Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Άλλη μια γυναίκα που έγινε δέντρο | Διήγημα

by Times Newsroom 1

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ

Άλλη μια γυναίκα που έγινε δέντρο

ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ τη λεν Ελένη και μ’ αυτό το όνομα τη σκέφτομαι συνήθως. Μόνο καμιά φορά, όταν πέφτουν σφοδροί κεραυνοί και βρέχει απαρηγόρητα, μου ’ρχεται ένα άλλο όνομα στο νου. Τότε ξαναβλέπω το παλιό εκείνο σκηνικό, κάθε φορά σε νέα διαφορετική παραλλαγή. Σήμερα που πίσω απ’ τον Χορτιάτη βρέχει, κοίτα:

Οι γαλαζωπές διακλαδώσεις των κεραυνών ακινητούν για μια στιγμή στον σκουρόμαυρο ουρανό σαν φωτεινές κληματαριές από νέον πριν βιδωθούν στα σπλάχνα της γης. Όπως πάντα, όπως τότε. Μεσολαβούσε πάντα μια μικρή, απειλητική σιωπή. Ύστερα τα μπουμπουνητά ξεσπούσαν μ’ έναν ήχο αυτοκρατορίας που κατακρημνίζεται, κατέβαιναν κλιμακωτά με διαδοχικές τεθλασμένες εκρήξεις, ταράζοντας συθέμελα την πεδιάδα, προκαλώντας δέος σ’ όλα τα ζωντανά που έτρεχαν πανικοβλημένα να βρουν λαγούμι να λουφάξουν.

Εμείς, και τα τρία παιδιά, σφιγγόμασταν τρέμοντας το ένα πλάι στο άλλο κάτω από την παρατημένη, σκουριασμένη πλατφόρμα. Οι τρομερές βροντές μπάτσιζαν τα μάγουλά μας κι ο Γιαννάκης, κλαίγοντας, έλεγε πριν από κάθε κεραυνό:

– Τώρα θα ρθει και θα μας κάνει σαν τα Καραγιαννάκια!

Κι οι τρεις από οκτώ ώς δέκα χρονών, ζαρωμένοι απ’ το φόβο, μυξοκλαίγοντας, είχαμε στο νου μας εκείνο που έγινε το προηγούμενο καλοκαίρι, που επίσης είχα πάει για διακοπές στο Μεταγγίτσι: Τρεις μέρες θα ’ταν που είχα φτάσει κι άρχισε κατά το μεσημεράκι μια σπάταλη νεροποντή με χαλάζι χοντρό σαν καρύδι και κεραυνούς που βομβάρδιζαν ανελέητα το χωριό και τον κάμπο.

Το απόγευμα εκείνης της μέρας, μόλις κόπασε η καταιγίδα, θρήνος ξαφνικός σηκώθηκε στο χωριό. Τρέξαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, στην πλατεία. Ακούγαμε φωνές, τσιρίδες και κλάματα, αλλά κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί.

Μόλις φτάσαμε στη γέφυρα, δίπλα στο κτήριο της Κοινότητας είδαμε, ανάμεσα στον κόσμο που έκλαιγε και φώναζε, δυο άντρες να σέρνουν μια πλατφόρμα τρακτέρ, με κλαταρισμένο το ένα λάστιχο, μισοκαμμένη, σχεδόν κατεστραμμένη. Στην πλάτη της πλατφόρμας κοίτονταν καρβουνιασμένα, κατάμαυρα, κουκουβιαστά, σαν νεγράκια που κοιμόντουσαν, πέντε παιδιά: Τα Καραγιαννάκια. Ήταν στον κάμπο όταν άρχισε ο κατακλυσμός κι είχαν κρυφτεί κάτω από τη σιδερένια παρατημένη πλατφόρμα για να γλιτώσουν το νερό και το χαλάζι. Εκεί τα καμάκωσε ο κεραυνός και τ’ άφησε καμμένα, στον τόπο, τσακίζοντας μαζί και την πλατφόρμα που νόμιζαν ότι τα προστατεύει.

Ήταν δύσκολο να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά τους και μόνο από την ηλικία, από το μέγεθος των σωμάτων καταλάβαμε ποιο ήταν το καθένα.

Την επόμενη χρονιά, τον Ιούλιο, ξαναπήγα διακοπές στο ίδιο χωριό. Με δυο άλλους πιτσιρικάδες που κάναμε σταθερή παρέα πλησιάζαμε κρυφά στο σπίτι των παιδιών που έκαψε ο κεραυνός.

Η μάνα τους η Καραγιάνναινα γυρνούσε αναμαλλιασμένη από παράθυρο σε παράθυρο και μούτζωνε και έβριζε ή σταματούσε ξαφνικά και τραγουδούσε:

“Ήρθε βροχή
ήρθε βροχούλα…”

Κι ύστερα χειροκροτούσε και φώναζε ζήτω και ξεκαρδίζονταν στα γέλια και πάλι άρχιζε να κλαίει και να τσιρίζει και να μουτζώνει τον ουρανό.

Ο άντρας της είχε αφήσει τα μαλλιά και τα γένια του που είχαν φτάσει σχεδόν ώς τον αφαλό του και τριγύριζε όλη μέρα μεθυσμένος και γυμνός στην αυλή με τ’αχαμνά του να ταλαντεύονται ελεύθερα.

Εμείς κρυμμένοι στο διπλανό μπαχτσέ, τον κατασκοπεύαμε και μερικές φορές πετούσαμε πέτρες ή μπομπότες στον γυμνό άντρα, παρότι ο παππούς δεν μας άφηνε, ούτε οι άλλοι χωριανοί που μας κυνηγούσαν όταν μας έβλεπαν να πλησιάζουμε στο σπίτι.

Συνήθως παίζαμε αλλού, στην γκιόλα με το κίτρινο νερό και τα βατράχια, στην Κάτω Βρύση ή στο ρέμα πίσω από την εκκλησία, αλλά κυρίως στον κάμπο όταν οι μεγάλοι έβγαιναν για αλώνισμα. Κρυβόμασταν κάτω από μια παρατημένη πλατφόρμα γιατί δεν υπήρχαν δέντρα στην πεδιάδα και ο ήλιος ήταν κάθετος, αβάσταχτος. Με τα θερισμένα στάχυα φτιάχναμε τοιχαλάκια στην πλατφόρμα και τρυπώναμε από κάτω, μέσα στη σκιά.

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα του Ιουλίου και παίζαμε κάτω από την καρότσα όταν ο ουρανός συννέφιασε, σκοτείνιασε ξαφνικά και ξέσπασε το αναπάντεχο μπουρίνι. Λίγα άτομα δούλευαν στον κάμπο εκείνη την ώρα φορώντας στα κεφάλια τους ψάθινα καπέλα ή τσεμπέρια.

Στην αρχή έλαμψαν μερικές κόκκινες αστραπές κι ένας στριφογυριστός, απειλητικός άνεμος ανακάτεψε τα θερισμένα, δημιουργώντας εδώ κι εκεί μικρούς στρόβιλους από άχυρα και σκόνη.

Ύστερα άρχισε να πέφτει ένα ξερό, χοντρό χαλάζι που βροντοκοπούσε στο σίδερο της πλατφόρμας σαν λιθοβολισμός. Οι πρώτοι κεραυνοί διαπέρασαν σαν φωτεινά ρίγη τον μανιασμένο ουρανό και βιδώθηκαν στη ράχη του κάμπου. Μαζί με το χαλάζι ερχόταν και βροχή, κατά κύματα, που ο αέρας τής άλλαζε συνεχώς κατεύθυνση, την στριφογύριζε, την πετούσε ξαφνικά προς τη μια μεριά κι ύστερα την έστρεφε πλάγια ή εντελώς αντίθετα. Τα μπουμπουνητά πύκνωναν εκτοπίζοντας το ένα το άλλο, το χαλάζι έγινε πιο επιθετικό και η βροχή τρελάθηκε εντελώς μη ξέροντας πού να πρωτοχτυπήσει.

Εμείς, τα τρία παιδιά, οι τρεις φίλοι, κοιτάζαμε ζαρωμένοι, με δέος, τρυπωμένοι κάτω από την πλατφόρμα, πασκίζοντας να διακρίνουμε κάποιον άνθρωπο στον κάμπο για να ζητήσουμε βοήθεια. Είχε όμως σηκωθεί τέτοια σκόνη και το χαλαζόνερο ήταν τόσο πυκνό που δεν βλέπαμε, πια, πέρα από τα εβδομήντα βήματα.

Ζαρώσαμε, συσπειρωθήκαμε περισσότερο, σφιχτήκαμε κολλητά στην δεξιά πίσω ρόδα της πλατφόρμας, τρομοκρατημένοι, ανυπεράσπιστοι, ενώ ο Γιαννάκης έκανε τα πράγματα χειρότερα κλαίγοντας κι επαναλαμβάνοντας πριν από κάθε κεραυνό:

– Τώρα θα ρθει και θα μας κάνει σαν τα Καραγιαννάκια!

Αφουγκραζόμασταν με αγωνία, νομίζοντας ότι κάθε κεραυνός έπεφτε δυο-τρία μέτρα δίπλα μας, περιμέναμε το τέλος μας, όταν ακούσαμε μια αδύναμη, γυναικεία φωνή:

– Γιαννάκη, όι Γιαννάκη!

Μέσα στο χαλασμό νομίσαμε ότι παρακούσαμε, αλλά πάλι, σε λίγο, πιο δυνατά:

– Γιαννάκη, όι Γιαννάκη!

Ήταν η μάνα το παιδιού το οποίο έκλαιγε μαζί μας κάτω από την πλατφόρμα.

– Εδώ! Εδώ! απαντήσαμε.

– Βγέστε γρήγορα από κει!

Πεταχτήκαμε κι οι τρεις έξω, μέσα στο χαλάζι, τη βροχή και τη λάσπη.

– Πέστε κάτω αφορεσμένα! Κραύγασε η γυναίκα. Πέστε και συρθήτε προς τα δω, προς τα μένα!

Ριχτήκαμε μπρούμυτα μέσα στα θερισμένα, στη λασπουριά και το νερό, κι αρχίσαμε να σερνόμαστε τσαλαβουτώντας προς εκείνην.

Ο ουρανός άστραψε ακόμη μια φορά. Η γυναίκα στεκόταν όρθια. Ήταν ψηλή και λεπτή, φορούσε σκούρα ρούχα κι ανοιχτόχρωμο τσεμπέρι. Έμοιαζε σαν το μοναδικό κυπαρίσσι μέσα στον κάμπο. Ο κεραυνός τη βρήκε στην κορφή της, κατακέφαλα και την διαπέρασε ώς την γη. Για μια στιγμή φάνηκε σαν λαμπάδα που καιγόταν. Έμεινε για λίγο μετέωρη λάμποντας σαν όρθια, συμπαγής φλόγα, ενώ γύρω της σηκώθηκε κουρνιαχτός, σκόνη κι άχυρα. Μαύρισε ο τόπος ένα γύρο και μύρισε κάψαλο.

Μείναμε κι οι τρεις καθηλωμένοι, γραπωμένοι στις λάσπες, άναυδοι, αδύναμοι για οτιδήποτε, κρυφοκοιτάζοντας, με λυμένα τα γόνατα προς τα κει που έγινε το κακό.

Κοκαλώσαμε έτσι, μπρούμυτα, αμίλητοι, κλαίγοντας σιωπηλά, χωρίς να κάνουμε το παραμικρό. Δεν τολμήσαμε να σηκωθούμε όρθιοι ώς το απόγευμα που άρχισε να κοπάζει η θεομηνία και που μας πλησίασαν οι πρώτοι χωριανοί. Ήμασταν μουσκεμένοι ώς το κόκαλο, τουρτουρίζαμε απ’ το κρύο και τον φόβο, τα χέρια μας είχαν παπουδιάσει από το νερό.

Μάζεψαν πρώτα εμάς κι ύστερα τη γυναίκα που κοίτονταν σαν παραμορφωμένο, μαύρο κούτσουρο μέσα στη σκοτεινή λακούβα που άνοιξε ο κεραυνός.

Την ίδια βδομάδα η Νομαρχία έστησε στις άκρες του κάμπου δυο ουρανομήκη αλεξικέραυνα.

Ο άντρας της μάνας του Γιαννάκη φύτεψε στη μαύρη λακούβα ένα δεντράκι που μεγάλωσε γρήγορα από τα πολλά ποτίσματα των χωρικών.

Τώρα, μετά από είκοσι χρόνια, το δεντράκι αυτό έγινε ένα πανύψηλο, φουντωτό δέντρο. Παρότι, όμως, είναι πλατάνι οι χωρικοί που το ποτίζουν και κάθονται στη σκιά του το λένε αλλιώς, με τ’ όνομα της μάνας του Γιαννάκη:

Παναγία!

Όπως, δηλαδή, αποκαλώ κι εγώ, μερικές φορές, τη μάνα μου, αν και τη λένε Ελένη.

  • Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό. Διηγήματα. Εκδόσεις Ιανός. Θεσσαλονίκη 1989.

______________________________________

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953 και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε σε εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και το σενάριο για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Όλα είναι δρόμος” σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη. Διεύθυνε την εφημερίδα “Θεσσαλονίκη” και τα περιοδικά “Θ-97” (Βραβείο Ιπεκτσί), “Τάμαριξ” και “Χίλια Δέντρα”. Διετέλεσε διευθυντής του καλλιτεχνικού περιοδικού “Πανσέληνος” της “Κυριακάτικης Mακεδoνίας” που τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό βραβείο European Newspaperdesign Awards 2000. Η συλλογή διηγημάτων του “Η Στενωπός των υφασμάτων” τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος το 1993. Συνεργάστηκε επί δύο χρόνια με την “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία”. Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση. Το 2012 έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών “Πέτρος Χάρης” για το βιβλίο του “Περιπολών περί πολλών τυρβάζω” (Εκδόσεις Πατάκη).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή