβλίου, είναι ότι δεν νιώθω ολότελα ξένος στο επάγγελμά σας. Αν η μοίρα μου δεν το είχε αποφασίσει αλλιώς, θα μου άρεσε να ασκούσα την τέχνη του τυπογράφου. Επιδόθηκα σε αυτή στα χρόνια των πρώτων μου δημοσιεύσεων. Τον καιρό εκείνο, ήταν το μόνο ταλέντο που αναγνώριζα στον εαυτό μου. Όμως, αυτή είναι μια άλλη ιστορία· δεν θα ήθελα να αργήσω να σας μιλήσω για μερικές σκέψεις σχετικές με τα βιβλία, οι οποίες μου ήρθαν στο νου καθώς ετοιμαζόμουν να έρθω κοντά σας.

ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ συγγραφέας επαινεί τον Πεισίστρατο επειδή ήταν ο πρώτος που έδειξε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στους Αθηναίους. Καθώς γνωρίζετε, ο Πεισίστρατος, στον 6ο αιώνα π.Χ., ήταν – σύμφωνα με την παράδοση – ο πρώτος που όρισε να καταγραφούν τα ομηρικά έπη. Ώς τότε, οι άνθρωποι απλώς άκουγαν τα ποιήματα αυτά, αλλά δεν τα έβλεπαν, γιατί μεταδίδονταν από την φωνή των ραψωδών.

Ο έπαινος αυτός, που μπορεί σήμερα να μας φαίνεται αφελής, σημειώνει ωστόσο ένα σταθμό στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος: εκείνη την στιγμή αρχίζει η ποίηση να δείχνεται και όχι πια μόνο να ακούγεται· εκείνη την στιγμή αρχίζει η μακριά γενεαλογία του βιβλίου· μια εξέλιξη που, περνώντας από τις αλεξανδρινές βιβλιοθήκες, αναπτύσσεται σε πελώρια κλίμακα με την εφεύρεση της τυπογραφίας, για να καταλήξει στην εξάπλωση – που την διαπιστώνουμε σήμερα όχι χωρίς κάποια ανησυχία – της νεότερης βιομηχανίας του βιβλίου. Τέλος, από τότε είναι που δημιουργήθηκε μέσα μας αυτή η δεύτερη φύση: η φύση του αναγνώστη.

Ας εξετάσουμε μια στιγμή την διαφορά ανάμεσα στην ποίηση που ακούγεται και στην ποίηση που βλέπεται ή διαβάζεται. Μπορούμε να φανταστούμε σε μια γραμμή χαραγμένη από την φωνή του απαγγέλτη· η λέξη δεν πρόφταινε μείνει πολλή ώρα παρούσα στην νόηση του ακροατή· έπρεπε να δώσει την θέση της στην επόμενη λέξη· εξάλλου παρασυρόταν από ένα ρυθμό αρκετά απλόν ώστε να είναι εύληπτος. Μπορεί κανείς να κάνει την ίδια παρατήρηση για τον στίχο που έχει την τάση να αποτελεί μιαν ενότητα σχεδόν ανεξάρτητη. Από την άλλη μεριά, ο ακροατής μιας τέτοιας ποίησης κυριεύεται πρώτα από ένα είδος γοητείας που τείνει να αποκοιμίσει το συλλογιστικό, ορθολογιστικό του πνεύμα. Κατόπι, όταν τελειώσει η απαγγελία, φροντίζει να θυμηθεί, και γι’ αυτό τούτος ο στίχος χρησιμοποιεί μνημοτεχνικά μέσα. Στην αρχή, οι μούσες ήταν θυγατέρες της Μνημοσύνης.

Μου αρέσει να φαντάζομαι αυτόν τον μαγικό κύκλο από ανθρώπους ομαδικά υποταγμένους στην γοητεία ενός ραψωδού, και αγαπώ ιδιαίτερα την ανθρώπινη φωνή.

Η στάση του αναγνώστη είναι πολύ διαφορετική. Πρώτα-πρώτα, είναι ολομόναχος αντίκρυ στο ανοιχτό βιβλίο… Έχει μπροστά του μια σελίδα και την κοιτάζει σιωπηλά· μπορεί να την γυρίσει προς τα πίσω ή προς τα εμπρός· έχει την δυνατότητα να ξαναδεί τα όσα έχει κιόλα διαβάσει ή να κοιτάξει το τέλος του βιβλίου πριν από την αρχή. Μπορεί ακόμα να σταματήσει σε μια λέξη, να κοντοσταθεί σε μια φράση που δεν την έπιασε καλά με την πρώτη ματιά. Αν δούμε έναν αναγνώστη τριγυρισμένο από μια βιβλιοθήκη – και κάθε αναγνώστης περιβάλλεται από μια βιβλιοθήκη, είτε πραγματική είτε ιδεατή – μπορούμε εύκολα να φανταστούμε πως όλα αυτά τα βιβλία που έχει διαβάσει, συντελούν στην ανάγνωσή του· πως το σύνολο των γνώσεων που ολοένα συσσωρεύονται, προσφέρει στην πνευματική ακοή του ένα μεγάλο χώρο από αρμονικές· πως η γραμμή που η φωνή του απαγγέλτη χάραζε στην ακουστική ποίηση, παραλλάζει ή σπάει, και πάντως δεν είναι πια η ίδια. Η ανάγνωση δημιουργεί μια διαφορετική στάση, και τούτη η ανθρώπινη στάση, ως φαίνεται, δεν αναπτύχθηκε χωρίς να επηρεάσει τους ρυθμούς και την έκφραση της ποίησης. Δεν έχω σκοπό να υποστηρίξω πως οι μεταβολές στην εκδήλωση της ποίησης δεν οφείλονται και σε άλλους παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς· ασφαλώς οφείλονται, και – πριν από όλα – στην αναπόδραστην ανάγκη που υποχρεώνει κάθε τέχνη να αναπτύσσεται, επί ποινή θανάτου. Εκείνο που προσπαθώ να εξηγήσω, είναι πως το γεγονός ότι ο αναγνώστης αντικατάστησε τον ακροατή των ποιημάτων, επίσης συντέλεσε στην μεταβολή της ψυχολογικής μας στάσης απέναντι στην ποίηση.

Θα περιοριστώ σε ένα σύντομο παράδειγμα: αρχικά, όταν άκουγαν τον ραψωδό να προφέρει, σε ένα στίχο του Ομήρου, τις λέξεις “ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ”, το πνεύμα του ακροατή το δεχόταν ακαριαία και πολύ φυσικά, και έμενε διαθέσιμο για τον επόμενο στίχο. Μα όταν διαβάστηκε, φαντάζομαι, για πρώτη φορά, στον Γκόνγκοραiii, ο στίχος όπου ο άνεμος “κάνει να γλιστρούν στην κοίτη των θαλασσινών νερών κουρτίνες από περουζέδες”, ο αναγνώστης θα πρέπει να ένιωσε την ανάγκη να σταθεί για να νιώσει καλά και να παρακολουθήσει ώς το τέλος τους αντίλαλους του λαμπρού αυτού στίχου.

Έτσι, με βάζει σε πειρασμό η παράξενη σκέψη πως αν δεν υπήρχε το τυπωμένο βιβλίο, η ποίηση του Γκόνγκορα δύσκολα θα είχε επιζήσει. Και ενισχύομαι σε τούτην ιδέα μου όταν συλλογίζομαι πως ο τελευταίος μαθητής εκείνου του ποιητή σας, και ο καλύτερος που γνωρίζω, ο Στέφανος Μαλαρμέ, αγαπούσε να λέει: “Όλα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν σε ένα βιβλίο”· και πως η στερνή κατάληξη αυτής της μυστικής του βιβλίου είναι το τελευταίο ποίημα του διδάσκαλου της rue de Rome, το Un Coup de Dés”, ένα ποίημα που δεν μπορεί πια διόλου να ακουστεί, αλλά μόνο να ιδωθεί. Αλήθεια, ο Μαλαρμέ αποζήτησε για το ποίημα αυτό μιαν έκφραση καθαρά οπτική, με την χρήση των λευκών της σελίδας, με την διάταξη και το μέγεθος των τυπογραφικών στοιχείων. Να μια από τις οριακές καταλήξεις της ποίησης που βλέπεται, ύστερα από πεντακόσια χρόνια τυπογραφίας.

Αυτή η μακρά ιστορία – που εδώ προσπάθησα να σας την διηγηθώ όσο πιο σύντομα μπορούσα – μου ήρθε στο νου καθώς συλλογιζόμουν πως θα έκανα την πρώτη μου επίσκεψη στην Καταλονία, καλεσμένος από τα βιβλία· από αυτά τα αντικείμενα που ξέρουν όλα να τα εκφράσουν με ένα μέσο απίστευτα απλό: με τον συνδυασμό 24 γραμμάτων πάνω σε ένα λευκό ορθογώνιο· από αυτά τα μικρά κουτιά που περιέχουν ό,τι έχει εκφραστεί· από αυτά τα κουτάκια που, όταν ανοίγουν, μπορούν να ελευθερώσουν δυνάμεις εξίσου ισχυρές και αντιφατικές όσο εκείνες της φύσης.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ όπου ο Μαλαρμέ διατύπωνε την μυστική του τού βιβλίου, ένας άλλος γάλλος συγγραφέας, που βρισκόταν τότε σχεδόν στο ξεκίνημά του, ο André Gide, φώναζε: “Ναθαναήλ! Πότε θα ‘χουμε κάψει όλα τα βιβλία!”. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει κιόλας να νιώθουν πως είχαν διαβάσει πάρα πολλά, σε μια εποχή που ωστόσο θεωρείται ευτυχισμένη. Όμως, έξω από αυτό, το επιφώνημα εκείνο ήταν μαι κατάφαση της ζωής στην δροσιά της· μια κατάφαση της προτεραιότητας, της αίσθησης. “Κάθε γνώση που δεν είναι επακόλουθο μιας αίσθησης, μου είναι άχρηστη”, συνεχίζει ο Gide. Είναι μια φωνή βγαλμένη από μια ψυχή στην νεότητά της, μια ψυχή που μοιάζει να εύχεται ο κόσμος να άρχιζε από αυτήν – όπως εκείνος ο αυτοκράτορας της Κίνας, που, θέλοντας να καταστρέψει όλο το παρελθόν, πρόσταξε και κάψαν όλα τα βιβλία που υπήρχαν πριν από αυτόν.

Από εκείνα τα χρόνια, η ανθρωπότητα γνώρισε καταστροφές και αναστατώσεις χωρίς προηγούμενο, που επηρεάζουν και την ψυχή της και τις αντιλήψεις της για τον εξωτερικό κόσμο, σε σημείο ώστε τα χρόνια των πατέρων μας να μας φαίνονται τώρα ειδυλλιακά.

Λίγες μέρες πριν φύγω από την Αθήνα για να έρθω εδώ, έτυχε να κουβεντιάσω με έναν νεαρό αστρονόμο. Μου έλεγε: οι ποιητές, οι συγγραφείς, όσοι θέλουν να εξετάσουν και να εκφράσουν τα ανθρώπινα, δεν γνωρίζουν πώς προχωρούμε με μεγάλα βήματα προς μιαν έκρηξη· σε εκατό χρόνια, σε διακόσια, δεν έχει σημασία πότε. Μου εξηγούσε, γεμάτος ανησυχία, πως εδώ και τριάντα χρόνια η γνώση αυξάνει με πρωτάκουστο ρυθμό. Μου έδειχνε με το δάχτυλο την γραφική παράσταση αυτής της αύξησης: μια καμπύλη αρκετά απαλή επί αιώνες και, ξάφνου, το ένα κάθετο άλμα μετά το άλλο. Μνημονεύω τούτο το περιστατικό, γιατί ανάμεσα στις τόσες ανήσυχες φωνές που ακούγονται γύρω μας, η φωνή αυτού του ανθρώπου είχε μια σπάνια αυθεντικότητα. Κατόρθωνε να μου μεταδώσει το αίσθημα του κινδύνου που αντιπροσωπεύει η ξαφνική αυτή αύξηση των ανθρώπινων γνώσεων, και να με κάνει να δω τον κόσμο μας με την μορφή μιας απέραντης βιβλιοθήκης που μοίρα της είναι να εκραγεί και να εξαφανιστεί, όπως η έκρηξη ενός ηφαίστειου εξαφανίζει ένα ολόκληρο νησί. Πιθανότατα ήταν ένας παραλογισμός, όμως δεν μπορούσες να τον αποκλείσεις.

Αν – όπως τόσο συχνά ακούμε να το υποστηρίζουν – ο άνθρωπος είναι παράλογος, γιατί να μην είναι παράλογο και το βιβλίο που είναι καμωμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου; Και γιατί τάχα το σύνολο των βιβλιοθηκών που υπάρχουν στον κόσμο, γιατί τούτη η οικουμενική βιβλιοθήκη να μην είναι μια βιβλιοθήκη παραλογισμού, μια βιβλιοθήκη της Βαβέλ, σαν εκείνη που συνέλαβε ο Jorge Luis Borges: “Οι ασεβείς ισχυρίζονται”, μας λέει, “πως ο παραλογισμός είναι ο κανόνας της βιβλιοθήκης”. Όμως, ευσέβεια και ασέβεια είναι πράγματα που έχουν σχέση με μια πίστη. Και αν πιστεύουμε πως η ανθρωπότητα είναι άρρωστη και πως οι γνώσεις του ανθρώπου είναι τα συμπτώματα ή τα αίτια της αρρώστιας του – όπως ήταν τα μυθιστορήματα της ιπποσύνης για τον Δον Κιχώτη –, δεν μου φαίνεται απίθανο να φανταστούμε έναν ευσεβή ή έναν ασεβή, ένα παπά ή ένα μπαρμπέρη του ευγενικού ιππότη, να ετοιμάζονται σε μια γωνιά του κόσμου να καταστρέψουν όλα τα βιβλία της ανθρωπότητας, για να την γιατρέψουν από την αρρώστια της.

ΔΕΝ ΛΟΓΑΡΙΑΖΑ να τελειώσω αυτά τα λίγα λόγια, σε τόνο απαισιόδοξο. Ήθελα μόνο να πω τούτο: Τα βιβλία είναι πράγματα της φύσης ας· είναι εμείς, όσοι και αν είμαστε· είναι μια ανθρώπινη φύση, που μας προεκτείνει προς τις ρίζες μας, με την πείρα και την σοφία των περασμένων γενεών· και που την προεκτείνει προς το μέλλον, με τα οράματά μας. Αν βλέπουμε τα βιβλία να έχουν ρυτίδες, ας μη βιαζόμαστε: ίσως οι ρυτίδες αυτές να είναι οι δικές μας. Αν μας ενθουσιάζουν, ας χαρούμε που η ψυχή μας είναι το δοχείο αυτού του ενθουσιασμού. Θα έλεγα πως τα βιβλία είναι σαν τα αναρίθμητα κλειδιά ενός μεγάλου οργάνου του οποίου οι μουσικοί είμαστε εμείς. Εξαρτώνται από την μεγαλοφυΐα μας, από την τόλμη μας· εξαρτώνται επίσης από τα ελαττώματά μας. Αν είναι έτσι, αν πιστεύουμε στον άνθρωπο, αν πιστεύουμε στην ανθρωπότητα, με την ίδια αυτή πράξη πίστης θα πιστέψουμε και στην σημασία του βιβλίου. Γιατί στον κόσμο μας που προχωρεί ψηλαφητά, όλα εξαρτώνται από μια πράξη πίστης. Γι’ αυτό, μου φαίνεται πως με τούτη την όμορφη εκδήλωσή σας για χάρη του βιβλίου, κάνατε και μια πράξη πίστης απέναντι στην ανθρωπότητα.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ

iΤον Σεπτέμβριο του 1964 ο Γιώργος Σεφέρης δέχτηκε μια πρόσκληση της Ένωσης Παλαιοβιβλιοπωλών Βαρκελώνης, να μιλήσει στα εγκαίνια της έκθεσής τους παλαιού βιβλίου. Η ελληνική μετάφραση από τον Γ.Σ.[αββίδη] της ομιλίας του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εποχές” (τ. 20, Δεκέμβριος 1964), έγινε από το τότε ανέκδοτο γαλλικό κείμενο.

iiΜετάφραση Γ. Σεφέρη. Βλ. Δοκιμές, 1962, σελ. 131.

iiiΟ Λουίς δε Γκόνγκορα (Luis de Góngora y Argote, 1561-1627) ήταν Ισπανός ποιητής.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή