Γιώργος Σκιάνης: Ο θησαυρός του Τσαουσέσκου

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

 

Ο θησαυρός του Τσαουσέσκου

ΑΝ ΘΥΜΑΜΑΙ τον Γκουντάρα; Από πάντα! Από τα νήπια! Ο μικρός Γκουντάρας ήταν γεννημένος για να αρέσει και να πείθει  χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια.

Οι δάσκαλοι τον λάτρευαν. Δεν ήταν αυτό που λέμε καλός μαθητής ή μάλλον ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αλλά οι επιδόσεις του στα μαθήματα δεν απασχολούσαν κανένα. Ήταν από τη φύση του δημοφιλής. Όταν ερχόταν η μαμά του στο σχολείο, της λέγανε τα καλύτερα. Κανείς δάσκαλος δε μιλούσε για τα μαθήματα. Όλοι με ένα στόμα τόνιζαν πόσο καλό και ξεχωριστό ήταν το παιδί της.

Οι συμμαθητές του έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν την εύνοιά του. Αν και ήταν άμπαλος, την ομάδα στο ποδόσφαιρο την έφτιαχνε ο Γκουντάρας.

Οι συμμαθήτριες κάναν σαν τρελές. Γκουντάρα και Γκουντάρα. Τον ήθελαν για τα παιχνίδια και τα πάρτι. Όταν οι γονείς διοργάνωναν τις γιορτές για τα καμάρια τους, το πρώτο που ρωτούσαν ήταν αν θα έρθει ο Γκουντάρας.

Αυτά στο δημοτικό. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο απογειώθηκε. Μόνιμο μέλος του προεδρείου των μαθητικών κοινοτήτων και όταν ήρθε η ώρα, πρόεδρος. Την εποχή που εμείς τρέχαμε πίσω από τα κόμματα και τα κουκιά στις ψηφοφορίες ήταν μετρημένα, ο πάντα ανεξάρτητος και αυτόνομος Γκουντάρας πλειοψηφούσε για πλάκα.

Οι καθηγητές τον θαύμαζαν αλλά και τον έτρεμαν. Αν το δαχτυλάκι του Γκουντάρα έκανε κίνηση, η αποχή και η κατάληψη ήταν γεγονός. Και δε μιλάμε τώρα για σοφτ καταστάσεις, με κλείδωμα της εξώπορτας, μπάλα στο προαύλιο και χαρτιά. Μιλάμε για μαζικές συνελεύσεις επί συνελεύσεων, αποφάσεις, αιτήματα και εξαντλητικές διαπραγματεύσεις. Ο σύλλογος των καθηγητών δεν είχε κουράγιο για τέτοια, έτσι το θέμα ήταν απλό. Τι λέει ο Γκουντάρας; Μάλιστα.

Οργάνωνε εκδρομές, ομιλίες, πολιτιστικές εβδομάδες, αθλητικούς αγώνες, πάρτι, τα πάντα. Σε μια εκδήλωση που είχε θέμα την παραψυχολογία και τη μεταφυσική, έφερε έναν σπουδαίο μάγο που εξαφάνισε τα απουσιολόγια και άπαντες εθαύμασαν πλην του διευθυντή. Αυτός ο κακομοίρης άρχισε τα παρακάλια και ο Γκουντάρας ζήτησε ευγενικά από το μάγο να τα επιστρέψει, όπερ και εγένετο μετά παρέλευσιν τριών ημερών που είναι ο χρόνος διάρκειας των θαυμάτων και παραποίησης των εγγράφων.

Ο οπλίτης πεζικού Γκουντάρας βρέθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Σε κείνο το τάγμα, η γυναίκα του διοικητή, η οποία έκανε μεγάλες προσπάθειες να φαίνεται καλλιεργημένη και ξεχωριστή στην τοπική κοινωνία, έδειχνε μεγάλη αδυναμία στις αντίκες. Ο Γκουντάρας, από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του εκεί, συστήθηκε σαν εκτιμητής έργων τέχνης. Μάζευε τους φαντάρους και τους έλεγε ατέλειωτες ιστορίες για θησαυρούς σε ανατολίτικα παζάρια,  για αρχαιοκάπηλους, για ιερόσυλους καλόγερους, για κινέζικα σκεύη και ινδικά παλάτια. Η φήμη του έτρεξε γρήγορα, όπως συνέβαινε πάντα.

Έτσι η ώρα του Γκουντάρα δεν άργησε. Τον κάλεσε διακριτικά ο διοικητής στο σπίτι να γνωρίσει την κυρία του. Εκείνη, γεμάτη ευγένεια και σεβασμό για τον ξακουστό εκτιμητή, του έδειξε, με καμάρι αλλά και αγωνία για την κρίση του, τα αποκτήματά της.

Του Γκουντάρα το μάτι έκοβε. Είχε προλάβει στο μεταξύ να πάρει μερικά μαθήματα από το σαΐνι τον Ντιμίτρι Κατσινώφ, έναν από τους σπουδαίους μέντορες του σιναφιού. Και ο Γκουντάρας ότι ήθελε πραγματικά να το μάθει το μάθαινε. Ξεχώρισε τις παλιατζούρες από αυτά που κάτι αξίζανε αλλά δεν έκανε υποτιμητικά σχόλια. Το αντίθετο, φρόντισε να παινέψει με σοβαρότητα και χωρίς πολλά-πολλά το γούστο της κυρίας διοικητού, η οποία σίγουρα θα γινόταν ειδικός κάτω από την δική του καθοδήγηση. Φρόντισε επίσης οι τιμές που έδωσε να είναι κατώτερες από εκείνες που είχε πραγματικά εκτιμήσει. Η κυρία διοικητού κοκκίνιζε από τα καλά λόγια του εκτιμητή και δαγκωνόταν που την είχαν πιάσει κορόιδο.

Αυτό ήταν. Ο Γκουντάρας πέρασε, για μια ακόμη φορά, τις εξετάσεις με άριστα και ανέλαβε να ψάξει στις πηγές του για ευκαιρίες. Περιττό να πούμε ότι κατά την διάρκεια της θητείας του που ο διοικητής φρόντισε να είναι ολόκληρη στην Αλεξανδρούπολη, οι μέρες του εκτιμητή στο τάγμα ήταν ελάχιστες. Αντίθετα οι αεροπορικές πτήσεις, ακόμη και για το εξωτερικό – Μαρόκο, Ρωσία, Τσεχία – στη ζούλα βέβαια, ήταν συχνές και πληρωμένες. Οι πραγματικές πηγές του Γκουντάρα όμως ήταν στο Μοναστηράκι.

Το τι έφερε δεν λέγεται ούτε περιγράφεται στα πλαίσια του κειμένου που πρέπει να βολευτεί στο μικρό χώρο που διαθέτουν τα ηλεκτρονικά μέσα και στο ελάχιστο περιθώριο που δίνει η υπομονή των σημερινών αναγνωστών, γαλουχημένων με την ταχύτητα της εικόνας. Θα ξεχωρίσουμε τις πορσελάνες από την συλλογή του οίκου των Αψβούργων, το σαμοβάρι της Μεγάλης Αικατερίνης, το γιαταγάνι του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, την τραπεζαρία του ίδιου του Λουδοβίκου του 16ου και τις εικόνες δια χειρός Θεοφάνη που τις έφεραν στον Γκουντάρα μυστικά δύο καλόγεροι από το Όρος και που όρκισε την κυρία διοικητού, βαθειά θρησκευόμενη, να μην τις μεταπωλήσει.

Εννοείται ότι η κυρία διοικητού, θυγατέρα μεγάλου γεωκτήμονα και τσιπουροπαραγωγού του θεσσαλικού κάμπου, δε δίστασε να πουλήσει δύο ωραία οικόπεδα, το ένα στο Πήλιο και το άλλο στη Χαλκιδική, για να μη χάσει αυτές τις μοναδικές ευκαιρίες που της παρείχε ο Γκουντάρας – ο Θεός να τον έχει πάντα καλά.

Ούτε ο ίδιος ο Γκουντάρας θα μπορούσε να προβλέψει τη μεγάλη ευκαιρία που θα του δινόταν από την διαφήμιση που του έκαναν η κυρία διοικητού και ο διοικητής όταν πήρε μετάθεση στην Κύπρο. Το μεγάλο ψάρι ήταν Λιβανέζος μεγιστάνας που ενδιαφέρθηκε να τον γνωρίσει. Όπως όλοι οι μεγάλοι, ο Γκουντάρας ήταν έτοιμος και γι’ αυτή την πρόκληση.

Το ταξίδι στην όμορφη Κύπρο άξιζε τον κόπο. Ο Λιβανέζος μεγιστάνας και ο Γκουντάρας γνωρίστηκαν και μίλησαν για όλα αλλά κυρίως για Τέχνη και μάλιστα για Μεγάλη Τέχνη. Δίπλα στον Λιβανέζο ο Θρι Εν, αρχισύμβουλος και αχώριστος έμπιστος.

Ο Θρι Εν ήταν Έλληνας, βαφτισμένος Ιωάννης που ο υπάλληλος του ληξιαρχείου τον είχε καταχωρίσει σαν Ιωάνννη. Ο Ιωάνννης δεν ασχολήθηκε να διορθώσει το λάθος. Στο αγγλικό κολλέγιο που φοίτησε, οι φίλοι και συμμαθητές των φώναζαν Θρι Εν και τού ‘μεινε για πάντα.

Ποντικομούρης, με γυαλάκια  κατεβασμένα χαμηλά στη μύτη και μόνιμα φιλύποπτο βλέμμα, έδινε την εντύπωση ότι δεν εμπιστευόταν ούτε τη μάνα του.

Αλλά ο Γκουντάρας δε μάσαγε. Στη συζήτηση πέρναγε με άνεση από το ένα θέμα στο άλλο, μίλησε γενικά για τις δουλειές του και μετά από τρεις ώρες και μερικά ποτά είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα ζεστό κλίμα εμπιστοσύνης. Κοίταξε στα μάτια τον μεγιστάνα και τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται να συνεργαστεί σε μια πραγματικά μεγάλη δουλειά με τα κέρδη μισά-μισά. Ο Λιβανέζος τον ρώτησε ήρεμα περί τίνος πρόκειται και ο Γκουντάρας του απάντησε ότι πρέπει πρώτα να τσεκάρει ξανά την πληροφορία και θα του εξηγήσει. Ζήτησε μια μικρή προθεσμία.

Στις δυο μέρες ο Γκουντάρας είχε τσεκάρει τις πληροφορίες και ήταν έτοιμος. Η δουλειά δεν ήταν εύκολη, ήθελε μεγάλη προεργασία γιατί θα εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες και έπρεπε να διατεθεί προκαταβολικά για τα απαραίτητα «λαδώματα» ένα μεγάλο ποσό που μόνο κάποιος με οικονομική επιφάνεια μεγάλη, σαν του Λιβανέζο μεγιστάνα, μπορούσε να διαθέσει. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που ο Γκουντάρας δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά μόνος του.

Η υπόθεση είχε ως εξής. Δυο μήνες πριν τη συνάντηση Γκουντάρα – Λιβανέζου είχε γίνει η επανάσταση που είχε ανατρέψει και εκτελέσει τον ρουμάνο δικτάτορα Τσαουσέσκου. Ο Τσαουσέσκου είχε συγκεντρώσει μυθική περιουσία την οποία είχε κρύψει στα υπόγεια του «Παλατιού της Δημοκρατίας», ένα πελώριο χωροταξικό, αρχιτεκτονικό και κατασκευαστικό έργο που είχε ξεκινήσει το 1984, πέντε χρόνια πριν από την πτώση του δικτάτορα. Όταν ο επαναστατημένος λαός κατέλαβε το Παλάτι, βρήκε στα υπόγεια αντικείμενα και έργα τέχνης πολύ μεγάλης αξίας, δεν βρήκε όμως τις πλάκες χρυσού, ουσιαστικά τα τρία τέταρτα του χρυσού της Ρουμανίας.

Η ιστορία έμοιαζε παραμυθένια αλλά το τεράστιο έλλειμμα χρυσού στην Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας φαινόταν να την επιβεβαιώνει. Αυτά ήταν στοιχεία που ο Λιβανέζος μπορούσε να ελέγξει εύκολα. Το μεγάλο θέμα ήταν πού ήταν κρυμμένος ο θησαυρός. Χρειαζόταν η άκρη του νήματος. Αυτήν την άκρη είχε πλησιάσει ο Γκουντάρας.

Ο Τσαουσέσκου είχε τρία παιδιά: τον Βαλεντίν, την Ζόια και τον Νίκου. Μετά την επανάσταση η Ζόια και ο περιβόητος Νίκου, ο κατά τις διαδόσεις βιαστής της ανήλικης ολυμπιονίκη γυμνάστριας Κομανέτσι και υπεύθυνος για τον βάρβαρο ξυλοδαρμό του θρυλικού τερματοφύλακα Ντουκαντάμ, φυλακίστηκαν. Ο Βαλεντίν, ένας ήρεμος άνθρωπος που δεν είχε δώσει αφορμές, κρατήθηκε για λίγο και μετά αφέθηκε ελεύθερος υπό παρακολούθηση. Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με άτομο απόλυτα έμπιστο του Βαλεντίν, ήταν η άκρη του νήματος. Ο ήσυχος και συμπαθής γιος του δικτάτορα ήταν ο μόνος που ήξερε. Και όχι μόνο ήξερε. Ενδιαφερόταν να φύγει κρυφά από την Ρουμανία μαζί με ένα μέρος του θησαυρού που θα του εξασφάλιζε μια «αξιοπρεπή διαβίωση». Το μεγάλο κομμάτι θα το έπαιρναν αυτοί που θα του ικανοποιούσαν τα ζητούμενα.

Ο Γκουντάρας ήταν πειστικός και η ιστορία του μπορεί να φαινόταν απίστευτη αλλά είχε συνοχή. Ακόμη και ο Θρι Εν είχε μετριάσει την καχυποψία του βλέμματός του και σκούπιζε κάθε τόσο τα γυαλιά του.

Ο Λιβανέζος ήταν άνθρωπος που έπαιρνε άμεσα αποφάσεις. Πρότεινε στον Γκουντάρα να πάει στο Βουκουρέστι με την πρώτη πτήση. Μαζί του ασφαλώς θα πήγαινε και ο Θρι Εν. Σκοπός η «πάση δυνάμει» επαφή με τον Βαλεντίν Τσαουσέσκου.

Γκουντάρας και Θρι Εν ταξίδεψαν μαζί. Κατά την διάρκεια της πτήσης, ο ποντικομούρης ανέπτυσσε τις απαιτήσεις του ενώ ο Γκουντάρας άκουγε, σοβαρός και ατάραχος. Ο Θρι Εν ζήτησε να δει μόνος του τον Βαλεντίν και να χειριστεί την επαφή με τον δικό του τρόπο. Μιλούσε με τον κλασικό τρόπο στελέχους επιχείρησης, με επιτηδευμένη σιγουριά που δε σήκωνε αντίρρηση. Αφού είπε όσα είχε να πει, μίλησε και ο Γκουντάρας. Με απλά λόγια ξεκαθάρισε ότι οι συναντήσεις με τον Βαλεντίν δεν είναι επαφές ρουτίνας γιατί ο άνθρωπος παρακολουθείται στενά. Θα έπρεπε να γίνουν όσο το δυνατόν λιγότερες επαφές, δύο ή τρεις το πολύ και αυτές τις μικρές πρωινές ώρες που οι «σκιές» έχουν ήδη πιει αρκετά για να έχουν μειωθεί τα αντανακλαστικά τους ώστε να μπορεί ο Βαλεντίν να ξεγλιστρήσει για λίγο. Πρότεινε εν κατακλείδι ο Γκουντάρας να γίνει μια επαφή των τριών τους, σύντομη αλλά περιεκτική, όπου θα τεθούν τα βασικά θέματα. Στη δεύτερη επαφή  μπορούσε ο Θρι Εν, αν το ήθελε, να δει τον Βαλεντίν μόνος του.

Ο ποντικομούρης έκανε ότι το σκέφτεται αλλά συμφώνησε. Ένοιωθε ήδη άβολα γιατί ο Γκουντάρας του απέδειξε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ότι δεν γνωρίζει τις ειδικές συνθήκες και την ατμόσφαιρα μιας χώρας που ήταν σαρανταπέντε χρόνια κάτω από κομμουνιστικό καθεστώς. Για να τον κάνει να χαλαρώσει, ο Γκουντάρας τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε το βράδυ στο Ατενέου Παλάς που είχε πρόγραμμα με παραδοσιακά ρουμάνικα βιολιά. Ο ποντικομούρης, θέλοντας να αποφύγει τις πολλές οικειότητες, αντιπρότεινε δείπνο στο ξενοδοχείο Ιντερκοντινεντάλ που κατέλυσαν.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Γκουντάρας πήγε να βρει τον σύνδεσμό του για να κανονίσει το ραντεβού με τον Βαλεντίν. Γύρισε στο ξενοδοχείο μετά από τρεις ώρες σε φανερά καλή διάθεση και βρήκε τον Θρι Εν να βηματίζει έξω από το ξενοδοχείο νευρικά. Ο Γκουντάρας του έκανε ένα φιλικό νεύμα και του πρότεινε μια μπύρα στο μπαρ. Ο Θρι Εν συναίνεσε κατσούφικα. Στο μπαρ ήταν σχεδόν μόνοι τους. Ο Γκουντάρας μπήκε αμέσως στο θέμα. Ο σύνδεσμος θα έρχονταν σε επαφή με τον Βαλεντίν και θα τον έφερνε στις τρεις το επόμενο πρωί στην περιοχή Χερεστράου όπου θα τον περίμεναν Γκουντάρας και Θρι Εν μέσα στο Άουντι που είχαν νοικιάσει.

Στις τρεις το πρωί ακριβώς, ένα Ντάτσια σταμάτησε δίπλα στο Άουντι. Το πρώτο βλέμμα του Θρι Εν δεν το τράβηξε ο σαραντάρης, σοβαρός κύριος που κατέβηκε από το αυτοκίνητο αλλά η κούκλα ξανθιά οδηγός που το μισοσκόταδο την έκανε να φαίνεται σαν οπτασία.

Η κούκλα  πάτησε το γκάζι και έφυγε αμέσως, ο Θρι Εν άφησε τη θέση του συνοδηγού στον Βαλεντίν και πέρασε στο πίσω κάθισμα. Ο μεγάλος γιος του Τσαουσέσκου δικαίωσε από την πρώτη στιγμή τη φήμη του ευγενικού, προσηνούς και φιλικού ανθρώπου. Παρά την κάποια ανησυχία του που δεν μπορούσε να την κρύψει εντελώς, απαντούσε με υπομονή στις πρώτες ερωτήσεις του Θρι Εν που ήταν φανερό ότι είχε μελετήσει ενδελεχώς τον φάκελό του. Μίλησε για την επιστημονική του δραστηριότητα, για την εμπλοκή του στην ποδοσφαιρική Στεάουα που είχε βγει και πρωταθλήτρια Ευρώπης, μίλησε ακόμη και για τον ποδοσφαιριστή Χάτζι που με δική του παρέμβαση δεν πήγε στον Παναθηναϊκό. Είπε ότι η σχέση του με τους συμπατριώτες του είναι πολύ καλή γιατί δεν είχε ποτέ ανάμειξη στην πολιτική αλλά είναι φυσικό ότι το όνομα που κουβαλάει αποτελεί μεγάλο πρόβλημα και έτσι θα προτιμούσε να φύγει από την χώρα. Τόνισε ότι αυτή την στιγμή δεν του δίνεται διαβατήριο για να εγκαταλείψει την χώρα, όλη δε η κινητή και ακίνητη περιουσία των Τσαουσέσκου έχει κατασχεθεί και μένει προσωρινά σε μικρό διαμέρισμα που του έχει παραχωρήσει φίλος. Οι φίλοι του είναι πάρα πολλοί και πιστοί αλλά βέβαια δεν μπορούν να εκδηλωθούν.

Το σημείο αυτό της συζήτησης φάνηκε κατάλληλο για να τεθεί το φλέγον θέμα. Ο Θρι Εν ρώτησε ευθέως αν υφίσταται πράγματι θησαυρός. Ο Βαλεντίν απάντησε ήρεμα και κατηγορηματικά ότι ο θησαυρός υπάρχει και η θέση της κρύπτης είναι γνωστή μόνο σ’ αυτόν. Οι υπόλοιποι που γνώριζαν είναι νεκροί. Αυτοί που μετείχαν στη μεταφορά εκκαθαρίστηκαν από την σεκουριτάτε και οι γονείς του από τους επαναστάτες. Τόνισε ότι ήθελε να παίξει το χαρτί του θησαυρού, όχι γιατί ήταν φιλοχρήματος αλλά γιατί ήθελε να φύγει από την χώρα και να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή. Για το νέο του ξεκίνημα χρειαζόταν χρήματα. Ο χρυσός του θησαυρού, σε τρέχουσες τιμές, έφθανε ένα ποσόν γύρω στα δύο δις δολάρια. Αυτός ζητούσε μόνο δεκαπέντε εκατομμύρια σε υπεράκτιους λογαριασμούς και δύο εκατομμύρια μετρητά για τα απαραίτητα «λαδώματα» ώστε να φθάσει ο θησαυρός σε βαγόνια εμπορικής αμαξοστοιχίας μέχρι τα ελληνικά σύνορα, περνώντας από Βουλγαρία. Στην ίδια αμαξοστοιχία θα κρυβόταν και ο ίδιος για να περάσει στην Ελλάδα.

Η πρώτη συνάντηση έληξε. Η δεύτερη κανονίστηκε για την ίδια ώρα, στο ίδιο σημείο, δύο μέρες μετά. Στις τέσσερις και μισή ακριβώς, το Ντάτσια σταμάτησε δίπλα στο Άουντι, ο Βαλεντίν Τσαουσέσκου χαιρέτησε ευγενικά και πέρασε στο κάθισμα συνοδηγού του Ντάτσια. Η ξανθιά καλλονή πάτησε το γκάζι.

Την άλλη μέρα ο Θρι Εν ήταν νευρικός και γκρίνιαζε ολοένα. Πώς θα εμπιστευόταν να δώσει προκαταβολικά δεκαεπτά ολόκληρα εκατομμύρια σε κάποιον που δεν γνώριζε; Τι θα έλεγε το αφεντικό;

Ο Γκουντάρας του μίλησε με λίγα λόγια και σταράτα. Ο θησαυρός είναι σίγουρο ότι υπάρχει. Το έλλειμμα χρυσού της Ρουμανίας τα λέει όλα. Αν κάποιος ξέρει την κρύπτη, αυτός είναι ο Βαλεντίν γιατί είναι σοβαρός και οι γονείς τον εμπιστεύονταν. Τα αδέρφια του ήταν άσωτα. Μα και αν ακόμη γνωρίζουν, είναι άχρηστοι γιατί βρίσκονται στη φυλακή. Κάθε μεγάλη δουλειά έχει ρίσκα και αυτή είναι πολύ μεγάλη δουλειά με τεράστια απόδοση. Θα αποφασίσει το αφεντικό, όμως ο Θρι Εν θα πρέπει να είναι αντικειμενικός στην ενημέρωση, χωρίς να δείχνει υπερβολικά επιφυλακτικός. Μια τέτοια επιτυχία θα έχει τεράστιο αντίκτυπο και στον ίδιο.

Ο Θρι Εν ζορίστηκε. Είχε ανάγκη από παραπάνω θάρρος το οποίο δίνουν μερικά ποτηράκια καλό ουίσκι. Ο Γκουντάρας τον φρενάρησε την κατάλληλη στιγμή, πριν αρχίσει να μπερδεύει τη γλώσσα του. Ο Θρι Εν πήρε τηλέφωνο τον Λιβανέζο και εκείνος συμφώνησε. Ο Θρι Εν έπεσε ανακουφισμένος για ύπνο και σηκώθηκε μετά από δώδεκα ώρες.

Ο Θρι Εν δεν έθεσε καν θέμα να πάει μόνος του στην επόμενη συνάντηση που έγινε την καθορισμένη ώρα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με τον ποντικομούρη να σκουπίζει προκαταβολικά τα γυαλιά για να θαυμάσει καλύτερα την ξανθιά.

Ο Βαλεντίν, όπως πάντα ευγενής αλλά και περισσότερο ζορισμένος από την προηγούμενη φορά, μιλούσε γρήγορα αλλά με σαφήνεια. Αφού δόθηκε από τον Θρι Εν η συγκατάθεση για να προχωρήσει το σχέδιο, ο γιος του Τσαουσέσκου του πάσαρε το χαρτάκι με τους πέντε λογαριασμούς τονίζοντας ότι δεν υπάρχει χρόνος και η διευθέτηση του οικονομικού θα πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα τριών ημερών, διαφορετικά τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα και η συμφωνία παύει να ισχύει. Τα δύο εκατομμύρια για «ταΐσματα» θα του τα δίνανε σε βαλίτσα. Μετά την ολοκλήρωση αυτών των πληρωμών, ο Βαλεντίν χρειαζόταν τρεις ακόμη μέρες για να κινητοποιήσει το μηχανισμό των έμπιστών του προκειμένου να γίνει η μεταφορά από την κρύπτη, όπου ο θησαυρός ήταν σε βαγόνια.

Σε τρεις μέρες, στις έξι το απόγευμα, η ξανθιά κούκλα άφησε στη ρεσεψιόν του Ιντερκοντινεντάλ μήνυμα για τον κύριο Γκουντάρα, ο οποίος το διάβασε μπροστά στον ποντικομούρη Θρι Εν. «Το δώρο σας ήταν υπέροχο. Ξεμπέρδεψα με τις δουλειές μου και αύριο θα είμαι ελεύθερη. Θα ήθελα πολύ να σας δω στο γνωστό μας μέρος για μια ρομαντική βόλτα».

Όλα είναι έτοιμα, είπε ο Γκουντάρας. Στα ελληνικά σύνορα δεν υπάρχει πρόβλημα, είναι όλα κανονισμένα.

Εντάξει, από τον σταθμό της Θεσσαλονίκης και πέρα αναλαμβάνει το αφεντικό, απάντησε λίγο σφιγμένα ο Θρι Εν. Θα τον ειδοποιήσουμε μετά το ραντεβού για την προβλεπόμενη ώρα άφιξης του τρένου. Ας ελπίσουμε…

Όλα θα πάνε καλά, τον έκοψε ο Γκουντάρας. Λίγο καλό ουίσκι θα σε κάνει να κοιμηθείς το βράδυ σαν πουλάκι. Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.

Ο Θρι Εν δεν είχε όρεξη για ουίσκι ούτε μπόρεσε να κοιμηθεί. Στις οχτώ κατέβηκε για πρωινό. Ο Γκουντάρας που κατέβαινε πάντα για πρωινό στις εφτά και μισή, δεν ήταν στην τραπεζαρία. Ο Θρι Εν αγχώθηκε και πήγε να ρωτήσει στη ρεσεψιόν. Ευγενέστατα τον ενημέρωσαν ότι ο κύριος Γκουντάρας είχε μήνυμα  και έφυγε από το ξενοδοχείο. Είπε να τον περιμένετε, πρόσθεσε με ευγενικό χαμόγελο ο ρεσεψιονίστ.

Ο ποντικομούρης πήγαινε κι ερχόταν ασταμάτητα, μέσα-έξω από το ξενοδοχείο, για δυόμιση ώρες. Στις δέκα και μισή είδε τον Γκουντάρα από μακριά, να έρχεται με τα χέρια στις τσέπες, σκεπτικός και με χαμηλά το κεφάλι.

Τι τρέχει; Πες μου! Ρώτησε ο Θρι Εν.

Όχι πανικός. Όχι τώρα πανικός, απάντησε ο Γκουντάρας. Ψυχραιμία και καθαρό μυαλό. Συλλάβανε τον Βαλεντίν.

Πώς;

Δεν έχει πώς και ξεπώς, έτσι είναι αυτές οι δουλειές. Πρέπει να φύγουμε άμεσα. Ο σύνδεσμος ήδη πετάει. Σου έβγαλα εισιτήριο για Λονδίνο με την πτήση των δύο και μισή. Δεν είχε πιο νωρίς. Εγώ φεύγω με άλλη πτήση.

Και τι θα γίνει με το αφεντικό;

Τα είπαμε αυτά. Μεγάλη δουλειά, μεγάλα ρίσκα. Πρέπει να ετοιμαστείς, να φύγεις για Οτοπένι. Πάρε εσύ το αμάξι, εγώ θα πάρω ταξί. Ο Θεός μαζί μας. Τώρα τον χρειαζόμαστε.

Και ο Γκουντάρας ανέβηκε στο δωμάτιό του.

Ένα μήνα μετά, ο Λιβανέζος παρέλαβε ένα δώρο. Μέσα σε κουτί από μαόνι, επενδυμένο με βελούδο, ήταν το σπαθί και το διάδημα του ηγεμόνα της Βλαχίας Βλαντ Τσέπες, του διαβόητου Βλαδίμηρου του Ανασκολοπιστή. Μαζί και μια κάρτα του Γκουντάρα.

Ο Λιβανέζος στην αρχή χαμογέλασε και μετά ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Πήρε αμέσως από το συρτάρι του γραφείου του ένα επιστολόχαρτο διακοσμημένο με φύλλα χρυσού και έγραψε μια ευχαριστήρια επιστολή.

Ο Θρι Εν άλλαξε επιτέλους το όνομά του και το έκανε Γιάνης με ένα νι.

Μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, ο Βαλεντίν Τσαουσέσκου ρωτήθηκε από δημοσιογράφο σχετικά με τις φήμες ύπαρξης θησαυρού. Ο Βαλεντίν γέλασε ευγενικά και απάντησε ότι πρόκειται για σαχλαμάρες και ότι αυτός έχει κάνει αγωγή στο ρουμανικό κράτος για να του επιστραφούν ορισμένα κατασχεμένα έργα τέχνης που απεικονίζουν πρόσωπα της οικογένειάς του.

Το σίγουρο είναι ότι αν ο δημοσιογράφος ρωτούσε ηθοποιό του Τεάτρου Καρατζιάλε, έναν από εκείνους που ο μπαμπάς Τσαουσέσκου χρησιμοποιούσε για σωσίες των οικείων του κατά τις μετακινήσεις τους, θα είχε πολύ περισσότερα και ενδιαφέροντα πράγματα να του πει. Ο ηθοποιός  όμως αυτός ήταν πια στη Νέα Υόρκη και είχε ανοίξει τη ρουμάνικη ταβέρνα «Μαϊμούτσε Λιλιπουτάνε».

Αν θυμάμαι τον Γκουντάρα; Όταν με ρώτησε ο περιπτεράς της γειτονιάς, περίμενα να ακούσω κανένα καινούργιο κατόρθωμα. Είχα πολλά χρόνια να μάθω νέα του. Έμαθα λοιπόν από τον Παναγιώτη τον περιπτερά ότι τα τελευταία δέκα χρόνια ο Γκουντάρας ζούσε στην Ξάνθη με την γυναίκα του Μιρέλα, μια ξανθιά καλλονή Ρουμάνα. Ο Γκουντάρας διευθυντής μεγάλης καπνοβιομηχανίας και η Μιρέλα ιδιοκτήτρια ακριβής μπουτίκ.

Όμως… Όμως συνέβη κάτι δυσάρεστο. Στο τελευταίο κυνήγι αγριογούρουνου με την παρέα του, ο Γκουντάρας εξαφανίστηκε. Δεν βρέθηκε πουθενά ίχνος του.

Οι σχετικές πληροφορίες λένε ότι ο Γκουντάρας ήταν ταχτικός στο καζίνο. Ότι χρωστούσε πολλά λεφτά. Συνεπώς ή τον φάγανε ή την κοπάνησε.

Εγώ λέω ότι ο Γκουντάρας δεν είχε πρόβλημα να πείσει τους δανειστές του να τον χαρτζιλικώνουν εσαεί και να του λένε και ευχαριστώ. Πιο καλά μου κάθεται να βαρέθηκε το διευθυντιλίκι και την κουμανταδόρισα την Ρουμάνα. Πάντα θα περιμένω να ακούσω νέα του. Γνώμη μου, όπως θα έλεγε ο Νικ δι Αθίνιαν, καλή του ώρα, συνοπλίτης του Γκουντάρα τον οποίο κέρναγε μπύρες και εκείνος, όταν απολύθηκε, του έκανε δώρο το μισοτελειωμένο τελευταίο μπουκάλι ρακή του Κεμάλ Ατατούρκ.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Ο Γιώργος Σκιάνης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τους Ταξιάρχες (Κακολύρι) της Εύβοιας και την Σύρο. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε Φυσική στο ΕΚΠΑ και συμμετείχε στην αντιδικτατορικό αγώνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στη Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Από το 1982 εργάζεται στο Γεωλογικό Ινστιτούτο (ΙΓΜΕ, τώρα ΕΑΓΜΕ) σαν ερευνητής. Ενδιαφέρεται για την φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο. Έχει γράψει ανέκδοτα κινηματογραφικά σενάρια και λίγες μικρές ιστορίες. Ζει στα Βριλήσσια με την γυναίκα του, την σκυλίτσα και την γάτα τους. Έχει δύο γιους.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή