Η ανθισμένη κοιλάδα των δακρύων

Μπορεί να κρύβει ζιζάνια, όπως γράφει στο βιβλίο του ο Τόμας Λουτζ. Σε όλους τους πολιτισμούς και τους τόπους το πένθος φέρνει δάκρυα, εκτός από το Μπαλί όπου ποτέ δεν κλαίνε στις κηδείες

by Times Newsroom 1

Έντουαρντ Άλμπι: “Τρεις ψηλές γυναίκες”. Μια γρια κείτεται συο κρεβάτι κλαίγοντας. Οι σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα λένε: “Αρχίζουν με αυτολύπηση, ύστερα τα δάκρυα τρέχουν από μόνα τους άσκοπα και τελειώνουν μέσα σε οργή και μίσος”. Μια νοσοκόμα μπαίνει και αναφωνεί καθησυχαστικά: Τώρα νιώθουμε καλύτερα; Ένα ωραίο κλάμα τα γιατρεύει όλα”.

Ιστορία δακρύων

Μια τέτοια σκηνή δοσμένη ρεαλιστικά , θα μπορούσε να είναι σπαρακτική. Είναι όμως στην πραγματικότητα; Το βιβλίο του Τόμας Λουτζ “Το κλάμα: η φυσική και πολιτισμική ιστορία των δακρύων” (Tom Lutz, Crying: A Natural and Cultural History of Tears, W. W. Norton & Company, 352 σελίδες) λέει άλλα. Κυρίως λέει ότι τα απλά δάκρυα δν είναι ποτέ απλή υπόθεση. Η παρηγοριά της νοσοκόμας π.χ. Η αντίληψη ότι τα δάκρυα φέρνουν ανακούφιση είναι βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό μας. Όλοι λίγο πολύ έχουν ψιθυρίσει λόγια καθησυχαστικά σ’ ένα παιδί που κλαίει ή σ’ έναν φίλο που πονάει. Ουσιαστικά αυτό που κάνουν ήταν να ξαναζωντανεύουν έναν μύθο που ξεκίνησε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, με τον Ιπποκράτη, τον πατέρα της Ιατρικής. Τον θάνατο του μύθου έχει αναγγείλει η σύγχρονη επιστήμη. Οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που κλαίνε.. Προς τι λοιπόν τα δάκρυα; Παντού κλαίνε στο πένθος, εκτός από το Μπαλί.

Ο λόγος τους είναι προφανής στην περίπτωση ενός μικρού που κλαίει, ενός άνδρα που έχασε τη γυναίκα του, ή μιας ηλικιωμένης μόνης στον οίκο ευγηρίας. Να βγουν, να εκφρασθούν κι όλοι να ελαφρώσουν, τα βαριά αισθήματα του πόνου, της απώλειας, της μοναξιάς. Οι έφηβοι όμως, οι έφηβες κυρίως που συρρέουν στις συγκινητικές χολιγουντιανές ταινίες κι ύστερα, αφηγούνται το πόσο κλάψανε, ή οι ποδοσφαιριστές που δακρύζουν μετά το γκολ, ή οι πολιτικοί όταν αποδέχονται την ήττα τους; Τα δάκρυα έρχονται με πολλές μορφές κι όσο βαθύτερα τα εξετάζει κανείς, τόσο πιο πολυσύνθετα γινονται.

Τα ανακουφιστικά δάκρυα π.χ. ο Ιπποκράτης τα θεωρούσε σαν ένα τρόπο για να αποβάλλεται το υπερβάλλον φλέγμα από το μυαλό που αλλιώς θα προκαλούσε επιληψία. Γι’ αυτό και συμβούλευε το κλάμα σαν θεραπεία των εγκεφαλικών νοσημάτων εν γένει. Ο Αριστοτέλης ύστερα επήρε αυτή την ιδέα των ιαματικών δακρύων και την εφάρμοσε στο θέατρο, δημιουργώντας την αρχή της κάθαρσης.

Είναι ειρωνεία, όπως γράφει ο Τζερόμ Μπερν στην Financial Times”, ότι ο άνθρωπος εκείνος με τον οποίο έχει συνδεθεί κυρίως η καθαρτική λειτουργία των δακρύων, ο Φρόιντ, είχε πάψει να κλαίει από το 1925. Σταμάτησε όταν σχημάτισε την θεωρία ότι οι ανέκφραστες επιθυμίες είναι εκείνες που δημιουργούν τα δάκρυα. Μέχρι να το συνειδητοποιήσει κανείς, μπορεί να κλαίει όσο θέλει, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Ο ίδιος έπαψε να κλαίει αφότου το συνειδητοποίησε κι έτσι πια δεν είχε κανέναν λόγο.

Οι ιδέες αυτές αγαπήθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, με το μπουμ του καθαρμού, όταν κυριαρχούσε η θεωρία ότι όσο πιο γρήγορα και δυνατά έκλαιγε κανείς, τόσο πιο ανακουφισμένος αισθανόταν. Και κατ’ επέκτασιν μεγάλωνε η ψυχή του. Υπάρχουν τριών λογιών δάκρυα: τα βασικά, εκείνα που με τη συνεχή ροή τους υγραίνουν τον βολβό του ματιού, τα αντανακλαστικά που τρέχουν από αντίδραση σε κάποια εξωτερική αφορμή, όπως το καθάρισμα των κρεμμυδιών και τα συναισθηματικά ή ψυχικά. Η ανακάλυψη του Ουίλιαμ Φράι ότι αυτά είναι φορτωμένα με τριάντα φορές περισσότερο μαγγάνιο που συνδέεται με την κατάθλιψη και με περισσότερη προλακτίνη που συνδέεται με το άγχος, απ’ ό,τι τα άλλα, ενίσχυσε την θεωρία ότι το πολύ κλάμα κάνει καλό. Όμως έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι ως τρόπος απαλλαγής από τα χημικά στοιχεία που προκαλούν την κατάθλιψη και το άγχος, το κλάμα κάθε άλλο παρά αποτελεσματικό είναι, μιας και περισσότερα είναι τα δάκρυα που επαναρροφώνται από εκείνα που κυλούν στα μάγουλα και χάνονται. Επιπλέον, όταν οι άνθρωποι διδαχθούν τεχνικές χαλάρωσης, κλαίνε λιγότερο και πέφτει το επίπεδο της προλακτίνης τους. Δηλαδή, η προλακτίνη δεν είναι αιτία της κατάθλιψης, αλλά αποτέλεσμά της. Άλλες μελέτες τονίζουν ότι μολονότι πολλοί άνθρωποι λένε πως αισθάνονται καλύτερα, πιο ξαλαφρωμένοι, μετά το κλάμα, τούτο δεν σημαίνει ότι τα συναισθηματικά τους προβλήματα έχουν λυθεί ριζικά.

Αναρίθμητα ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί ανά τους αιώνες για τα δάκρυα της λύπης και λιγότερα για της χαράς. Αυτά όμως τα χαρμόσυνα, επιστρέφουν. Τα βρίσκει κανείς στα γραφτά των μυστικών του Μεσαίωνα και η παρουσία τους είναι εμβληματική, πλάι σε εκείνα του Βέρθερου, και στη λογοτεχνία των Ρομαντικών. Παρά την επιστροφή τους όμως στη σύγχρονη εποχή, παραμένει ακόμη δύσκολος ο επαρκής συσχετισμός τους με τα λυπημένα. Στη σύγχρονη εποχή όμως δεν υπάρχει ούτε επαρκής θεωρία των συναισθημάτων, αλλά είκοσι τουλάχιστον ανεπαρκείς. Για τον Λουτζ, έχουμε απομακρυνθεί από τις αντιλήψεις περί της θεραπευτικότητας των δακρύων που κυριαρχούσαν στη δεκαετία του ’70, αλλά δεν έχουμε ακόμη φτάσει πουθενά.

Τέλος, τι μένει

Οι νεοι, οι νέες κυρίως, κλαίνε στα συγκινητικά χολιγουντιανά έπη, αλλά έτσι δεν θεραπεύονται, δεν απελευθερώνονται, δεν ανακουφίζονται, δεν βελτιώνονται ούτε εκφράζονται. Απλώς, ευχαριστιούνται στο θερμό λουτρό των αισθημάτων τους. Ή με τα χλευαστικά λόγια του Ερρίκου Χάινε, τον περασμένο αιώνα: “Όσα δάκρυα και να χύσει κανείς, στο τέλος ρουφά τη μύτη του”.

Πηγή: Financial Times

  • Κεντρική φωτογραφία: Η πολυσημία του προσώπου που κλαίει, σαν ένα τοπίο με χώρους άγνωστους και ανεξερεύνητους. Πάμπλο Πικάσο: “Δακρυσμενη γυναίκα” (1937, Tate Modern, Λονδίνο) 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή