Γιώργος Σκιάνης: Dunfermline

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Dunfermline

ΕΚΕΙΝΟ το πρωί είχα μία, ας την πούμε, υποχρέωση. Είχα υποσχεθεί στον Κώστα τον Μπότση ότι άμα κέρδιζε ο Θρύλος θα κέρναγα καφέ. Είχα προσθέσει ότι σε περίπτωση που η ομάδα είχε παίξει και καλά, θα έπινε και δωρεάν τσίπουρο.

Η ομάδα δεν είχε παίξει καλά αλλά είχε κερδίσει και η υποχρέωση ήταν υποχρέωση. Από την άλλη ήξερα ότι θα μου ήταν αδύνατο να σταματήσω στον καφέ – άλλωστε μέχρι εκείνη την ώρα θα είχα πιει τέσσερις στο σπίτι.

Το ραντεβού ήταν για τις δώδεκα και μισή, η Νάτη είχε φύγει από τις δώδεκα παρά, γιατί η Κλοντέλ ζητούσε επίμονα βόλτα, ενώ εγώ χασομερούσα στο τηλέφωνο με τον Αντρέα γιατί του έλεγα διάφορα που δεν τα θυμάμαι. Όταν πιάνω την κουβέντα με τον Αντρέα μιλάω συνέχεια και ακατάστατα, μια το ένα μια το άλλο, σα να θέλω να αναπληρώσω τα πολλά χρόνια που δεν είχαμε πολλές κουβέντες.

Έκλεισα το τηλέφωνο αλλά μου είχε μείνει τελευταία εκκρεμότητα η τουαλέτα που πήγα με το βιβλίο μου, το Χέρτσογκ του Σολ Μπέλοου. Διάβασα αγχωμένος μια παράγραφο, έκανα κι ένα γρήγορο ντους, με την ώρα να είναι ήδη δωδεκάμιση.

Χτύπησε το τηλέφωνο, με ψάχνουνε λέω, αλλά τελικά ήταν ο Μπότσης που ζητούσε πέντε λεπτά παράταση. Σκέφτηκα ανακουφισμένος ότι ευτυχώς που δεν έδωσε χθες τόση παράταση ο διαιτητής και το σώσαμε το ματσάκι. Έδωσα ευχαρίστως στον Κώστα παράταση και ξεκίνησα για το Stay, πέντε-έξη λεπτά δρόμος. Ξέχασα να πω ότι για να μην καθυστερήσω δεν έκοψα τα νύχια των ποδιών και έτσι φόρεσα αθλητικά αντί για σαγιονάρες. Με τα αθλητικά περπάτησα και πιο γρήγορα, αυτό να λέγεται.

Φθάνοντας στο Stay είδα και τον φίλο τον Γιώργο, ταλαιπωρημένο κι αυτόν από το χθεσινό μαρτύριο της ομάδας αλλά δεν είπαμε πολλά γιατί η Νάτη θα έπινε ήδη το δεύτερο ούζο και δεν κάνει.

Η Κλοντέλ έτρεξε να με υποδεχτεί, η Νάτη έπινε ακόμα το πρώτο ούζο με μεζέ – εκείνη την ώρα έφτανε το δεύτερο – ενώ ο Κώστας είχε δώσει στον εαυτό του και δεύτερη παράταση.

Όταν ήρθε ο Κώστας είχα πιει δύο ούζα και κατέφθανε το δικό του. Για να μην καθυστερούμε είπα στην σερβιτόρα να φέρει κι ένα καραφάκι τσίπουρο, είχαμε ήδη παραβιάσει κατάφωρα την συμφωνία με τη Νάτη να πιούμε μόνο από ένα ούζο.

Πάνω στο καραφάκι έφθασε και ο Αντρέας καβάλα στη μοτοσυκλέτα και τα καραφάκια γίνανε δύο. Μετά χάθηκε λίγο το μέτρημα και δεν μπόρεσα να τσεκάρω την κατανάλωση από την απόδειξη, λέμε τώρα, γιατί πλήρωσε η Νάτη.

Έφθασα στο σπίτι και δεν θα περιγράψω πώς, γιατί απλούστατα δεν θυμάμαι. Κοιμήθηκα στο λεπτό κάνοντας έναν ύπνο περίεργο γιατί συχνά-πυκνά ξυπνούσα και έκανα άσχετες σκέψεις.

Κάποια στιγμή η σκέψη μου πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή. Θυμήθηκα μια εκκρεμότητα που είχα από την δεκαετία του εξήντα. Ο Θρύλος είχε παίξει για το κύπελλο κυπελλούχων Ευρώπης με μια σκωτσέζικη ομάδα και είχε χάσει στην Σκωτία με τέσσερα μηδέν. Στην ρεβάνς όμως στο Καραϊσκάκη, κέρδιζε με τρία μηδέν στο τριακοστό λεπτό. Τελικά δεν μπήκε άλλο γκολ και ο αστικός μύθος έλεγε ότι η ομάδα είχε χάσει εκτός έδρας με επτά μηδέν και καθώς δεν είχε μεταδοθεί το ματς ούτε ραδιοφωνικά, η Χούντα το είχε αποκρύψει για να μην εξευτελισθεί η Ελλάς. Έτσι στην έδρα μας μείναμε στα τρία για να μην αποκαλυφθεί το ψεύδος.

Χούντα ήταν τότε, πληροφόρηση δεν είχαμε, ίντερνετ δεν υπήρχε ούτε στην επιστημονική φαντασία και έμεινα με το σαράκι και την θανατερή υποψία. Βέβαια κάποτε τα ξέχασα αυτά και μαζί ξέχασα το όνομα της σκωτσέζικης ομάδας.

Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Ξύπνησα αλαφιασμένος και άρχισα να ψάχνω το όνομα της ομάδας που ήταν και δύσκολο. Ξεκίνησα το λατινικό αλφάβητο, το κλασικό κόλπο των γέρων που τσεκάρουν με αγωνία την μνήμη τους, αλλά δεν έβγαζα άκρη. Και έξαφνα να μια λάμψη: Ντάφερλαϊν, Ντάφερμλαϊν, Ντάμφερλαϊν, εντάξει το σώσαμε. H Google με διόρθωσε και το όνομα ήταν Dunfermline, προφερόμενο Ντανφέρμλιν. Και να το αποτέλεσμα της αναζήτησης: Ντανφέρμλιν-Ολυμπιακός 4-0 και 0-3. Και επιπλέον η Ντανφέρμλιν που τώρα βολοδέρνει στην δεύτερη κατηγορία, ήταν τότε πολύ ισχυρή και είχε φθάσει μέχρι τα ημιτελικά.

Σα να αφυπνίστηκα, όχι από τα ούζα και τα τσίπουρα της ημέρας αλλά από τα μάγια μιας κακιάς μάγισσας που φορούσε πράσινα, ζούσε σε σπίτι γεμάτο αράχνες και είχε εφεύρει τα fake news πολλά-πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν τα social media.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Ο Γιώργος Σκιάνης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τους Ταξιάρχες (Κακολύρι) της Εύβοιας και την Σύρο. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε Φυσική στο ΕΚΠΑ και συμμετείχε στην αντιδικτατορικό αγώνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στη Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Από το 1982 εργάζεται στο Γεωλογικό Ινστιτούτο (ΙΓΜΕ, τώρα ΕΑΓΜΕ) σαν ερευνητής. Ενδιαφέρεται για την φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο. Έχει γράψει ανέκδοτα κινηματογραφικά σενάρια και λίγες μικρές ιστορίες. Ζει στα Βριλήσσια με την γυναίκα του, την σκυλίτσα και την γάτα τους. Έχει δύο γιους.

Τελευταία άρθρα απόΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή