H γοητεία του κοινού | Συχνά οι καλλιτέχνες μετατρέπουν τους θεατές σε μέσο και οργανικό στοιχείο του θεάματος

by Times Newsroom 1
  • Της ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τελετουργικό θέατρο και θέατρο της κάθαρσης. Θέατρο της μύησης και θέατρο της γιορτής. Ολοκληρωτικό θέατρο. Επικό θέατρο και θέατρο παρέμβασης. Θέατρο της συμμετοχής και θέατρο της συλλογικής δημιουργίας. Οποιον τύπο παράστασης ή μορφή θεάτρου και αν αναφέρουμε, υπονοούμε αναγκαστικά και έναν ορισμένο τρόπο συγκρότησης των θεατών σε κοινό, μια σχέση του θεατή με το θέαμα, μια φιλοσοφία κοινού.

Το πόσο, εξάλλου, ο θεατής και το κοινό αναβαθμίζονταν κατά καιρούς από τη θεατρική πράξη και τον θεωρητικό λόγο δημιουργών που είχαν προθέσεις πολιτικού θεάτρου, μας το δείχνει η ίδια η ιστορία του θεατρικού γίγνεσθαι μέσα στον 20ό αιώνα. Οταν ο Ερβιν Πισκάτορ, μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις σκηνοθετών που συνδύασαν το θέατρο με την πολιτική δράση στη Γερμανία της δεκαετίας του ’20, λογάριαζε το κοινό ως καθοριστικό κομμάτι της παράστασης και τον θεατή ως τον ενσυνείδητο παραλήπτη ενός πολιτικού μηνύματος από τη μεριά της σκηνής, έλεγε στους ηθοποιούς, πολεμώντας τη νατουραλιστική ιδέα του «τέταρτου τοίχου»: «Δεν είναι αλήθεια ότι το κέντρο της προσοχής σας βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Επειδή παίζετε για ένα κοινό, το κέντρο της προσοχής σας πρέπει να επεκτείνεται προς το κέντρο του κοινού αυτού». Ο κατά Πισκάτορ ηθοποιός, αντιμέτωπος με το κοινό, μπορούσε ανεμπόδιστα και ανεπιφύλακτα να στρέψει τα μάτια του και να συναντήσει το βλέμμα του θεατή.

Βεβαίως, όχι μόνον ο Μπρεχτ ως ο κατεξοχήν θεωρητικός της τέχνης του θεατή, αφού επαναπροσδιόρισε το θέατρο και οικοδόμησε την επική δραματουργία του από τη σκοπιά ενός κοινού προσανατολισμένου κριτικά απέναντι στην πραγματικότητα, αλλά και ο Ρώσος Βζεβολόντ Μέγερχολντ αναβάθμισαν τον βαθμό συνειδητότητας θεατή και κοινού. Ο Μέγερχολντ ζητούσε από τον ηθοποιό υιοθετώντας τη βιο-μηχανική αγωγή να αδράξει το κοινό πάνω σε μια βάση διαφορετική από εκείνη του ψυχολογικού θεάτρου.

Ο λόγος για το θεατρικό κοινό είναι σήμερα πολλαπλά επίκαιρος. Πρώτον, επειδή η λογική των θεμάτων για ένα μεγάλο, μαζικό κοινό και των θεαμάτων για περιορισμένο αριθμό θεατών διακατέχει τα περισσότερα φεστιβάλ στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τις προσφορές τους, απαντώντας συνδυαστικά στις απαιτήσεις μιας ισχυρής, διεθνοποιημένης αγοράς, αλλά και στις θεατρικές ανάγκες μικρότερων ομάδων κοινού ή σε ειδικότερα καλλιτεχνικά αιτήματα. Δεύτερον, επειδή προβάλλει εντονότατα το ζήτημα του «νεανικού κοινού» ως ενός κοινού ιδιάζοντος, με «ποπ» όσο και ιδιοσυγκρασιακές ταυτότητες, με προέχουσα επίσης την «κρίση των γενεών», έτσι καθώς επηρεάζεται από κουλτούρες με παγκόσμια εμβέλεια, αλλά και εκδηλώνει τάσεις που δίνουν έμφαση στην άκρως προσωπική στιγμή. Τρίτον, επειδή γύρω από το θεατρικό κοινό αναπτύσσεται ένας προβληματισμός που ανταποκρίνεται σε εκείνον του θεάτρου μεταξύ των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της περφόρμανς, αλλά και του θεάτρου ως πεδίου μιας διαλεκτικής των πολιτισμών.

Από την πλευρά τους, οι άνθρωποι του θεάτρου στρέφονται προς το κοινό και τον θεατή προκειμένου να αντλήσουν υλικό για τις θεατρικές εργασίες τους. Συχνά οι καλλιτέχνες μετατρέπουν τους θεατές σε μέσο και οργανικό στοιχείο του θεάματος. Τους ενσωματώνουν σε θεατρικά εγχειρήματα ζητώντας από αυτούς να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στην ίδια τη σκηνική αναζήτηση. Οταν, λόγου χάριν, το θέαμα απαρτίζεται από «σκηνοθεσίες» του κοινού ή από μια «δραματουργία» στηριγμένη στη συνάρτηση θεατή και χώρου, όταν η παράσταση διαφοροποιείται ανάλογα με τους θεατές ή τους κατοίκους της μιας ή της άλλης πόλης, όταν το θέαμα στοιχειοθετείται πρωτίστως με βάση κάποιους ερασιτέχνες ή μιαν ορισμένη κοινωνική ομάδα και για χάρη της, τότε έχουμε ένα κοινό με λειτουργία καλλιτεχνική. Οχι γιατί βλέπει, παρακολουθεί, απολαμβάνει ένα θεατρικό έργο τέχνης, αλλά γιατί μετέχει στη σύνθεσή του, παίρνει μέρος στην καλλιτεχνική διαδικασία και στην παραγωγή του θεατρικού αποτελέσματος.

Οι τρόποι ενεργούς συμμετοχής του κοινού τόσο στη διαδικασία παραγωγής της παράστασης όσο και στο ίδιο το παραστασιακό γεγονός φαίνεται να απασχολούν και ανθρώπους του θεάτρου που επιδιώκουν να πολιτικοποιήσουν εκ νέου το θέατρο. Για ποιο κοινό προορίζεται η παράσταση, ή μάλλον ποια κοινωνική ταυτότητα έχουν οι θεατές που θα πάρουν μέρος στη θεατρική εμπειρία, είναι το σημείο εκκίνησης για θεατρικές πρωτοβουλίες ομάδων και καλλιτεχνών οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε χώρους του αστικού περιβάλλοντος με κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Με σοβαρά προβλήματα διαβίωσης, φτώχειας, παιδείας, εγκληματικότητας.

Οταν στη Βραζιλία, λόγου χάριν, το θέατρο επιλέγει ως χώρο έκφρασης και δράσης τις σκληρές συνοικίες του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο, όταν επιχειρεί να βρει μια θέση στα παραπήγματα και στις «φαβέλιας», έχει την πολιτική πρόθεση να εντάξει στη θεατρική πράξη τους κατοίκους της περιοχής με την ανελέητη καθημερινότητα και να τους ενεργοποιήσει σε κάτι που δεν συμπεριλαμβάνεται στις συνηθισμένες πολιτιστικές πρακτικές τους. Το είδος αυτό του πολιτικού θεάτρου προτάσσει την προβληματική ενός κοινού προερχόμενου από μια κοινότητα ή από κοινωνικές ομάδες που ζουν με όρους δυσβάσταχτους, ενώ παράλληλα βασίζεται πάνω στη συνθήκη του συγκεκριμένου τόπου αλλά και κοινωνικού τοπίου.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ,  09/11/2003

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Ελένη Βαροπούλου είναι θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου και τέχνης, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος. Από το 1974 εργάστηκε ως κριτικός θεάτρου και δημοσιογράφος σε διάφορες ελληνικές εφημερίδες (κυρίως «Το Βήμα») και σε ευρωπαϊκά περιοδικά. Αρθρογράφησε βασικά για ευρωπαϊκά πολιτιστικά θέματα και τις σύγχρονες τάσεις στο διεθνές θέατρο. Μετέφρασε κείμενα των Χάινερ Μύλλερ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Χέρμαν Μπροχ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Γκαίτε. Δίδαξε θεατρολογία στα Πανεπιστήμια Αθήνας και Πάτρας και θεατρολογία στο Institut fur Theater-, Film- und Medienwissenschaft του J. W. Goethe Universitat (Φρανκφούρτη, Γερμανία). Πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (1986-1992). Δημιούργησε και διηύθυνε το Φεστιβάλ Άργους (1992-1997). Ως κριτικός τέχνης οργάνωσε εκθέσεις όπως «16 Βιβλία – 16 Απόψεις» 1980, «Πορτρέτο του καλλιτέχνη και κοινωνικός περίγυρος» 1981, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας, την Ελληνική Συμμετοχή στην «Quatennial of Architecture and Theatre Design», Πράγα 1991, κ.ά.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή