Γιώργος Βέης: H αρωματική παγόδα

by Times Newsroom 1

Χρειαζόμαστε τα παρατηρητήρια του εσωτερικού ουρανού
Αντρέ Μπρετόν

Τα δά­ση πέ­ρα στο βά­θος, ορυ­ζώ­νες σχε­δόν πα­ντού όπου αλ­λού κι αν κοι­τά­ξω, λό­φοι από ασβε­στό­λι­θο, μυ­ρω­διές φρε­σκο­πλυ­μέ­νου χόρ­του. Ένα πρώ­το πέ­ρα­σμα από τη διοι­κη­τι­κή πε­ρι­φέ­ρεια του My Duc. Η υγρα­σία των τρο­πι­κών, η σκιά του όρους Huong, τα θρυ­λού­με­να των δέ­ντρων, η διάρ­κεια των θυ­μια­μά­των, η ευ­σέ­βεια των βρά­χων: το σπή­λαιο Huong Tich, σε από­στα­ση εβδο­μή­ντα πε­ρί­που χι­λιο­μέ­τρων από το Ανόι, προς τα νο­τιο­δυ­τι­κά, δι­η­γεί­ται δρά­σεις από τη δι­κή του μυ­θι­κή δια­δρο­μή. Ένας από τους ιε­ρό­τε­ρους χώ­ρους του Βιετ­νάμ, υπο­λο­γί­ζε­ται ότι πε­ρι­ήλ­θε στη γνώ­ση του αν­θρώ­που πριν από δύο χι­λιά­δες πε­ρί­που χρό­νια. Ανή­κει στην οι­κο­γέ­νεια των διά­χυ­των αξιο­θέ­α­των που συ­να­ντά­με δια­τρέ­χο­ντας τη ρα­χο­κο­κα­λιά της χώ­ρας. Προ­βάλ­λο­ντας κυ­ρί­ως, με τη δέ­ου­σα αξιο­πι­στία, την ει­κό­να της μη πλή­ρους απο­μά­γευ­σης του κό­σμου, η σκη­νο­θε­σία δεν αρ­κεί­ται να δι­δά­ξει γε­ω­φυ­σι­κά ήθη, αλ­λά θέ­λει να γί­νει κομ­μά­τι μας, να ενω­θεί με το φά­σμα των ισχυ­ρό­τε­ρων έως σή­με­ρα εντυ­πώ­σε­ών μας. Ισχυ­ρί­ζο­μαι ότι το ένυ­λο αγα­θο­ποιό σύ­στη­μα, που μας πε­ρι­βάλ­λει παι­διό­θεν, μπο­ρεί να μην απο­κα­λύ­πτε­ται με την πρώ­τη μα­τιά, αλ­λά μας κα­λεί να το οι­κειο­ποι­η­θού­με την κα­τάλ­λη­λη, δη­λα­δή πε­πρω­μέ­νη, στιγ­μή, μέ­σα από την πλη­θώ­ρα των συμ­βο­λι­κών προ­τά­σε­ων οι οποί­ες πα­ρέ­χο­νται αφει­δώς εδώ. Η συ­νέρ­γεια της Φύ­σης μαρ­τυ­ρεί άλ­λω­στε μιαν εξαι­ρε­τι­κή σύ­μπνοια των στοι­χεί­ων της.

Η εντός του σπη­λαί­ου Huong Pagoda, γνω­στή στους δια­βα­σμέ­νους επι­σκέ­πτες πε­ρισ­σό­τε­ρο ως Αρω­μα­τι­κή Πα­γό­δα, πλαι­σιω­μέ­νη από μια σει­ρά εντυ­πω­σια­κών στα­λα­κτι­τών, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα πλέ­ον προ­ω­θη­μέ­να εμ­βλή­μα­τα των βου­δι­στών. Χτι­σμέ­νη τον 17ο αιώ­να, εξα­κο­λου­θεί να συ­νι­στά κέ­ντρο λα­τρεί­ας, αλ­λά και ποι­κί­λων πο­λι­τι­στι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων. Απαγ­γε­λί­ες ποί­η­σης, θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, λα­ο­γρα­φι­κές επι­δεί­ξεις και χο­ρευ­τι­κές επι­δό­σεις διαρ­κούν σε ετή­σια βά­ση επί τρεις μή­νες. Αρ­χί­ζουν την έκτη ημέ­ρα του σε­λη­νια­κού έτους και ολο­κλη­ρώ­νο­νται πε­ρί τα τέ­λη Απρι­λί­ου. Υπο­λο­γί­ζε­ται ότι κα­τά την έναρ­ξη του εορ­τα­σμού ένα εκα­τομ­μύ­ριο και πλέ­ον επι­σκέ­πτες, αψη­φώ­ντας τη βρο­χή και το κρύο της επο­χής φτά­νουν ως τη βά­ση της Πα­γό­δας. Αφού ανε­βούν τα απα­ραί­τη­τα χί­λια σκα­λιά, τους δε­ξιώ­νε­ται η χά­ρις των ευω­δια­στών πε­τρω­μά­των. Πρό­κει­ται ασφα­λώς για τους πι­στούς οπα­δούς του βου­δι­σμού και των κλά­δων του, αλ­λά και για αμέ­τρη­τους αλ­λό­θρη­σκους τρί­τους, οι οποί­οι ανα­τρο­φο­δο­τούν γεν­ναία τό­σο την του­ρι­στι­κή ευ­ε­ξία του τό­που όσο και την προ­σή­λω­σή τους στην ει­δι­κό­τε­ρη, εύ­γλωτ­τη εν τέ­λει, με­τα­φυ­σι­κή υπό­στα­ση των πραγ­μά­των.

Η από­στα­ση από τις δύο αφε­τη­ρί­ες των λε­ω­φο­ρεί­ων ως την απο­βά­θρα Ben Duc ποι­κίλ­λει. Αν ξε­κι­νή­σει κα­νείς από το LuongYen, χρειά­ζο­νται τρεις ώρες, ενώ από το GiapBat αρ­κούν δύο. Το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του τα­ξι­διού ως τον τε­λι­κό προ­ο­ρι­σμό, το συ­γκρό­τη­μα των σπη­λαί­ων δη­λα­δή, διαρ­κεί σα­ρά­ντα πέ­ντε λε­πτά πε­ρί­που, αν προ­τι­μη­θεί το ρεύ­μα του Yen Stream, του πο­τα­μού δη­λα­δή που ρέ­ει σ’ αυ­τά τα μέ­ρη, και μια από τις πολ­λές ευ­ρύ­χω­ρες βάρ­κες που δια­θέ­τουν εδώ. Ορι­σμέ­νες φο­ρές το χρό­νο απαι­τού­νται ως και πέ­ντε χι­λιά­δες τέ­τοια πλε­ού­με­να για την άμε­ση με­τα­φο­ρά των επι­σκε­πτών. Υπάρ­χουν βέ­βαια αρ­κε­τοί οι οποί­οι συ­νε­χί­ζουν με αυ­το­κί­νη­το, ιδί­ως όταν εί­ναι κά­πως ανή­συ­χα τα νε­ρά του πο­τα­μού. Έχω δει τις όχθες του σε πε­ρί­ο­δο πα­νη­γυ­ρι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων. Φορ­τω­μέ­νες με πο­λύ­χρω­μα φα­νά­ρια-σή­μα­τα μιας πε­ποί­θη­σης θαυ­μά­των.

Η ροή του Yen. Η αμεί­ω­τη ορ­μή ξα­νά στην υπη­ρε­σία των με­τα­φο­ρι­κών μέ­σων. Το νε­ρό – οδη­γός. Οι βάρ­κες κου­βα­λούν κυ­ρί­ως θαυ­μα­σμό. Ο συ­ντο­νι­σμός του άλο­γου στοι­χεί­ου με τους αν­θρώ­πους του πο­τα­μού απο­δει­κνύ­ε­ται εξαι­ρε­τι­κά απο­τε­λε­σμα­τι­κός. Πό­σο γρή­γο­ρα αφη­γεί­ται το πο­τά­μι. Πό­σο γρή­γο­ρα κυ­λούν, επα­νέρ­χο­νται και απο­τυ­πώ­νο­νται στο νου έπαι­νοι και εγκώ­μια για το πε­ρι­βάλ­λον. Κα­τορ­θώ­νω να απο­μο­νώ­σω κά­τι ακό­μη…(Πό­σο αρ­γά γρά­φω τώ­ρα. Η κί­νη­ση αντί­στρο­φη. Ανά­πλους. ΄Η μάλ­λον ανα- τα­ξί­δι. Η τα­χύ­τη­τα εκ­μη­δε­νι­σμέ­νη όμως. Οι λέ­ξεις προ­σγειώ­νο­νται στο φύλ­λο του τε­τρα­δί­ου με δι­σταγ­μό. Σαν ντρο­πή. Προ­δί­δουν φύ­ση. Δί­πλα μου ανοι­χτό και ένα άλ­λο πα­ρελ­θόν. Μια άλ­λη πρω­τεύ­ου­σα. Λον­δί­νο 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1931: «Δεν εί­μαι γεν­νη­μέ­νος τα­ξι­διώ­της. Σε κά­θε μου νέα αλ­λα­γή μού χρειά­ζε­ται πο­λύς και­ρός και πολ­λή προ­σπά­θεια για να ξα­να­σμί­ξω εκεί­νο τον εσω­τε­ρι­κό ρυθ­μό που μας κά­νει να πι­στεύ­ου­με πως υπάρ­χου­με. Το μό­νο τα­ξί­δι που θα κα­τα­λά­βαι­να θα εί­ταν το προ­σκύ­νη­μα. Τα άλ­λα ενερ­γούν πά­νω μου σα μια οχλη­ρή με­τα­κό­μι­ση». Από επι­στο­λή του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη στον Κω­στή Πα­λα­μά. Το πο­τά­μι βο­λι­κό, κα­τε­βά­ζει συλ­λο­γι­κή εμπει­ρία απο­μα­κρύν­σε­ων και προ­σεγ­γί­σε­ων. Φω­το­α­ντι­γρά­φω μέ­σα στην πρω­ι­νή νη­νε­μία του δω­μα­τί­ου μου στην Τζα­κάρ­τα, ανα­λο­γι­ζό­με­νος πο­ρεί­ες, ανα­δι­πλώ­σεις του εί­ναι και ευ­ερ­γε­σί­ες των χώ­ρων.)

Με τη βο­ή­θεια των ντό­πιων φί­λων μα­θαί­νω: ο πο­λέ­μαρ­χος TrinhSam, κυ­ρί­αρ­χος του Βό­ρειου Βιετ­νάμ από το 1767 έως το 1782, δεν πα­ρέ­λει­ψε, σε μια επί­σκε­ψή του το 1770, να χα­ρά­ξει στο εσω­τε­ρι­κό του σπη­λαί­ου την ευα­ρέ­σκειά του για τη δω­ρεά αυ­τή της πρό­νοιας του πε­ρι­βάλ­λο­ντος, δια­κη­ρύσ­σο­ντας ότι συ­νι­στά την ωραιό­τε­ρη όψη της χώ­ρας του. Η επι­γρα­φή, ση­μά­δι μιας άδο­λης πα­ρέμ­βα­σης στην επι­φά­νεια του βρά­χου, δεί­χνει απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα κι ενάρ­γεια μα­ζί. Ό,τι προ­σπα­θώ ν’ απο­μνη­μο­νεύ­σω ανα­κα­λεί πυγ­μή και τρυ­φε­ρό­τη­τα: ίσως ο TrinhSam να έγρα­φε κρυ­φά ποί­η­ση ή να ήταν και επι­δέ­ξιος ζω­γρά­φος. Ερευ­νη­τέ­ον.

Στα­λαγ­μί­τες. Ξε­φυ­τρώ­νουν σύμ­φω­να μ΄ ένα σχέ­διο, άγνω­στων συ­ντε­ταγ­μέ­νων, ή εί­ναι μα­θη­μα­τι­κά ανυ­πό­τα­κτοι: η απο­ρία μου δεί­χνει μάλ­λον αφέ­λεια, πλην όμως δεν υπο­τάσ­σω εύ­κο­λα μέ­σα στη σπη­λιά την αυ­θορ­μη­σία του κυ­μα­τοει­δούς μο­νο­λό­γου. Κά­ποιοι από αυ­τούς φτά­νουν ως τους ώμους μου. Ναι, οι στα­λαγ­μί­τες δεί­χνουν προς τον ου­ρα­νό της Πα­γό­δας. Από εκεί άλ­λω­στε δεν κα­τέ­βη­καν ως τα πό­δια της; Δεί­χνουν, φρο­νώ, εκεί­νο ακρι­βώς που δια­βά­σα­με στον ηρω­ι­κό επί­λο­γο του Τί­μαιου: «Πρέ­πει όμως να κα­τα­λά­βου­με ότι το κυ­ρί­αρ­χο εί­δος της ψυ­χής, αυ­τό που δώ­ρι­σε ο θε­ός στον κα­θέ­να μας, εί­ναι ένας δαί­μων. Εί­ναι αυ­τό που, όπως εί­πα­με, κα­τοι­κεί στην κο­ρυ­φή του σώ­μα­τος και μας ανυ­ψώ­νει από τη Γη προς τον συγ­γε­νι­κό μας ου­ρα­νό. Για­τί η αλή­θεια εί­ναι ότι εί­μα­στε φυ­τά όχι της Γης αλ­λά του ου­ρα­νού». Η πλα­τω­νι­κή ζω­γρα­φιά δεν έχει ξε­θω­ριά­σει μέ­σα στους αιώ­νες. Ακό­μη και στην Αρω­μα­τι­κή Πα­γό­δα ξε­δι­πλώ­νε­ται με το ανά­λο­γο τακτ και μας συ­ντη­ρεί.

Στην Αρω­μα­τι­κή Πα­γό­δα φώ­λια­σε κά­πο­τε η θη­λυ­κή εκ­δο­χή εκεί­νου του θε­ού ο οποί­ος λέ­γε­ται ότι στέρ­γει ενερ­γώς τον κό­σμο. Χω­ρίς την επι­βο­λή ποι­νών ή των μαρ­τυ­ρί­ων εκεί­νων τα οποία δο­κί­μα­σε ο βι­βλι­κός Ιώβ. Πρό­κει­ται για την Quan Am, που θέ­λει ν’ ακού­ει τον πό­νο του αν­θρώ­που, που συμ­με­ρί­ζε­ται βά­σα­να, κα­τα­τρεγ­μούς και ολέ­θριες ατυ­χί­ες του βί­ου. Συ­νι­στά τη βιετ­να­μέ­ζι­κη πα­ραλ­λα­γή της bodhisattva των ιν­δουι­στών. Εί­ναι το πνεύ­μα, ει­δι­κό­τε­ρα, το οποίο έχει δε­χθεί την ανε­κτί­μη­τη δω­ρεά της ευ­ερ­γε­τι­κής φώ­τι­σης. Η αρ­χαία ανά­γκη της σω­τη­ρί­ας των ψυ­χών οδή­γη­σε ως το Βιετ­νάμ τη φι­λάν­θρω­πη αυ­τή υπό­στα­ση. Ήρ­θε εδώ για ν’ απαλ­λά­ξει ορι­σμέ­νους πι­στούς από το όνει­δος της απώ­λειας του εί­ναι τους. Η προ­σευ­χή της Quan Am απο­τε­λεί για αρ­κε­τούς οπα­δούς της προ­σευ­χή μιας ακή­ρα­της οι­κου­με­νι­κής οντό­τη­τας. Η εν θερ­μώ δια­με­σο­λά­βη­σή της προς τον Ου­ρα­νό της Ανο­χής δια­τη­ρεί πράγ­μα­τι ως σή­με­ρα έντο­νη τη μυ­στι­κι­στι­κή υφή της. Η συ­νει­δη­τή προ­σπά­θεια να ελεγ­χθεί και να τι­θα­σευ­τεί στη συ­νέ­χεια η προς τα έξω εμπέ­δω­ση του θεϊ­κού στοι­χεί­ου, ό,τι εν ολί­γοις το απα­ντα­χού ιε­ρα­τείο δι­καιω­μα­τι­κά κα­τά τη γνώ­μη του προ­ω­θεί, βρί­σκει εδώ την απρό­σμε­νη διέ­ξο­δο της χα­λά­ρω­σης: οι βρά­χοι του Huong αντι­στέ­κο­νται ευ­θαρ­σώς στη συ­νή­θη αυ­στη­ρό­τη­τα των επί­ση­μων δογ­μά­των, δεν απο­μα­κρύ­νουν, δεν κα­τα­ριού­νται τον αλ­λό­θρη­σκο. Πα­ρέ­χο­ντας το προ­νό­μιο της συμ­με­το­χής στα μυ­στή­ρια της Αρω­μα­τι­κής Πα­γό­δας, οι βρά­χοι λει­τουρ­γούν ως αυ­τό­κλη­τοι, πλην όμως ανα­γκαί­οι, υπε­ρα­σπι­στές της Quan Am. Το έλε­ος κα­θο­λι­κό. Δεί­χνο­ντας σε­βα­σμό στο όνει­ρο της υπαρ­ξια­κής κά­θαρ­σης, οι Βιετ­να­μέ­ζοι καλ­λιέρ­γη­σαν στα­δια­κά, με τους δι­κούς τους τρό­πους, την προ­ο­πτι­κή της ταύ­τι­σής μας με τους κα­θαρ­μούς της Αρω­μα­τι­κής Πα­γό­δας. Εξ ου κι αυ­τό το αί­σθη­μα της γα­λή­νης που απο­τυ­πώ­νε­ται πρω­τί­στως στα σπλά­χνα της ώρας.

*

Οι πα­ρα­φαρ­μα­κευ­τι­κές προ­τά­σεις, ανα­με­νό­με­νες, πρό­θυ­μες για άμε­ση κά­θαρ­ση, προ­σφέ­ρο­νται σε διά­φο­ρα ση­μεία του προ­σκυ­νή­μα­τος. Βό­τα­να, ρί­ζες, ελα­φρώς ψα­λι­δι­σμέ­νες, κυ­λιν­δρι­κά μυ­στι­κο­πα­θή αφε­ψή­μα­τα, απο­ξη­ρα­μέ­να φρου­τά­κια, τε­μά­χια φύλ­λων όχι ιδιαί­τε­ρα γνω­στών φυ­τών, απο­σπά­σμα­τα μί­σχων και βε­βαί­ως πε­ρισ­σό­τε­ρο οι­κεία, πα­ρα­δο­σια­κά ια­μα­τι­κά πα­ρα­σκευά­σμα­τα. Οι πω­λη­τές δεν πα­ρα­λεί­πουν να το­νί­ζουν κά­θε τό­σο ότι εγ­γυώ­νται προ­σω­πι­κώς τα ευ­ερ­γε­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα. Και δεν εί­ναι λί­γα, ισχυ­ρί­ζο­νται. Από τις επι­φά­νειες όλων αυ­τών των προ­ϊ­ό­ντων, που απλώ­νο­νται αφει­δώς σε σε­ντό­νια και χα­λά­κια ή γε­μί­ζουν πλα­στι­κές πια­τέ­λες και ημι­δια­φα­νή, γυά­λι­να βα­ζά­κια, αμ­φι­βό­λου κα­θα­ριό­τη­τος, προ­κύ­πτουν αβί­α­στα πολ­λές, ασυ­νή­θι­στες για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους επι­σκέ­πτες χρω­μα­τι­κές συν­θέ­σεις. Θα εν­θου­σί­α­ζαν θαρ­ρώ έναν Πολ Γκο­γκέν ή έναν Πιτ Μο­ντριάν. Οι απο­χρώ­σεις των ελι­ξι­ρί­ων της σκο­τει­νής αλ­λά σύμ­μα­χης στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση φύ­σης μή­πως δεν απο­τε­λούν όμως κά­ποια στιγ­μή επει­σό­δια και της δι­κής μας υπό­στα­σης, της δι­κής μας αι­σθη­τι­κής πε­ρι­πέ­τειας, παύ­ο­ντας το κρί­σι­μο δευ­τε­ρό­λε­πτο να εί­ναι απλώς χρώ­μα­τα; Σε σχε­τι­κά χα­μη­λές τι­μές, οι αθρό­ες συ­ντα­γές ευ­ζω­ί­ας ανα­κα­λούν αντί­στοι­χες εκ­φάν­σεις της μα­ταιο­δο­ξί­ας μας, της ανί­α­της απλη­στί­ας μας για πά­ση θυ­σία πα­ρα­τά­σεις του χρό­νου ζω­ής, σε διά­φο­ρα μή­κη και πλά­τη της γης. Ο Κομ­φού­κιος, ακού­ρα­στος, ως γνω­στόν, υπο­στη­ρι­κτής της άπο­ψης ότι όλοι οι άν­θρω­ποι συ­να­παρ­τί­ζουν έναν κα­θο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα, έναν πά­γιο ανά τους αιώ­νες Άν­θρω­πο, μου γνέ­φει, προ­τού υπο­κλι­θεί ανά­λα­φρα ανά­με­σα στους ζω­η­ρούς, εύ­θυ­μους κρί­νους, που μας πε­ρι­μέ­νουν στην επι­στρο­φή. Δεν τους εί­χα δώ­σει την πρέ­που­σα προ­σο­χή φτά­νο­ντας εδώ. Τώ­ρα τους με­λε­τώ. Τους θέ­λω δι­κούς μου.

*

Μέ­σα στο πλαί­σιο των γνω­στών ρυθ­μί­σε­ων, ανε­λα­στι­κών ή μη, του συ­γκε­κρι­μέ­νου πο­λι­τεια­κού κα­τε­στη­μέ­νου, η Quan Am φα­ντά­ζει βέ­βαια με την πρώ­τη μα­τιά σαν το ευ­κρι­νές απο­λί­θω­μα ενός πο­λύ μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος. Πι­θα­νό­τα­τα πα­ρά­δο­ξου. Μια ει­κα­σία, ένα από­σπα­σμα απο­λε­σθέ­ντος μου­σεί­ου: μια προ­σφι­λής, άκα­κη θε­ό­τη­τα τα­ρι­χευ­μέ­νη. Ασφα­λώς τε­τε­λε­σμέ­νη. Ένα επί­μο­νο ίχνος απελ­πι­σμέ­νων ευ­χών, συλ­λο­γι­κών και ατο­μι­κών. Το πριν της Quan Am εί­ναι προ­φα­νώς ο θρί­αμ­βός της. Το τώ­ρα της, ένας ακό­μη τύμ­βος των αυ­τα­πα­τών μας. Τα τά­μα­τα όμως πολ­λών επι­σκε­πτών επι­μέ­νουν να τη συν­δέ­ουν άρ­ρη­κτα με το όνει­ρο του πα­ρό­ντος. Οι δια­νοη­τι­κές επα­φές, το πλη­σί­α­σμα, το άγ­γιγ­μα του όσιου με­γά­λι­θου την απο­κα­θι­στούν με τά­ξη. Η φρό­νη­ση, η αγα­θή πρό­νοια των αφιε­ρω­μά­των απο­τε­λεί κα­τε­ξο­χήν πει­στή­ριο πα­ρα­μο­νής στο πνεύ­μα του τό­που. Δεν εν­νοώ ότι η εμ­μο­νή στο πρό­σω­πο της Quan Am υπο­νο­μεύ­ει το έδα­φος της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Απλώς, το ενι­σχύ­ει δυ­να­μι­κά.

Τι πε­ρισ­σεύ­ει από το πε­ρί­γραμ­μα, από το σώ­μα των όγκων; Εν­νοώ κά­τι που δεν εί­ναι Πα­γό­δα; Συ­στα­τι­κό ή πα­ράρ­τη­μα της τρισ­διά­στα­της αλή­θειας της; Όσα τυ­χόν αί­ρο­νται, όσα δεν δέ­νουν κα­ταρ­χήν με τη συ­νο­λι­κή της πρό­τα­ση, εκτι­μώ ότι ανή­κουν σ’ έναν πρό­λο­γο, σε ένα σχε­δί­α­σμα χώ­ρου, ο οποί­ος μας προ­ε­τοι­μά­ζει για όσα θα δού­με μό­λις αξιω­θού­με τις συν­θή­κες αυ­τής της γε­ω­δαι­σί­ας. Δια­πι­στώ­νω στο με­τα­ξύ ότι η αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία μό­λις που δια­κρί­νε­ται στο πε­ρι­θώ­ριο του ευ­ρύ­τε­ρου οπτι­κού πε­δί­ου. Πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­τό­κλη­τος μάρ­τυ­ρας, πα­ρά ου­σιώ­δης ή βέ­βαιος πα­ρά­γων του γί­γνε­σθαι, ο τυ­πι­κός επι­σκέ­πτης δο­κι­μά­ζει προς το τέ­λος της πε­ρι­ή­γη­σης ν’ αντλή­σει συ­μπε­ρά­σμα­τα το­πί­ου. Όσο κι αν αφή­νε­ται εντε­λώς ανυ­πε­ρά­σπι­στος στην πλημ­μυ­ρί­δα των μέ­τρων, των απο­στρο­φών και των αμέ­τρη­των παι­χνι­δι­σμά­των της θέ­ας, ο ευαι­σθη­το­ποι­η­μέ­νος δέ­κτης θ’ απο­κο­μί­σει, θα ιδιο­ποι­η­θεί Μορ­φές. Η έξαρ­ση, η ανύ­ψω­ση από τη φθο­ρά, ίσως να εί­ναι το νέο του βλέμ­μα. Τυ­χε­ρός όποιος το δια­τη­ρή­σει στο μέλ­λον της ανί­ας που κα­τά πά­σαν πι­θα­νό­τη­τα τον πε­ρι­μέ­νει στην πύ­λη της επα­νό­δου στα ίδια.

*

Δεν αφή­νει κα­νέ­να πε­ρι­θώ­ριο υπα­γω­γής του σε άλ­λες κλί­μα­κες: κυ­ρί­αρ­χο, αλ­λά όχι εξου­θε­νω­τι­κό, το γκρί­ζο χρώ­μα εί­ναι η αμε­τά­βλη­τη πα­ρά­με­τρος της ημέ­ρας. Ένας κα­τα­λη­πτός ου­ρα­νός, κα­θό­λου βα­ρύς, που δεν τι­μω­ρεί, που δεν μας κα­θη­λώ­νει στη γω­νία με­λαγ­χο­λι­κών εντυ­πώ­σε­ων. Συ­ντρο­φι­κό χρώ­μα, συ­νάλ­λη­λο των βιω­μά­των. Ίσως τώ­ρα να εί­ναι το αρ­μο­διό­τε­ρο συ­νώ­νυ­μο της θαλ­πω­ρής. Της νη­φά­λιας συν­δια­χεί­ρι­σης των φαι­νο­μέ­νων. Το γκρί­ζο των χα­μη­λών τό­νων, ο κα­λός αγω­γός των συμ­φρα­ζο­μέ­νων. Αλ­λά κι η θερ­μο­κρα­σία σύ­ντρο­φος. Χω­ρίς ανα­τρο­πές, ανα­κου­φι­στι­κά στα­θε­ρή. Η δρο­σιά έρ­χε­ται σαν υπό­μνη­ση φι­λο­ξε­νί­ας. Όσο ανε­βαί­νω, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθά­νο­μαι. Η Πα­γό­δα, το όριο των δυ­να­το­τή­των μου για ανά­βα­ση και κα­τά­βα­ση: και οι δύο εμπει­ρί­ες, δεν θα το ξε­χά­σω, ολο­κλη­ρώ­νο­νται σε συν­θή­κες φι­λό­τη­τας. Δεν υπάρ­χει τώ­ρα κά­ποιο στοί­χη­μα για να με ερε­θί­σει να το κερ­δί­σω ή να το χά­σω εντί­μως. Δεν υφί­στα­ται αγώ­νας πο­ρεί­ας, ού­τε εκ­πλή­ρω­ση σχε­δί­ων μιας υπερ­χει­λι­σμέ­νης νε­ό­τη­τας. Κα­νέ­να άθλη­μα μα­ταιο­δο­ξί­ας. Μό­νο αγω­γή υλι­κών και νο­ου­μέ­νων.

Μπαί­νο­ντας στην Αρω­μα­τι­κή Πα­γό­δα, νιώ­θω ότι με­τα­βαί­νω σ’ έναν εκτός τό­που και χρό­νου κόμ­βο αλ­λη­λου­χιών. Οι σει­ρές των συ­νειρ­μών, στους οποί­ους με πα­ρα­πέ­μπουν, εί­ναι επό­με­νο να με διε­γεί­ρουν. Θέλγ­μα. Η προ­σή­νεια των λί­θων, οι σύν­δε­σμοι των κύ­ριων και των επι­κου­ρι­κών δο­ξα­σιών με όσα πι­στεύ­ου­με ότι μας συ­νι­στούν ως φο­ρείς ήθους, η δια­πλά­τυν­ση των εσω­τε­ρι­κών μας ορι­ζό­ντων: μό­λις πα­τή­σει το πό­δι μου εδώ, το πνεύ­μα της σπη­λιάς με πε­ρι­βάλ­λει σαν δρώ­με­νο, σαν άσμα. Ο αρ­χαί­ος οι­κεί­ος. Σαν να με πε­ρί­με­νε από και­ρό. Τα πε­ρί­πλο­κα αι­νίγ­μα­τα της ζω­ής υπο­χω­ρούν, έστω για λί­γη ώρα, στο βά­θος της σκη­νής. Ελεύ­θε­ρη πρό­σβα­ση στην κα­θα­ρό­τη­τα της σκέ­ψης. Το απτό και το κα­θη­με­ρι­νό στοι­χείο της ζω­ής αλ­λοιώ­νε­ται αυ­το­μά­τως από την αθρόα, απε­ρί­σπα­στη με­τάγ­γι­ση του δια­φο­ρε­τι­κού. Πρό­κει­ται ασφα­λώς για μια θε­τι­κή αλ­λοί­ω­ση. Μια αί­σια προ­α­γω­γή. Οι όροι της αντί­λη­ψης σα­φώς διευ­ρύ­νο­νται. Η πα­ρου­σία της θε­ό­τη­τας μπο­ρεί να πι­στο­ποι­η­θεί στην προ­θή­κη της Αρω­μα­τι­κής Πα­γό­δας: εί­ναι το αλη­θι­νό πρό­σω­πο της κα­θ’ όλα δη­μιουρ­γι­κής φα­ντα­σί­ας.

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ ΠΑ­ΡΑ­ΘΕ­ΜΑ­ΤΟΣ

Πλά­των, Τί­μαιος, ει­σα­γω­γή-με­τά­φρα­ση-σχό­λια: Βα­σί­λης Κάλ­φας, εκδ. Πό­λις 1995

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

(Αθήνα 1955). Πρέσβης επί τιμή. Μεταξύ άλλων, χρημάτισε μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO. Έχει τιμηθεί με τρία Κρατικά Βραβεία Μαρτυρίας-Χρονικού, Μαρτυρίας, Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας, 2000, 2009 και 2015. Η ποιητική του συλλογή Λεπτομέρειες κόσμων απέσπασε το Βραβείο Λάμπρος Πορφύρας της Ακαδημίας Αθηνών το 2007. Το 2012 τού απονεμήθηκε ο Ανώτερος Ταξιάρχης του Φοίνικα για τις υπηρεσίες του στον διπλωματικό κλάδο. Το 2014 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Γιώργος Βέης: Τι ποιητής θα ήμουν, αν δεν ονειρευόμουν!

Γιώργος Βέης: Γκαμελάν

Ανόι: από τα έθιμα της ψυχής

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή