H οικονομία της φροντίδας και η διάκριση των οικονομικών μοντέλων ανάπτυξης

by ΜΑΡΙΑ ΑΝΘΗ
  • Συνέντευξη στη Μαρία Άνθη

H οικονομία της φροντίδας έχει να κάνει με την ενίσχυση στα συστήματα υγείας- πρόνοιας, την προστασία του περιβάλλοντος , της αειφορίας, και όλα αυτά σε σχέση με τη βιόσφαιρα και του κλίμα, αξίες που προφανώς είναι στον αντίποδα της οικονομίας της αρπακτής και του υπερκαταλωτισμού, καθώς και της οικονομίας υπερεκμετάλευσης των φυσικών πόρων.

Πάνω σ΄αυτό τον καμβά πολιτικών θεμάτων ο Βασίλης Τακτικός μας αναπτύσσει μια άλλη θέαση πολιτικοοικονομικών προτεραιοτήτων. Επίσης υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλές φωνές που λένε σήμερα την αλήθεια, φωνές που όμως πνίγονται στους ωκεανούς της προπαγάνδας των επίσημων εξουσιαστικών δογμάτων Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αιρετικές αυτές φωνές έρχονται από την «Μέκα» του καπιταλισμού, την Αμερική και από μια νέα γενιά φεμινίστριες οικονομολόγους, οι οποίες παρουσιάζουν τη γενική ιδέα ότι τα συλλογικά αγαθά αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στη νέα οικονομία.

  • Κε Τακτικέ, πράγματι έχει πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζουμε τι λένε αυτοί που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του συστήματος και ιδιαίτερα οι φεμινίστριες οικονομολόγοι.

Για παράδειγμα η κ. Ματσουκάτο μας λέει, τώρα που ένας δολοφονικός ιός έχει εκθέσει δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες φαίνονται και οι σημαντικές αδυναμίες του συστήματος. Επομένως τώρα που οι κυβερνήσεις βρίσκονται επί ποδός πολέμου, έχουμε την ευκαιρία να διορθώσουμε το σύστημα. Στις ΗΠΑ -που δεν είχαν ποτέ ένα σωστά χρηματοδοτούμενο σύστημα δημόσιας υγείας- η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθούσε επίμονα να μειώσει τη χρηματοδότηση και την παραγωγική ικανότητα για τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, ενός εκ των κρίσιμων οργανισμών. Αυτή η εμμονή έριξε και τον Τράμπ από την εξουσία.

Κατά την κ. Ματσουκάτο, ο αντικρατισμός, που βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομικής φιλοσοφίας της Δύσης τις τελευταίες δεκαετίες, έχει περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα των δημόσιων φορέων να πειραματίζονται και να αποτυγχάνουν – «όπως κάνει κάθε εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων».

Η σχέση μεταξύ εταιρειών και κράτους στην Ιταλία, εξηγεί, βασισμένη συχνά στην πολιτική των επιδοτήσεων, είναι «τρομερά παρασιτική». Στη Γερμανία, αντιθέτως, υπάρχει συνεργασία των ενδιαφερόμενων μερών (stakeholders), που οδηγεί σε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. «Η δική μου άποψη δεν είναι υπέρ του κράτους και κατά του ιδιωτικού τομέα Η σχέση αυτή πρέπει να είναι στον μέγιστο δυνατό βαθμό συμβιωτική και όχι παρασιτική».

  • Άρα μας λέτε εμμέσως ότι το κράτος σε κάθε περίπτωση είναι παρεμβατικό και αυτό που θέλουν οι νεοφιλελεύθεροι είναι να είναι μόνον υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων και όχι για τα δημόσια αγαθά. Δεν θέλουν να είναι παρεμβατικό για την οικονομία της κοινωνικής μέριμνας.

Ακριβώς αυτή είναι η αλήθεια. Όπως εξηγεί η Mazzucato, ο ιδιωτικός τομέας σε γενικές γραμμές επενδύει στην ανάπτυξη προϊόντων με χρονικό ορίζοντα τριών με πέντε χρόνων, ώστε να μπορεί να κάνει απόσβεση της επένδυσης. Από την άλλη όμως οι τεχνολογικές απαιτήσεις της παραγωγής στη σύγχρονη εποχή μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με έρευνα που πολλές φορές ξεπερνάει τον ορίζοντα δεκαετίας. Επιπλέον, απαιτείται ένα περιβάλλον καινοτομίας στο οποίο να μπορούν να κυνηγηθούν «τρελές» ιδέες με αβέβαιο εμπορικό αποτέλεσμα, χωρίς τον φόβο της αποτυχίας. Προϋποθέσεις που μόνο το κράτος μπορεί να καλύψει, καθώς διαθέτει χρήματα των φορολογουμένων και δεν περιορίζεται από την ανάγκη παραγωγής κέρδους. Το κράτος γίνεται επιχειρηματικό καθώς εμπλέκεται άμεσα στην παραγωγική διαδικασία, συμμετέχοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη εμπορευμάτων για λογαριασμό των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

  • Επισημαίνει σε άλλο σημείο ότι, στις μέρες μας, πράγματι όπως προκύπτει, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 75% των πιο καινοτόμων φαρμάκων οφείλουν την χρηματοδότησή τους όχι στις μεγάλες φαρμακευτικές ή σε κάποιο venture capital, αλλά στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας, το οποίο την τελευταία δεκαετία έχει επενδύσει περισσότερα από 600 δισεκατ. δολάρια στις ανακαλύψεις βιοτεχνολογίας και φαρμακευτικής.

Κατά την Μ.Ματσουκάτο, σήμερα βλέπουμε το ίδιο να ισχύει στην «καθαρή» τεχνολογία. Σε χώρες όπως ο ΗΠΑ, η Κίνα, η Σιγκαπούρη, η Γερμανία, η Φινλανδία και η Δανία, το κράτος χρηματοδοτεί τους απαιτητικούς τομείς που χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση κεφαλαίου, τεχνολογική και εμπορική αβεβαιότητα. 

Όσον αφορά τις προτάσεις της οικονομολόγου:

Πρώτον, οι επενδύσεις για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας πρέπει να ακολουθήσουν την κατεύθυνση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης που έχει θέσει ο ΟΗΕ,  όπως η ενδυνάμωση των συστημάτων υγείας και ο περιορισμός του ψηφιακού χάσματος.Δεύτερον, η διεθνής κοινότητα πρέπει να αποφύγει τα λάθη που έγιναν στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης του 2009, όταν καταβλήθηκαν τεράστια ποσά για τη διάσωση επιχειρήσεων που κρατούν τα κέρδη για τον εαυτό τους. «Στους άσχημους καιρούς το ρίσκο κοινωνικοποιήθηκε, στους καλούς καιρούς ιδιωτικωτικοποιήθηκε» υπενθυμίζει η Ματσουκάτο.

Ένας τρόπος να αποφύγουμε το ίδιο λάθος είναι να συνδέσουμε την κρατική οικονομική βοήθεια με αυστηρούς όρους που εξυπηρετούν το δημόσιο όφελος. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η διάσωση των αυτοκινητοβιομηχανιών συνδέθηκε με απαιτήσεις για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η Δανία αρνήθηκε την κρατική βοήθεια σε εταιρείες που χρησιμοποιούν φορολογικούς παραδείσους. «Οι προϋποθέσεις είναι ένας τρόπος να απομακρυνθούμε από τη νοοτροπία των επιδοτήσεων και να στραφούμε στη νοοτροπία της επίλυσης προβλημάτων».

Οικονομία της φροντίδας, κρίση αναπαραγωγής και κλιματική κρίση, μιλάει η οικονομολόγος Μαρία Καραμεσίνη

Η σημερινή κρίση του κορονοϊού έχει ενισχύσει την πειστικότητα της φεμινιστικής ατζέντας που καλεί για μαζικές δημόσιες επενδύσεις στους τομείς της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής φροντίδας. οι κοινωνικές ανάγκες φροντίδας δεν μπορούν να καλυφθούν επαρκώς ούτε από το κράτος ούτε από την αγορά,

Η πανδημία του κορονοϊού έφερε το ζήτημα της φροντίδας στην κορυφή των προτεραιοτήτων της κοινωνίας, αποκαλύπτοντας το κεντρικό ρόλο που παίζουν τα δημόσια συστήματα υγείας στην εγγύηση του δικαιώματος των πολιτών στην περίθαλψη. Οι δημόσιες υπηρεσίες για τη φροντίδα των παιδιών, την παιδική εκπαίδευση, την αναπηρία και τη μακροχρόνια περίθαλψη, καθώς και η φροντίδα των ηλικιωμένων, αποτελούν άλλες περιοχές που περιλαμβάνει η οικονομία φροντίδας. Παράλληλα επισημαίνεται:

Πρώτο, η επιτυχής αμφισβήτηση του ΑΕΠ ως δείκτη επίδοσης των οικονομιών και μέτρο της κοινωνικής ευημερίας και στην ανάπτυξη εναλλακτικών δεικτών.

Δεύτερο, η ανάδειξη της κρίσης της φροντίδας ή της κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής ως μιας από τις πολλαπλές σοβαρές κρίσεις του νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλισμού.

  • Κε Τακτικέ, εχουμε λοιπόν καθώς φαίνεται μια συστηματική αμφισβήτηση από τις φεμινίστριες οικονομολόγους σ΄αυτό που λέγεται νεοκλασική οικονομική θεωρία.

Πράγματι η τελευταία δεκαπενταετία υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη για την ανάπτυξη της φεμινιστικής οικονομικής θεωρίας, ενώ η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-8 έδωσε το έναυσμα για να διαμορφωθούν, για πρώτη φορά, στον αγγλοσαξονικό κόσμο από φεμινίστριες οικονομολόγους οι βασικοί άξονες μιας φεμινιστικής πρότασης για ένα εναλλακτικό προς τον νεοφιλελεύθερο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό μοντέλο ανάπτυξης, με βασικό στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων γενικά και των έμφυλων ειδικότερα.

Η πρόταση μετεξελίχθηκε στη συνέχεια από μια μεγάλη ομάδα ευρωπαίων φεμινιστριών οικονομολόγων σε μια πιο ολιστική φεμινιστική προσέγγιση της οικονομίας με τον τίτλο «Μωβ Οικονομία» που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών, τη μεγαλύτερη ομπρέλα γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων στην Ε.Ε., λίγο πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού.

Κρίση φροντίδας, οικονομία της φροντίδας και ισότητα των φύλων

  • Ποια είναι τα ιδιαίτερα ζητήματα κριτικής από τα οποία εφορμούν φεμινίστριες οικονομολόγοι στην κριτική τους.

Επικρίνεται το ΑΕΠ, ως βασικός δείκτης επίδοσης των οικονομιών, Το ζήτημα αυτό είχε μπει στο στόχαστρο των φεμινιστριών οικονομολόγων από τη δεκαετία του 1980, αλλά την τελευταία δεκαπενταετία αυτές ευθυγράμμισαν την κριτική τους με εκείνη του οικολογικού κινήματος και άσκησαν μεγάλη πίεση στους διεθνείς οργανισμούς για την υιοθέτηση εναλλακτικών δεικτών.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οδήγησε πολλές φεμινίστριες οικονομολόγους, μεταξύ των οποίων η Diane Elson και η Ipek Ilkkaracan, φιλοσόφους όπως η Nancy Frazer και ακτιβίστριες ακαδημαϊκούς όπως η Sylvia Federici στο να αναδείξουν μία άλλη διάσταση της κρίσης του μοντέλου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, πέραν της οικονομικής:

Επισημαίνουν την κρίση της φροντίδας ή την κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής, που περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που δημιουργούν και διατηρούν τους κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ γενεών – τεκνοποιία, ανατροφή παιδιών, φροντίδα ηλικιωμένων – και μεταξύ φίλων, γειτόνων, οικογενειών ή στο εσωτερικό μιας κοινότητας, δραστηριότητες υλικές και συναισθηματικές απαραίτητες για την κοινωνική συνοχή και συνεργασία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι περισσότερες χώρες δεν αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλα ελλείμματα στη φροντίδα ηλικιωμένων, αναπήρων και άλλων ευπαθών ομάδων που πρέπει να καλυφθούν.

Το (έλλειμμα φροντίδας σε γηράσκουσες κοινωνίες, όπου οι περισσότερες γυναίκες εργάσιμης ηλικίας έχουν αμειβόμενη εργασία) ή μιας μείζονος κρίσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλισμού (κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής) μέσα από μια εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση που αντιμετωπίζει τον τομέα της φροντίδας όχι μόνο ως μια αναπαραγωγική αλλά και ως μια παραγωγική δραστηριότητα, που πρέπει να ενισχυθεί με δημόσιες επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.

«Μια “οικονομία της φροντίδας” στηρίζεται σε μια “κοινωνία που νοιάζεται” και θα εξασφαλίζει ένα καθολικό δικαίωμα στη φροντίδα, ένα δικαίωμα όλων να φροντίζουν και να φροντίζονται σε όλες τις φάσεις του κύκλου ζωής.

Η «οικονομία της φροντίδας» ορίζεται ως μία οικονομία όπου:

(α) η πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας φροντίδα σε όλες τις ηλικίες αποτελεί καθολικό κοινωνικό δικαίωμα και όχι μια ιδιωτική ή οικογενειακή υπόθεση

(β) η αξία της παρεχόμενης φροντίδας και της εργασίας φροντίδας αναγνωρίζεται από την κοινωνία.

(γ) οι εργαζόμενοι στον τομέα της φροντίδας απολαμβάνουν αξιοπρεπείς και δίκαιους όρους και συνθήκες εργασίας και ίσης μεταχείρισης, και

(δ) η απλήρωτη οικιακή εργασία φροντίδας ισοκατανέµεται μεταξύ ανδρών και γυναικών.

The following two tabs change content below.

ΜΑΡΙΑ ΑΝΘΗ

Η Μαρία Σ. Άνθη γεννήθηκε στη Βόννη της Γερμανίας. Διδάχθηκε τα Ελληνικά και τα Γερμανικά στα σχολεία του Hagen και του Gevelsberg, στο κρατίδιο της Δυτικής Ρηνανίας. Είναι δημοσιογράφος και Μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Ελλάδος (Ε.Σ.Η.Ε.Α). Είναι απόφοιτη του Εργαστηρίου Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας και της Σχολής ΝΕΛΕ. Επιπλέον - Φοίτηση στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οργανισμών. Διδάσκει εμπορική επικοινωνία και Δημοσιογραφία. Βιβλία: Η κόρη της Κίρκης (2019), Ως δια μαγείας... και κατά γράμμα (2019), Απωστικές δυνάμεις ιπτάμενων δίσκων (2018), Λουίζα και Αντώνιος (2016), Ο αιθέρας Θεός (2015), Η ζωή ξανά (2014), Η επανάληψη... το άνοιγμα των πυλών (2013).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή