Γιώργος Σεφέρης: Σαλαμίνα της Κύπρος | Έγκωμη

by Times Newsroom 1

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Σαλαμίνα της Κύπρος

… Σαλαμῖνα τε
τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ’
αἰτία στεναγμῶν.
ΠΕΡΣΑΙ

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

Τα νέα κορμιά περάσαν απεδώ, τα ερωτεμένα·
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,
πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός τις ἔστι…».

Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νῆσός τις ἔστι.

Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης 1953

Ἔγκωμη

Ήταν πλατὺς ο κάμπος και στρωτός· απὸ μακριὰ φαινόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανὸ τα σύννεφα πολλὲς καμπύλες, κάπου-κάπου
μιὰ σάλπιγγα χρυσὴ και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστὸ χορτάρι και στ᾿ αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλὲς αποβροχάρισσες ανάσες· θα ῾χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνὰ που έπαιρναν χρώμα.

Κι εγὼ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ᾿ αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μία πολιτεία παλιά· τειχιὰ δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ᾿ το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
φαντάσματα και υφάσματα, χλιδὴ και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνὸς κι αδιάφορος ο τάφος.

Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ᾿ ένα ρυθμὸ βαρὺ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχὸς της μοίρας.

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ᾿ ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιὰ που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν᾿ ανηφορίζει.
Τα μαλλιὰ μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτὰ πάνω απ᾿ τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε απὸ το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ᾿ άγουρα βυζιὰ της οδηγήτρας,
χορὸς ακίνητος.

Κι εγὼ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν άγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ᾿ ἀδράχτια δὲ γυρίζαν
αρνιὰ ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω απὸ πράσινα νερὰ που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ᾿ ανάερη τη βουκέντρα.
Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν᾿ ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανὸς ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μιὰ ανάληψη.
Ο κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρὸ και με το χώμα.
Αρώματα απὸ σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιὲς πλαγιὲς της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιὰ του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστὸ χορτάρι και τ᾿ αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ για να πεθάνουν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή