Γιώργος Σκιάνης: Τα κεντρικά

by Times Newsroom 1
Share this

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ*

Τα κεντρικά

ΕΦΤΑΣΑ στα Κεντρικά τη συνηθισμένη ώρα, ούτε πιο αργά, ούτε πιο νωρίς, εκεί περίπου στις οχτώ και κάτι. Η Κεντρική Πύλη ήταν κλειστή. Τίποτα το παράξενο, στα Κεντρικά κλείνανε συχνά την Κ.Π. οι συνδικαλιστές, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που την αποτελούσαν οι συνδικαλιστές.

Πλησίασα στην Κ.Π. αλλά δεν είδα τους συνηθισμένους συναδέλφους, πέντε-έξη ανθρώπους, μαζεμένους από πίσω. Δεν είδα κανέναν. Μήπως ήταν Κυριακή; Γεγονός ήταν ότι δεν είχα κοιμηθεί καλά αλλά δεν μπορούσε παρά να είναι Τρίτη γιατί καθώς ερχόμουνα κάποιος μου φώναξε, πώς πας έτσι ρε παππού, θα μας σκοτώσεις και είναι Τρίτη και δεκατρείς σήμερα.

Βέβαια πάλι δεν υπάρχει σιγουριά γιατί ίσως να το είχα δει στον ύπνο μου ή να ήταν χθες το περιστατικό οπότε σήμερα θα ήταν Τετάρτη. Πάντως σίγουρα όχι Κυριακή. Και με αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβα τον φύλακα που με έντονες κινήσεις μου έδειχνε να πλησιάσω στην Κ.Π. και να φυσήξω. Πού να φυσήξω; αυτός ο φύλακας πάντα ήταν λαλίστατος και ευγενέστατος αλλά τώρα δε μιλούσε, έκανε μόνο νοήματα. Φυσικό είναι, μπορεί να είναι κρυωμένος και τώρα με τον ιό φοβάται μήπως εκτεθεί από την βραχνή φωνή του και τον πάνε άρον-άρον για τεστ που θα το πληρώσει ο ίδιος και ας κοστίζει το ένα τέταρτο του μισθού του.

Τέλος πάντων φύσηξα και ως εκ θαύματος η Κ.Π. άνοιξε αυτόματα. Γύρισα το κεφάλι να πω κάτι στον φύλακα αλλά δίστασα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν και δεν ήταν ο φύλακας που ήξερα. Έμοιαζε μεν αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν φευγαλέα. Αν έβαζες τον Νταβίντσι να τον ζωγραφίσει θα έκανε την Τζοκόντα. Τέλος πάντων, του έκανα κι εγώ ένα νόημα χωρίς νόημα και προχώρησα στην εσωτερική είσοδο φορώντας με επιμέλεια τη μάσκα μου που την έχω συνηθίσει και μου αρέσει γιατί κρύβει τα μισά μου χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου τις διακυμάνσεις της διάθεσής μου που τελευταία πέφτει από το ζενίθ στο ναδίρ ή αντιστρόφως ανεβαίνει κατακόρυφα χωρίς προφανή λόγο.

Δεν είδα κανέναν. Ή μάλλον είδα έναν με τον οποίο δε μιλιέμαι γιατί είναι ψιλορουφιάνος. Παραδόξως μου μίλησε ευγενέστατα και μου είπε ότι με ψάχνουν από την Κεντρική Διοίκηση. Πότε πρόλαβε η Κ.Δ. να με ψάξει αφού χθες δε μου είπε κανείς τίποτα και το πρωί τα στελέχη της Κ.Δ. πίνουν τον καφέ τους μέχρι τις δέκα;

Άνοιξα την πόρτα του γραφείου μου και είδα μέσα κάποιον που δεν γνώριζα. Εμένα περιμένετε; τον ρώτησα. Και ναι και όχι, μου απάντησε με μια ντενεκεδένια φωνή. Άρχισα να νευριάζω αλλά δε μου έβγαινε καμία ένταση. Έτσι του μίλησα μαλακά: περί τίνος πρόκειται;

Πρόκειται για την Κ.Δ., μου απάντησε ο ντενεκεδένιος. Σε θέλει επειγόντως.

Ποιος με θέλει; Ο Μάκης ή ο Λάμπης;

Δεν τους ξέρω αυτούς. Ποιοι είναι;

Κύριε, έξω από το γραφείο μου γιατί θα φωνάξω την Ασφάλεια.

Εγώ είμαι η Ασφάλεια.

Κάτσε ρε φίλε, τι συμβαίνει εδώ; Είμαστε στα Κεντρικά ή δεν είμαστε; Ο Μάκης είναι ο προϊστάμενος και ο Λάμπης ο προϊστάμενος των προϊσταμένων. Τι γίνανε αυτοί;

Γίνανε αλλαγές.

Δεν έβγαινε άκρη με τον ντενεκεδένιο. Έπρεπε άμεσα να απευθυνθώ στην Κ.Δ. για να δω τι τρέχει. Βγήκα λοιπόν από το γραφείο μου, διέσχισα τον διάδρομο και ανέβηκα στον τέταρτο όροφο με τα πόδια για να δω και να καταλάβω τι συμβαίνει ή τι μου συμβαίνει. Δεν είδα τίποτα. Δεν είδα κανέναν.

Κατευθύνθηκα στο γραφείο 12 που είναι η Μαρία, η γραμματέας του Μάκη. Είναι κουτσομπόλα αλλά τουλάχιστον είναι γελαστή. Θα μου άλλαζε λίγο την διάθεση. Ίσως. Γιατί πια δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα.

Και είχα δίκιο να αμφιβάλλω. Το γραφείο 12 ήταν σχεδόν άδειο. Υπήρχε μόνο κάτι σαν αυτόματος πωλητής αναψυκτικών. Μόλις πήγα να τον περιεργαστώ άρχισαν να αναβοσβήνουν λαμπάκια και μια φωτεινή επιγραφή: παρακαλώ φυσήξτε!

Ήθελα να φύγω αλλά η περιέργεια δεν με άφησε. Φύσηξα. Ακούστηκε ένα χρατς-χρουτς και ο πωλητής ξέρασε ένα χοντρό πάκο χαρτιά. Η φωτεινή επιγραφή έγινε: συμπληρώστε τα έγγραφα!

Πήρα τα έγγραφα στα χέρια μου. Ζητούσαν έναν απίθανο αριθμό πληροφοριών μεταξύ των οποίων αν πιστεύω ότι υπάρχουν εξωγήινοι ανάμεσά μας ή αν προτιμώ τα μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα από τα μακαρόνια με κιμά. Πρέπει βέβαια να πούμε ότι για να προστατέψουν τα προσωπικά δεδομένα σημείωναν ότι οι ερωτήσεις με αστερίσκο είναι προσωπικές και μπορούν να μην απαντηθούν. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι όλες οι ερωτήσεις είχαν θεωρηθεί προσωπικές, συμπεριλαμβανόμενου του ονοματεπώνυμου.

Άρχισα να απαντώ. Το πράγμα είχε αρχίσει να με διασκεδάζει. Είχα βγάλει το προσωπικό μου στυλό που γράφει μπλε. Ακούω έναν θόρυβο από τον πωλητή και πετάγομαι ξαφνιασμένος. Η φωτεινή επιγραφή ήταν κατηγορηματική: παρακαλώ χρησιμοποιήστε μαύρο στυλό!

Κοιτάζω τριγύρω και βρίσκω ένα μαύρο στυλό στο πάτωμα. Απαντώ σε όλες τις ερωτήσεις ακόμη και στις πιο προσωπικές που αφορούσαν σεξ και αυνανισμό. Ακόμη και στις πιο τρελές που ρωτούσαν π.χ. αν σκέφτηκα ποτέ να περάσω μέσα από τοίχο.

Όταν τελείωσα το γράψιμο η επιγραφή επέμενε να ξαναφυσήξω. Ξαναφύσηξα και εισέπραξα από τον πωλητή ένα χαρτί που με πρόσταζε να πάω τα έγγραφα στο γραφείο 14.

Στο γραφείο 14, τον παλιό καλό καιρό που ήταν μόλις χθες, θα συναντούσες το Μιχάλη και την Τούλα. Ήταν το Πρωτόκολλο. Εννοείται ότι δεν περίμενα πια να δω ούτε Μιχάλη ούτε Τούλα κι έτσι ακριβώς συνέβη. Βρήκα δύο άτομα στο γραφείο που έμοιαζαν αλλά δεν ήταν ούτε Μιχάλης ούτε Τούλα. Και το πιο περίεργο ήταν ότι και τα δύο έμοιαζαν με το Μιχάλη αλλά όταν ξανακοίταζες έμοιαζαν με την Τούλα.

Πήραν τα έγγραφα, τα πρωτοκόλλησαν και μου ζήτησαν ευγενικά να σβήσω το τσιγάρο. Περίεργο, γιατί εγώ δεν έχω καπνίσει ποτέ. Πάω να πω κάτι αλλά δεν προλαβαίνω. Ξεκινάει μια σειρήνα με έναν τρομαχτικό ήχο και από μια συσκευή στο ταβάνι ξεχύνονται περίεργες σκόνες σε διάφορα χρώματα με έντονες αλλά και διακριτές οσμές. Και μέσα στον πανικό μου ήρθε μια σκέψη: οι χώροι που είχα κινηθεί δεν ανέδυαν καμιά απολύτως οσμή. Ούτε τουαλέτες, ούτε κυλικείο, ούτε ιδρώτας, σαπούνια και αρώματα. Μηδέν.

Ξαφνικά με έπιασε τρόμος. Ακίνητος και λουσμένος στις πολύχρωμες σκόνες, με τα έγγραφα στα χέρια, τις Μιχαλοτούλες να με κοιτάζουν με άδεια μάτια και τη σειρήνα να ουρλιάζει.

Σε ένα λεπτό από την έναρξη του συναγερμού, μπούκαρε στο γραφείο 14 ο ντενεκεδένιος της Ασφάλειας. Παραδέχτηκα την ενοχή μου και λιποθύμησα.

*Ο Γιώργος Σκιάνης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τους Ταξιάρχες (Κακολύρι) της Εύβοιας και την Σύρο. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε Φυσική στο ΕΚΠΑ και συμμετείχε στην αντιδικτατορικό αγώνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στη Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Από το 1982 εργάζεται στο Γεωλογικό Ινστιτούτο (ΙΓΜΕ, τώρα ΕΑΓΜΕ) σαν ερευνητής. Ενδιαφέρεται για την φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο. Έχει γράψει ανέκδοτα κινηματογραφικά σενάρια και λίγες μικρές ιστορίες. Ζει στα Βριλήσσια με την γυναίκα του, την σκυλίτσα και την γάτα τους. Έχει δύο γιους.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή