Γκέοργκ Λούκατς: «Κείμενα της Δεκαετίας του 1920», σε μετάφραση του Χρήστου Κεφαλή | Εκδόσεις Τόπος

by Times Newsroom

Κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Τόπος το βιβλίο Γκέοργκ Λούκατς, Κείμενα της Δεκαετίας του 1920. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα πιο σημαντικά κείμενα του Λούκατς της περιόδου 1922-28, γραμμένα μετά το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Ακολουθούν περισσότερες πληροφορίες και ένα κείμενο του Λούκατς από το βιβλίο, από τα άρθρα του στο περιοδικό Ρότε Φάνε στα 1922, με θέμα το έργο του Μπαλζάκ.

Γκέοργκ Λούκατς, Κείμενα της Δεκαετίας του 1920

ΜετάφρασηΕισαγωγικό δοκίμιο: Χρήστος Κεφαλής

Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2019, σελ. 384, € 16

Ο Γκέοργκ Λούκατς ήταν ο κορυφαίος μαρξιστής φιλόσοφος και λογοτεχνικός κριτικός στον 20ό αιώνα. Μετά το πέρασμά του στο μαρξισμό, με το ενδιάμεσο του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση (1923), παρουσίασε πρωτότυπες επεξεργασίες σε πολλούς τομείς, που εμπλούτισαν και ανανέωσαν τη μαρξιστική θεωρία. Ανάμεσά τους μελέτες για την αστική φιλοσοφία, όπως Ο Νεαρός Χέγκελ και η Καταστροφή του Λογικού, αναρίθμητα βιβλία και δοκίμια για την τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα, μαρξιστικές πραγματεύσεις της αισθητικής και της κοινωνικής διαλεκτικής.

Στο παρόν βιβλίο περιλαμβάνονται τα πιο σημαντικά κείμενα του Λούκατς της δεκαετίας του 1920, γραμμένα στην περίοδο 1922-28: τα άρθρα λογοτεχνικής και φιλοσοφικής κριτικής στο βερολινέζικο περιοδικό Ρότε Φάνε (1922), η κριτική του στον Ιστορικό Υλισμό του Μπουχάριν (1925), τα φιλοσοφικά δοκίμια για τον Λασάλ (1925) και τον Μόζες Ες (1926) και οι Θέσεις του Μπλουμ (1928). Στα κείμενα αυτά ο Λούκατς ξεκαθαρίζει τις ιδεαλιστικές συγχύσεις του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα τις γόνιμες πλευρές του και εισάγοντας κομβικά θέματα της ώριμης σκέψης του. Παρμένα από κοινού μας εισάγουν έτσι με ένα κατανοητό και εύληπτο τρόπο στα πιο σύνθετα μονοπάτια του μετέπειτα στοχασμού του.

Στο εισαγωγικό δοκίμιό του ο Χρήστος Κεφαλής συζητά ολόκληρη τη διανοητική πορεία του Λούκατς, από το πέρασμά του στον Μαρξ ως τα ώριμα καταληκτικά έργα του. Αναλύει εκτενώς τις πιο σημαντικές μελέτες του αποτιμώντας τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη του μαρξισμού.

Πληροφορίες: Εκδόσεις Τόπος, Πλαπούτα 2 και Καλλιδρομίου, τηλ. 8222835-856, info@motibo.com, www.toposbooks.gr.

Η μεταθανάτια φήμη του Μπαλζάκ

Εκατό χρόνια έχουν περάσει ανάμεσα στην εμφάνιση των πρώτων ανώνυμων και χωρίς αξία έργων του Μπαλζάκ και το 1922. Αφού ανήκε για πολύ καιρό στους πιο πλατιά διαβαζόμενους και διάσημους συγγραφείς του αιώνα, βαθμιαία πέρασε στη λήθη – ιδιαίτερα στη Γερμανία. Η φήμη των πιο σημαντικών «νατουραλιστών»1, του Φλομπέρ και του Ζολά, του Ντοντέ και του Μοπασάν, κάλυψε εκείνη του Μπαλζάκ σχεδόν ολοκληρωτικά. Μόνο πρόσφατα οι «πιο εκλεκτές διάνοιες» στράφηκαν προς αυτόν για άλλη μια φορά. Ο Χόφμανσταλ2, για παράδειγμα, του απέδωσε αφειδείς επαίνους· ο εκδοτικός οίκος Ίνζελ επανεξέδωσε τα άπαντά του σε νέες μεταφράσεις.

Αυτή η επισκίαση της αναγνώρισης του Μπαλζάκ, αυτή η παραμέληση συγκρι­τικά με συγγραφείς που –οποιαδήποτε και αν ήταν η υπεροχή τους με όρους ορθό­δοξης δεξιοτεχνίας– στέκονταν πολύ κάτω από αυτόν με όρους πνευματικών ορι­ζόντων, οράματος, ανθρώπινων φυσιογνωμιών με πλάτος και βάθος, δεν οφείλει τίποτα στην τύχη. Ούτε, ωστόσο, μπορεί να αποδοθεί σε μια απλή «αλλαγή γού­στου» ή ακόμη και σε ένα καλλιτεχνικό «ξεπέρασμα» της τέχνης του Μπαλζάκ. Είναι μάλλον κοινωνικές μετατοπίσεις που βρίσκονται πίσω από αυτή την αλλαγή γούστου και συνακόλουθα μετατοπίσεις στην ιδεολογία (και επομένως στο γούστο) της τάξης του 19ου αιώνα που καθόριζε τον πολιτιστικό τόνο: της αστικής τάξης.

Στην Εισαγωγή του στη δεύτερη έκδοση του Τόμου Ι του Κεφαλαίου ο Μαρξ δίνει μια εικόνα αυτής της ιδεολογικής αλλαγής – αν και μόνο αναφορικά με την πολιτική οικονομία. Τονίζει ότι το ανοικτό πνεύμα, που ήταν μια προϋπόθεση της μεγάλης λογιότητας του Άνταμ Σμιθ ή του Ρικάρντο, ήταν αναπόφευκτο να χάνεται ολοένα και πιο πολύ. Δεν επρόκειτο πια για ένα ζήτημα του αν αυτό ή εκείνο το θεώρημα ήταν αληθινό, αλλά για το αν ήταν χρήσιμο ή επιβλαβές στο κεφάλαιο, κατάλληλο ή ακατάλληλο, ενάντια στο νόμο και την τάξη ή όχι. Η ανοιχτόμυαλη λόγια έρευνα αντικαταστάθηκε με την κακή συνείδηση και την κακή πρόθεση της απολογητικής. Από την άποψη της ιδεολογικής ανάπτυξης αυτή η διαδικασία μπο­ρούσε να οριστεί ως η απώλεια της αφελούς πίστης της αστικής τάξης στην αποστο­λή της να μετασχηματίσει την κοινωνία προς το δικό της συμφέρον. Στη λογοτεχνία, ασφαλώς, βρίσκει μια πολύ λιγότερο ξεκάθαρη και μονοσήμαντη έκφραση από ό,τι στην πολιτική οικονομία, όπου το πρόβλημα των συμφερόντων πρέπει να εκτεθεί γυμνά ως πρόβλημα και όπου κάθε υπεκφυγή μιας ξεκάθαρης πρότασης αναγκαστι­κά παίρνει τη μορφή της νοθευμένης απολογητικής. Αυτή η αλλαγή εκφράζεται στη λογοτεχνία ως μια απώλεια ενθουσιασμού για, πραγματικά ακόμα και μια απώλεια της ανοιχτόμυαλης στάσης προς, τις εκδηλώσεις της αστικής κοινωνίας. Μπορεί να είναι η αρχή μιας φυγής στο παρελθόν, στο –ουτοπικό– μέλλον, σε ρομαντικά απόμακρες κοινωνίες. Η απογοήτευση μπορεί να πάρει τη μορφή μιας «καθαρά» καλλιτεχνικής απεικόνισης ή ενός παρόμοια «καθαρού» λόγιου απολογισμού της ζωής. Ασφαλώς, η απολογητική της πολιτικής οικονομίας μπορεί να δώσει γένεση σε ακριβώς ταιριαστές συνθέσεις που αποθεώνουν την αστική ανάπτυξη (αλλά όχι με καλή πίστη) – και σωροί από αυτές προκύπτουν όντως. Αλλά ανήκει στην ίδια τη φύση των άμεσων και των πιο λεπτών σχέσεων ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ταξική ιδεολογία ότι αυτό το είδος γραφής μπορεί να αποκτήσει μεγάλη επίκαιρη σημασία αλλά δεν μπορεί να φτάσει σε μια διαρκή σπουδαιότητα – ούτε καν από την άποψη της ανάπτυξης της αστικής λογοτεχνίας. (Η λογοτεχνία της περιόδου του πολέμου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού). Κοντολογίς: ενώ οι λογο­τεχνικές εκδηλώσεις αυτής της «απογοήτευσης» είναι πολύ ποικίλες και μπορεί να επικαλύπτονται και να συσσωρεύονται στο έργο ενός μοναδικού συγγραφέα (όπως είναι ιδιαίτερα φανερό με τον Φλομπέρ), η ομοιομορφία τους –από μια κοινωνική οπτική γωνιά– προβάλλει πολύ ξεκάθαρα σε αντιπαράθεση με τα ακόμη αδιαίρετα λογοτεχνικά προϊόντα της συγκεκριμένης τάξης. Συνακόλουθα, αυτά εμφανίζονται αφελή, ακόμη και ακατέργαστα, χονδροειδή και χαοτικά σε σύγκριση με τα εκλε­πτυσμένα προϊόντα μιας σύγχρονης τέχνης. Αυτή ήταν η μοίρα που περίμενε τους μεγάλους Άγγλους συγγραφείς του 18ου αιώνα στην πορεία του 19ου αιώνα. Αυτή ήταν η φιλολογική μοίρα του Μπαλζάκ, όπως μαρτυρά η απαξιωτική κριτική του από τη γενιά του Φλομπέρ και η γενική επικράτηση αυτής της κρίσης.

Γιατί ο Μπαλζάκ –ακριβώς όπως οι μεγάλοι Άγγλοι συγγραφείς του 18ου αιώνα (Στερν, Σμόλετ, Φίλντινγκ3), αλλά συμβαδίζοντας με τη γοργή ανάπτυξη ενδιάμε­σα– ήταν η λογοτεχνική έκφραση της φιλόδοξης, προοδευτικής αστικής τάξης. Όχι μόνο έδειχνε μια έξοχη αφοβία και ανοιχτομυαλιά –την οποία θαύμαζε ο Μαρξ– στην απεικόνιση της αστικής κοινωνίας, αλλά ήταν επίσης ικανός να υιοθετεί μια στάση προς αυτή ξεκάθαρα και ανεπιφύλακτα, μια στάση που ήταν καταφατική αλλά όχι υποκριτική. Ο Μπαλζάκ είχε την ικανότητα όχι μόνο να περιγράφει τα ανθρώπινα πάθη και να τα ανατέμνει ψυχολογικά, αλλά να τα κατανοεί στην ουσία τους, στις σχέσεις τους προς το όλο της κοινωνικής ζωής και την αλληλεπίδρασή τους με αυτές. Το στιλιζάρισμά του, που φαινόταν υπερβολικό, ρομαντικό και γκρο­τέσκ στην επόμενη γενιά, βασίζεται σε ένα όραμα πάθους, χαρακτήρα και πεπρωμένου, του ανθρώπου, της τάξης και της κοινωνίας, που θυμίζει αμυδρά τη διαφθορά των «μασκών οικονομικού χαρακτήρα» του Μαρξ.

Αυτό δεν σημαίνει διόλου μια βεβαίωση ότι η Ανθρώπινη Κωμωδία4 είναι ένα φιλολογικό προμήνυμα του ιστορικού υλισμού. Αυτό δεν θα αντέβαινε μόνο στη φύση της παραστατικής λογοτεχνίας αλλά και θα παραμόρφωνε πλήρως την ουσία του Μπαλζάκ. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το έργο του Μπαλζάκ παρουσιάστη­κε σε μια εποχή όταν ακριβώς οι αστοί ιστορικοί (Μινιέ, Γκιζό, κ.λπ.) σε κάποιο βαθμό ανακάλυπταν την ταξική πάλη ως την καθοδηγητική δύναμη της ιστορίας. Ο Μπαλζάκ ήταν καθαρά ένας παραστατικός συγγραφέας παρά τις περιστασιακές φιλοσοφικές και άλλες παρεκκλίσεις του. Επιπρόσθετα, ήταν εντελώς ποτισμένος με όλες τις αστικές προλήψεις του καιρού του. Αφού, ωστόσο, ήταν ο λογοτεχνικός εκφραστής ενός ανερχόμενου κοινωνικού στρώματος, η ολότητα της κοινωνίας και της ατομικής μοίρας, ένα όραμα του κόσμου και η λογοτεχνική αναπαράσταση δεν ήταν χωριστά ζητήματα για τον Μπαλζάκ με τον τρόπο που ήταν για συγγραφείς που ανήκαν στην παρακμάζουσα (ιδεολογικά) αστική τάξη· σε αντίθεση προς τον Μπαλζάκ, εκείνοι οι συγγραφείς ήταν ανίκανοι να βρουν το ενοποιητικό στοιχείο του έργου τους στη ζωή της κοινωνίας, στο ίδιο το λογοτεχνικό υλικό, και έπρεπε να προσπαθήσουν να το αντικαταστήσουν με τη θεωρία, εξωτερικά.

Έτσι η απόρριψη του Μπαλζάκ από τη μετά το 1848 γενιά ήταν κατανοητή – έστω και αν αντιπροσώπευε επίσης ένα κακό σημάδι για την ανάπτυξη της αστικής ιδεολογίας. Αλλά ο ενθουσιασμός που τώρα επιδεικνύεται πάλι γι’ αυτόν από ατο­μικούς συγγραφείς δεν είναι κατά κανένα τρόπο ένα σημάδι μιας εσωτερικής ανά­νηψης, μια επανασύνδεση με τις μεγάλες παραδόσεις της αστικής ζωής· απεναντίας. Ακόμη και για την αστική τάξη, αυτή η εποχή του Μπαλζάκ έχει γίνει καθαρή ιστο­ρία. Αν ο Μπαλζάκ επρόκειτο τώρα να επανέλθει στη «μόδα», θα έπαιρνε τη θέση του πλάι στις «Χίλιες και μια Νύχτες», τους κινέζικους μύθους και τα μεσαιωνικά παραμύθια. Έχει χάσει κάθε σημασία για τη σαραβαλιασμένη αστική κουλτούρα: η απόρριψή του ήταν η τελευταία ζωτική πράξη απέναντί του.

Σήμερα δεν μπορούμε ακόμη να προβλέψουμε ποια στάση θα υιοθετήσει το προ­λεταριάτο απέναντι σε έναν Μπαλζάκ που έχει γίνει τώρα μια εντελώς ιστορική φυσιογνωμία. Αν έχει την άνεση και τη δυνατότητα να ξαναζήσει τη δική του εσωτε­ρική ιστορία σε ένα συνειδητό επίπεδο, τότε το έργο του Μπαλζάκ –μια ενιαία, κα­θολικεύουσα αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής– θα τύχει ίσως μιας βαθύτερης κατανόησης από ό,τι πέτυχε ποτέ ο Μπαλζάκ να βρει στη δική του τάξη, η οποία αυξανόμενα απομακρυνόταν από την αυτογνωσία.

Σημειώσεις

1. Ο νατουραλισμός, λογοτεχνικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα, απέρριπτε το ρομαντισμό και έδινε έμφαση στον ντετερμινισμό και τον αντικειμενισμό. Στοιχεία του υπάρχουν στα έργα των Μοπασάν, Φλομπέρ, κ.ά., βρήκε όμως την πλήρη και θεωρητική έκφρασή του στον Ζολά.

2. Ούγκο φον Χόφμανσταλ (1874-1929): διακεκριμένος Αυστριακός συγγραφέας, ποιητής, δραμα­τουργός και διηγηματογράφος.

3. Λόρενς Στερν (Ιρλανδός, 1713-1768), Τομπάιας Σμόλετ (Σκώτος, 1721-1771), Χένρι Φίλντινγκ (Άγγλος, 1707-1754): διακεκριμένοι λογοτέχνες, διαμόρφωσαν την παράδοση του ρεαλιστικού μυ­θιστορήματος στη Βρετανία του 18ου αιώνα.

4. Η Ανθρώπινη Κωμωδία, μια πολύτομη συλλογή από τελειωμένα και ημιτελή έργα του Μπαλζάκ, απεικονίζει τη Γαλλία, κυρίως στην εποχή της Παλινόρθωσης και της Μοναρχίας του Ιούλη (1815- 1848). Ο τίτλος αποτυπώνει το ρεαλιστικό προσανατολισμό του Μπαλζάκ (απέναντι στη Θεία Κωμωδία του Δάντη).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή