Σε έναν τόπο πλούσιο σε παραδόσεις, όπου οι άνθρωποι δεν παύουν να διαπνέονται από αυστηρότατες ηθικές αρχές, υπάρχουν σχέσεις που θεωρούνται ανάρμοστες, ακόλαστες, σχεδόν διαβολικές. Η Μαρία Μανταλένα παρακολουθεί έντρομη, με αδιάκοπη αγωνία, την εξέλιξη των συναισθημάτων που παρασέρνουν την ψυχή του γιου της Πάουλο, του νεαρού καθολικού ιερέα σε μια μικρή κοινότητα της Σαρδηνίας, στο φανταστικό χωριό Άαρ.

Η μητέρα, λοιπόν, προσπαθεί απεγνωσμένα να τον απομακρύνει από το κακό που η ίδια βλέπει να τον απειλεί, δηλαδή τον δυνάμει ολέθριο έρωτά του για την Ανιέζε, ενόσω ακριβώς ο Πάουλο διχάζεται και παλεύει μεταξύ ενοχής και επιθυμίας, πίστης και αμαρτίας. Ένα μυθιστόρημα σφιχτοδεμένης πλοκής και ρυθμικής έντασης, με το οποίο η Γκράτσια Ντελέντα διερευνά τις πιο ενδόμυχες και αντικρουόμενες σκέψεις των δύο βασικών της πρωταγωνιστών, μια παθιασμένη ιστορία που μας εξοικειώνει απροσδόκητα με τις αμφιβολίες και τα ανείπωτα βάσανά τους. Γραμμένο με σκοτεινές και ζωηρές αποχρώσεις, όπως μια αρχαία τραγωδία, το βιβλίο αυτό κατέχει εξέχουσα θέση στο έργο της νομπελίστριας συγγραφέως, τόσο για την ψυχολογική σκιαγράφηση των χαρακτήρων όσο και για τη δραματική του ατμόσφαιρα.

Το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1926 απονεμήθηκε στην Γκράτσια Ντελέντα «για το ιδεαλιστικά εμπνευσμένο έργο της, που με πλαστική σαφήνεια απεικονίζει τη ζωή στο γενέθλιο νησί της και αντιμετωπίζει με βάθος και συμπόνια τα ανθρώπινα προβλήματα γενικά», σύμφωνα με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Γκράτσια Ντελέντα

Η Γκράτσια Ντελέντα γεννήθηκε το1871 στο Νουόρο της Σαρδηνίας. Καταγόταν από εύπορη αστικήοικογένεια αλλά, λόγω των άκαμπτων αντιλήψεων της εποχής στην οποία μεγάλωσε, δεν συνέχισε τις σπουδές πέραν της βασικής εκπαίδευσης. Ωστόσο εκδηλώθηκε από νωρίς η κλίση της στα γράμματα, την οποία και καλλιέργησε με την ανάγνωση της Βίβλου και των μεγάλων αφηγήσεων του 19ου αιώνα.

Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα σε νεαρή ηλικία. Με το Λουλούδι της Σαρδηνίας (1892) εγκαινίασε ουσιαστικά τη δημιουργική της πορεία και με την Οδό του κακού (1896) έγινε ευρύτερα γνωστή. Το 1900 παντρεύτηκε τον Παλμίρο Μαντεζάνι, μετακόμισε οριστικά στη Ρώμη και στη συνέχεια απέκτησε δύο γιους. Η πρώτη της μεγάλη επιτυχία υπήρξε το μυθιστόρημα Ελίας Πορτόλου (1903). Ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά, μεταξύ των οποίων η Στάχτη (1904), οι Καλαμιές στον άνεμο (1913) και Η μητέρα (1920). Το 1926 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το δεύτερο για την Ιταλία. Πέθανε το 1936.