Γιώργος Σκιάνης: Meat meeting

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

MEAT MEETING

 

Μάκης Σουρελές. Πλησιάζει τα σαράντα. Ένα και εβδομηνταοχτώ, εβδομήντα κιλά, ήρεμο πρόσωπο, μαλλιά ίσια, καστανά, χτενισμένα στο πλάι, γυαλιά με συνηθισμένο σκελετό πάνω από γαλάζια μάτια.

Μάκης Σουρελές. Κάθε πρωί, στις εφτά ακριβώς ξεκινάει για τη δουλειά, κουστούμι, γραβάτα. Στις τέσσερις και μισή είναι πίσω. Ενίοτε η ώρα επιστροφής αλλάζει.

Τι αξιοσημείωτο μπορεί να δει κανείς στον Σουρελέ; Τη μονοτονία. Τη μηχανική επανάληψη. Η επανάληψη αυτή περιλαμβάνει και τα δεκαπενθήμερα δείπνα.

Ο Σουρελές μαγειρεύει σπουδαία αλλά δεν είναι γκουρμεδιάρης. Μαγειρεύει κρέας χοιρινό, μοσχαρίσιο και βοδινό με πολλούς τρόπους. Η μεγάλη του τέχνη όμως είναι ο τεμαχισμός. Παίρνει μεγάλα κομμάτια κρέας και τα τεμαχίζει σαν επιδέξιος χειρούργος. Τα σιτεύει, τα μαρινάρει, τα μαγειρεύει. Τα συνοδεύει μόνο με σαλάτα και το κατάλληλο κρασί.

Στα δείπνα κάθονται πάντα τα ίδια οχτώ άτομα, στο μεγάλο τραπέζι της παλιάς τραπεζαρίας του μικρού διαμερίσματος του Σουρελέ. Μια πολυκατοικία της δεκαετίας του εβδομήντα στον περιφερειακό του Λυκαβηττού όπου ο Μάκης ζει μόνος του.

Ο Σουρελές σερβίρει το δείπνο ξεκινώντας από τον Υπουργό. Είναι προσεχτικός και ταχτικός, ποτέ δεν έχει πέσει φαγητό και δεν έχει χυθεί σταλιά κρασί στο παλιό, άσπρο τραπεζομάντηλο.

Οι συνδαιτυμόνες σπάνια μιλάνε και αυτό μόνο για να ζητήσουν κάτι αν και τις περισσότερες φορές τους προλαβαίνει ο Σουρελές. Στο τέλος καπνίζουν ήσυχα τα πούρα τους και αποχωρούν χαιρετώντας ευγενικά, χωρίς υπερβολική εγκαρδιότητα.

Στον ελεύθερο χρόνο του ο Σουρελές σπάνια βγαίνει από το σπίτι του. Βλέπει τηλεόραση, διαβάζει, ακούει μουσική και πίνει λίγο μπέρμπον. Πέφτει για ύπνο στις έντεκα, φορώντας ωτασπίδες και καλύπτοντας τα μάτια.

Υπάρχουν εξαιρετικά γεγονότα στη ζωή του Μάκη; Ναι, αν σαν τέτοια χαρακτηρίσουμε τα αραιά τηλεφωνήματά του για ραντεβού που γίνονται σε ξενοδοχεία της μιας ώρας. Σε αυτά ο Σουρελές πηγαίνει ντυμένος σπορ αλλά πάντα λιτά και συντηρητικά. Πληρώνει χωρίς βιασύνη στη ρεσεψιόν, δίνοντας πάντα πουρμπουάρ, ανεβαίνει στο δωμάτιο, βγάζει τα παπούτσια του, ξαπλώνει στο κρεβάτι με τα ρούχα  σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από το σβέρκο και κοιτάζει το είδωλό του στο ταβάνι με τον καθρέφτη, περιμένοντας το χτύπημα στην πόρτα.

Ο Δημήτρης Βούδημος, γνωστός σαν Τζίμης που το επίθετό του το θυμάται μόνο όταν περνάει τις πόρτες των δικαστηρίων και των φυλακών, είναι συνεργάτης του Σεριόζα, του Σεργκέι Αλεξέγιεφ που συνδέεται με την ρούσικη μαφία.

Τζίμης και Σεριόζα διευθύνουν ένα από τα μεγαλύτερα κυκλώματα πορνείας, με πολλά χρόνια δράσης στην Ελλάδα. Τα ραντεβού γίνονται σπάνια σε σπίτια και μόνο αφού ο πελάτης γίνει μόνιμος και τσεκαριστεί αυστηρά. Τα ξενοδοχεία για τα ραντεβού είναι συγκεκριμένα και έχουν απόλυτη κάλυψη από την αστυνομία. Κάμερες υπάρχουν παντού. Κορίτσια και πελάτες βρίσκονται κάτω από ασφυκτικό έλεγχο.

Η Ειρήνη, κατά κόσμον Όλγα Νικολαένκο, είναι η πρώτη απώλεια του κυκλώματος. Αγορασμένη με έξη χιλιάδες ευρώ, η Ειρήνη ήταν σοβαρή επένδυση και η εξαφάνισή της δε μπορούσε να περάσει στο ντούκου.

Το τελευταίο ραντεβού της Ειρήνης ήταν με έναν τακτικό της πελάτη, έναν άχρωμο και συνηθισμένο τύπο γύρω στα σαράντα, με ίσιο καστανό μαλλί, γυαλιά και γαλανά μάτια.

Ο τύπος αυτός είχε ένα ελάττωμα. Έσβηνε τα φώτα του δωματίου, ακόμη και τον κρυφό φωτισμό. Αλλά αυτό το χούι τόχουν πολλοί, δε μπορείς να απαγορεύσεις στον πελάτη το σκοτάδι.

Το μόνο που κατέγραψε η κάμερα του δωματίου ήταν όταν άνοιξε η πόρτα, βγήκε ο τύπος και μετά από λίγο ξαναμπήκε σπρώχνοντας το καρότσι της καμαριέρας με τα κλινοσκεπάσματα. Ο μάγκας έβγαλε πάλι το καρότσι έξω και μετά τίποτα. Η Ειρήνη άφαντη από τα πλάνα.

Ο Ρώσος τάβαλε με την ρεσεψιονίστα που απολύθηκε γιατί ορκιζότανε ότι δεν είδε τον κύριο του δωματίου 117 να κατεβαίνει. Από εκείνη τη μέρα ο άγνωστος κύριος μπήκε στο στόχαστρο της ρούσικης μαφίας που επιστράτευσε όλες τις διασυνδέσεις της στην αστυνομία και το υπουργείο.

Όταν εξαφανίστηκε και η Αναστασία, κατά κόσμον Οκσάνα Κουζνετσόβα, Τζίμης και Σεριόζα ένιωσαν τα οπίσθιά τους να τσουρουφλίζονται. Μέχρι τώρα δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα με τα Μεγάλα Αφεντικά. Η δεύτερη εξαφάνιση τους έβαλε δύσκολα.

Ο Χρήστος ο ρεσεψιονίστας δεν είδε τον άγνωστο κύριο που η φωτογραφία του κοσμούσε τον χώρο κάτω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. Αλλά βέβαια, τώρα που το σκέφτεται και βλέπει και την φωτογραφία του κυρίου που είχε ραντεβού με την Αναστασία, ναι ο κύριος αυτός θα μπορούσε, ας είχε μαύρα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, δε φορούσε γυαλιά μυωπίας και είχε καστανά μάτια. Άλλωστε γι αυτό υπάρχουν οι μπογιές και οι χρωματιστοί φακοί επαφής.

Η οργή των Τζίμη και Σεριόζα και το διώξιμο του Χρήστου δεν ωφέλησε και πολύ. Οι συνεταίροι ήταν πια σίγουροι ότι είχαν να κάνουν με μανιακό. Ενημέρωσαν τα Μεγάλα Αφεντικά και ζήτησαν έξτρα βοήθεια, τους τσετσένους εκτελεστές.

Ο Μάκης Σουρελές συνέχιζε τα δείπνα του. Στο τελευταίο δείπνο μάλιστα οι συνδαιτυμόνες ήταν ασυνήθιστα ομιλητικοί και δεν εφείσθησαν επαίνων τόσο για το μαγείρεμα όσο και για την εξαιρετική ποιότητα του κρέατος.

Όσο ο Σουρελές εξακολουθούσε να ζει με τον απαράλλαχτο τρόπο του, η ρούσικη μαφία και οι τσετσένοι εκτελεστές τον έψαχναν με μανία. Αυτό πάντως δεν απέτρεψε την τρίτη εξαφάνιση, της Ιωάννας, κατά κόσμον Ιρίνα Καπίν. Το περίεργο είναι ότι αυτή τη φορά κανείς δεν αναγνωρίζει το Μάκη Σουρελέ στην φωτογραφία του άντρα που είχε το ραντεβού με την Ιρίνα. Το άλλο είναι ότι τώρα βρίσκουν ίχνη. Αίμα στη μπανιέρα και στα πλακάκια του μπάνιου.

Κάποιος μίλησε και οι μαφιόζοι μαθαίνουν επιτέλους την ταυτότητα του άγνωστου άντρα. Μάκης Σουρελές, εμπορικός αντιπρόσωπος, Σαρανταπήχου 45.

Δύο καυκάσιοι άντρες, όχι πολύ ψηλοί αλλά φανερά γεροδεμένοι, ανοίγουν εύκολα την εξώπορτα της πολυκατοικίας Σαρανταπήχου 45, στις δέκα το βράδυ, ημέρα Παρασκευή. Ανεβαίνουν με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο όπου τους περιμένουν άνδρες των ΕΚΑΜ και τους ακινητοποιούν πριν προλάβουν να αντιδράσουν και να χρησιμοποιήσουν τα πιστόλια με τους σιγαστήρες.

Μέσα στο διαμέρισμα το δείπνο συνεχίζεται χωρίς να ενοχληθεί κανείς. Ο Υπουργός, ο αρχηγός της Αστυνομίας, ο υπαρχηγός της ΕΥΠ, ο ιταλός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας Giorgio Schiani, ο πράκτορας Μάκης Σουρελές και οι τρεις συνάδελφοί του εκ των οποίων ο ένας είναι ο φαλακρός που φωτογραφήθηκε τη μέρα της τρίτης εξαφάνισης, απολαμβάνουν το σπουδαίο δείπνο. Η διαφορά είναι ότι το παλιό τραπέζι έχει ανοίξει, έχει προστεθεί η τάβλα, έχει χρησιμοποιηθεί το μεγάλο τραπεζομάντηλο, κεντημένο από την προγιαγιά Σουρελέ και στο δείπνο παρευρίσκονται Όλγα, Οκσάνα και Ιρίνα που βοηθούν στο σερβίρισμα και πίνουν βότκα με την ψυχή τους.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Ο Γιώργος Σκιάνης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τους Ταξιάρχες (Κακολύρι) της Εύβοιας και την Σύρο. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε Φυσική στο ΕΚΠΑ και συμμετείχε στην αντιδικτατορικό αγώνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στη Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Από το 1982 εργάζεται στο Γεωλογικό Ινστιτούτο (ΙΓΜΕ, τώρα ΕΑΓΜΕ) σαν ερευνητής. Ενδιαφέρεται για την φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο. Έχει γράψει ανέκδοτα κινηματογραφικά σενάρια και λίγες μικρές ιστορίες. Ζει στα Βριλήσσια με την γυναίκα του, την σκυλίτσα και την γάτα τους. Έχει δύο γιους.

Τελευταία άρθρα απόΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

1 comment

Μαρίνα ΠΑΤΣΟΥΡΕΑ 9 Ιουνίου 2021 - 16:20

Μπράβο Γιώργο. Πολύ καλό. Το διάβασα με ενδιαφέρον

Comments are closed.

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή