Η αντίσταση του Τζορτζ Όργουελ

Εναντίον όλων των “μεγάλων αδελφών”

by Times Newsroom 1
  • NICOLAS TRUONG

ΜΕΣΑ στη διάχυτη και ανεξίτηλη ομίχλη των πληροφοριών που είναι σαν ξεθυμασμένο μπαρούτι ή ξεθωριασμένο μελάνι, το όνομα του Τζορτζ Όργουελ δεν παύει να γειτονεύει με αυτό του “χαφιέ”, του “καρφιού” ή, πιο σεμνά, του “καταδότη”. Πριν μερικά χρόνια γινόταν λόγος για ένα κατάλογο “κρυπτο-κομμουνιστών” διανοουμένων που ο άγγλος συγγραφέας υποτίθεται ότι παρέδωσε στις μυστικές υπηρεσίες του Φόρεϊν Όφις στην καρδιά του “ψυχρού πολέμου”i. Αλλά, όσον αφορά τον πραγματικό του χαρακτήρα, η εποχή όπως ακριβώς και οι εφημερίδες δεν φαίνεται να δείχνουν την ίδια αποφασιστικότητα για να μαντέψουν το περίγραμμά του. Χωρίς αμφιβολία δεν έχουν να κερδίσουν πολλά πράγματα.

Ο Τζορτζ Όργουελ δεν θα μπορέσει ποτέ να ικανοποιήσει τους διανοούμενους της νεοφιλελεύθερης αντίδρασης: υπήρξε σοσιαλιστής ήδη από το 1936 και θα εξακολουθήσει να είναι ώς το θάνατό του, το 1950, στα σαράντα εφτά του χρόνια. Θα ενοχλήσει επίσης αυτούς που επιθυμούν να αποκαταστήσουν στις πολιτικές και διανοητικές συζητήσεις, “τις μικρές δύσοσμες ορθοδοξίες που διεκδικούν επίσης τον έλεγχο του μυαλού μας” και στις οποίες η προοδευτική παράταξη δεν ήταν και δεν φαίνεται να είναι πάντα ξένη.

Κρυστάλλινη σκέψη

Η έκδοση των “Απάντων” του Τζορτζ Όργουελ στο Λονδίνο πριν μερικά χρόνια, ξανάφερε το ζήτημα στην επικαιρότητα. Αλλά δεν είναι ίσως τελείως μάταιο να ελπίζουμε ότι αυτή η έκδοση, όπως ακριβώς η έκδοση στη Γαλλία, του τρίτου τόμου των Δοκιμίων, Άρθρων και Γραμμάτωνii θα επιτρέψει να ανακαλύψουμε ξανά ένα συγγραφέα “που ορθώνεται ως ηθογράφος όπως ο Καμύ”iii λόγω αυτού που συνηθίζεται να ονομάζουμε “αντι-ολοκληρωτικές προφητείες” όπως είναι το 1984 και η Φάρμα των ζώων, πριν αρχίσει η καθαίρεσή του από τις σύγχρονες Πυθίες που σκαλίζουν τα αρχεία.

Η φροντισμένη και κομψή έκδοση των Δοκιμίων, φέρνοντας τον αναγνώστη πολύ κοντά στον Όργουελ, επιτρέπει να αντιληφθούμε την πλούσια βιογραφία του συγγραφέα. Μέσα από τις αμέτρητες λογοτεχνικές του αναλύσεις, τις έντονες και άμεσες παρεμβάσεις του, την αλληλογραφία του και τα άρθρα που έδινε στις μεγάλες εφημερίδες όσο και στα μικρά περιοδικά, ανακαλύπτουμε κυρίως την όψιμη, αλλά αμέριστη προσήλωσή του στο σοσιαλισμό, την εμμονή του σε ό,τι αφορά το ζήτημα της γλώσσας και την ακούραστη φροντίδα του να αντισταθεί σε κάθε είδους ορθοδοξία.

Όταν ο Τζορτζ Όργουελ μπαίνει στη Βαρκελώνη την παραμονή της ένταξής του στις ένοπλες ομάδες του “Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενοποίησης” (POUM), κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, διασταυρώνει στο στρατόπεδο Λένιν το βλέμμα του με “ένα πρόσωπο, όπως αναφέρει ο ίδιος, που τον συγκινεί βαθιά”, είναι το πρόσωπο ενός νεαρού Ιταλού στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Αντανακλούσε αυτό το πρόσωπο ταυτόχρονα την καλή πίστη και την αγριότητα και ακόμη αυτό το συγκλονιστικό σεβασμό που τρέφουν οι αγράμματοι γι’ αυτούς που υποτίθεται ότι είναι ανώτεροί τους”. Οι δυο άνδρες, πέρα από γλώσσες και τάξεις, συναδελφώνονται σιωπηλά.

Σ’ αυτό το φωτεινό πρόσωπο με την κρυστάλλινη σκέψη που ανοίγει το έργο του Τιμή στην Καταλονία, το οποίο εκδίδεται, όχι χωρίς προβλήματα το 1938, ο Όργουελ δεν θα σταματήσει να επανέρχεται. Το πρόσωπο αυτό δεν δημιουργεί μόνο αντίστιξη με τη φοβρή ομώνυμη νύχτα. Ενσαρκώνει την πεμπτουσία αυτού που ο Όργουελ έψαχνε συγκεχυμένα από τη νεότητά του: την επαφή με το λαό και τους καταπιεσμένους. Προερχόμενος από μια ξεπεσμένη αστική τάξη, ο μικρός Έρικ Άρθουρ Μπλερ υφίσταται ήδη τους σαρκασμούς των οικότροφων του αριστοκρατικού κολεγίου του Αγίου Κυπριανού, που του δίνουν το στίγμα της ταπεινής καταγωγής του. Είναι το πιστοποιητικό γέννησής του που αναμετράται με την αδικία και την ανισότητα. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’20, στην αυτοκρατορική αστυνομία των Ινδιών, ενώ οφείλει να ταυτιστεί με το ρόλο του τέλειου σαχίμπ, ανακαλύπτει –με τον ελαφρώς ξεπερασμένο εξωτισμό που συναντάμε στο Μια ιστορία από τη Βιρμανία– την αντιαποικιοκρατία.

Αλλά το πραγματικό κατηγορητήριό του ενάντια στον ιμπεριαλισμό βρίσκεται στο συναρπαστικό Πώς σκότωσα έναν ελέφανταiv όπου ο νέος αξιωματικός ανακαλύπτει ότι αποτελεί “μια γελοία μαριονέτα” ενός συστήματος και συνειδητοποιεί “την κενότητα της βασιλείας των λευκών στην Ανατολή”. Είναι η Βιρμανία, ή το βάπτισμα της πληγωμένης ευρωπαϊκής του συνείδησης.

Παραιτείται το 1927 και περπατώντας στις κακόφημες συνοικίες του Παρισιού και του Λονδίνου αναζητά να “εξιλεωθεί για τα σφάλματά του” και για τα σφάλματα της τάξης του. Μακιγιάρεται, παίζει κωμωδία, μοιράζεται και αφηγείται τον κόσμο των απόκληρων, πραγματική αδελφότητα η οποία, ακόμα και αν οι συγκρούσεις και οι συμπλοκές αφθονούν, μαρτυρά ένα αληθινό πνεύμα αλληλεγγύης. Θα καταθέσει γι’ αυτά τα “τρελά χρόνια” με την είσοδό του στη λογοτεχνία: Μέσα στη φτώχεια στο Παρίσι και στο Λονδίνο (1933). Με τον ίδιο τρόπο, η Βαρκελώνη του χειμώνα του 1936, όπου παρατηρεί γοητευμένος τα παιδιά των καφενείων και τους λουστράκους των παπουτσιών να ανατρέπουν τους φραγμούς της κοινωνικής ιεραρχίας, όπως και το Λονδίνο του 1943, όπου τα τρόφιμα που διανέμονται με δελτίο και η ελεύθερη είσοδος στα δημοτικά πάρκα και τους κήπους εκδημοκρατίζουν ξαφνικά μια ολόκληρη κοινωνική ζωή, αναζωπυρώνουν τον επαναστατικό του ζήλο.

Για μια περίοδο λίγο μεγαλύτερη των τριών ετών, οι μικροί δημόσιοι κήποι έμεναν ανοιχτοί και το ευλογημένο γκαζόν τους ποδοπατήθηκε από τα παιδιά της εργατικής τάξης – θέαμα που θα έκανε τους εισοδηματίες να καταπιούν τη μασέλα τους. Εάν αυτό είναι κλεψιά, ε! τότε ζήτω η κλεψιά” θα γράψει σε ένα από τα εβδομαδιαία χρονογραφήματά του για την Tribune με τίτλο “Όπως μ’ αρέσει”. Ο σοσιαλισμός του, τόσο ιδιαίτερος, έχει ήδη καταγραφεί με την Αποβάθρα του Ουάιγκαν (1937), λυρικό κατηγορώ ενάντια στην εκμετάλλευση των ανηλίκων και πραγματική ταύτιση με την εργατική τάξη.

Όπως θυμίζει ο Σάιμον Λέιςv η ταύτιση αυτή υπήρξε “άμεση και διαισθητική, αλλά εξίσου οριστική και πλήρης”. Ένας γάμος, τελικά, που ολοκληρώνεται το 1938, με την ένταξή του στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα, μικρή αντισταλινική αριστερίστικη ομάδα. Με τον καιρό και με την εξέλιξη των γεγονότων, ο Τζορτζ Όργουελ προσδιορίζει το περίγραμμα μιας δίκαιης κοινωνίας χωρίς να απαιτεί, όπως υπαγορεύει κάθε πρωτοπορία, την εκκίνηση από το μηδέν, τη λήθη του παρελθόντος, όπως και της παράδοσης. Και σε ένα καθοριστικό δοκίμιο, Το Λιοντάρι και ο Μονόκερος (1941), ξαναβρίσκει τις αρετές μιας δημοκρατίας, έστω και ατελούς, οι οποίες ενσαρκώνονται σε ένα έθνος. Προτείνει, για παράδειγμα, να διατηρηθούν οι κόκκινοι τηλεφωνικοί θάλαμοι, οι δικαστές με τις περούκες και ακόμη και η βρετανική μοναρχία, η οποία, παρέχοντας ένα υποκατάστατο χαρισματικής εξουσίας στα εξαπατημένα πλήθη, αποτελεί ένα αυθεντικό “προληπτικό εμβόλιο” ενάντια στον πειρασμό του φασισμού.

Αλλά αν και αυτοπροσδιορίζεται ευχαρίστως ως ένας “αναρχικός τόρι” (οπαδός του Συντηρητικού Κόμματος) απεχθάνεται το σύστημα με τις βρετανικές κάστες. Τελικά, είναι η ενδόμυχη πεποίθηση ότι πρέπει να αναχαιτιστεί η άνοδος των φασισμών και του γενικευμένου ολοκληρωτισμού που προσανατολίζει την εξαιρετική πολιτική του διαύγεια. Το ίδιο και οι περιπλανήσεις του, άλλωστε, που τον οδήγησαν να χρησιμοποιήσει το παρατσούκλι της “εκφυλισμένης αριστεράς” για μια τάξη διανοουμένων που του προκαλεί φρίκη.

Αυτή η θλιβερή διάλεκτος…”

Ο Όργουελ δίνει μάχη ενάντια στους οπαδούς της αντίδρασης, αλλά επίσης ενάντια στη ρωσόφιλη βρετανική ιντελιγκέντσια με το εξευτελισμένο λξιλόγιο. Αυτή είναι η μεγάλη του υπόθεση από τα χρόνια της Ισπανίας. Δεν σταματά να καταγγέλλει το “φρικτό λεκτικό πολτό” των μαρξιστών με την ακαταλαβίστικη γλώσσα, των οποίων “το κύριο χαρακτηριστικό είναι η συστηματική χρήση στερεότυπων μεταφορών” και συντάσσει ακόμα και ένα κατάλογο με εκφράσεις “που αξίζουν την εσχάτη των ποινών”, όπου βρίσκουμε, ανάμεσα σε άλλες, την αναπόφευκτη λέξη “μικροαστός”.

Το σοσιαλιστικό κίνημα έχει να κάνει κάτι καλύτερο από το να κολλάει σε αυτή τη λεκτική κόλλα, έγραφε ήδη στην Αποβάθρα του Ουάιγκαν, να μεταμορφώνεται σε μια ένωση διαλεκτικών υλιστών. Αυτό που οφείλει να είναι, είναι ένας σύνδεσμος καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές. Οφείλει (…) να παραμερίσει τους φιλελεύθερους με τα ωραία λόγια που θέλουν τη συντριβή του φασισμού για να μπορούν να παίρνουν ήσυχα τα μερίσματά τους”. Αυτή η έμμονη ιδέα για την “ευθυγράμμιση της γλώσσας με την κομματική γραμμή”, όπως αναφέρει ο Ζαν-Κλοντ Μισεάvi, είναι οπωσδήποτε ένα πρίσμα, εάν δεν είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο το έργο του Τζορτζ Όργουελ αποκτά το νόημά του. Το μαρτυρούν οι περίφημες γλωσσικές αντιστροφές της Φάρμας των ζώων ή η μη-γλώσσα του 1984, αλλά επίσης και η κριτική του στα διαφημιστικά συνθήματα και στην πολιτιστική βιομηχανία των μαζών.

Αυτό είναι που οδηγεί τον Ζαν-Κλοντ Μισεά, μετά τον Κλοντ Λεφόρvii, να εξηγήσει γιατί η λογοτεχνία, που από τη φύση της αντιστέκεται στην ιδεολογία, θα είναι για τον Όργουελ το μέσο για να την περιγράψει και για να αντισταθεί σ’ αυτήν. Αλλά γι’ αυτό θα πρέπει η αγγλική γλώσσα που κυριαρχείται από “τα τυποποιημένα αγγλικά, αυτή τη θλιβερή διάλεκτο που είναι η γλώσσα των κυρίων άρθρων, των πολιτικών λόγων και των δελτίων ειδήσεων του BBC” να τονωθεί από τη “λαϊκή γλώσσα” από την οποία έχει αποκοπεί.

Η λογοτεχνία είναι λοιπόν το όργανο αντίστασης στην ορθοδοξία, απ’ όπου και αν προέρχεται αυτή. Και αυτή του σύγχρονου κόσμου εμπνέει στο συγγραφέα και συνεκδότη στη Γαλλία των Δοκιμίων του Τζορτζ Όργουελ, Χάιμε Σεμπρούν, ουσιαστικές σκέψεις για έναν κόσμο που φαίνεται να υλοποιεί το σύμπαν του “1984”.

Πράγματι, στα μάτια του ο σύγχρονος καπιταλισμός μας “βασίζεται πάνω σε αυτό που πέτυχαν οι ολοκληρωτισμοί αυτού του αιώνα και στηρίζεται στα αποτελέσματά τους, με τόσο ήσυχο τρόπο που εγκαθιστά στην Πράγα – για μια συναυλία του Μάικλ Τζάκσον του οποίου οι θεατές έπαιρναν την υπόσχεση ότι έτσι θα ‘έμπαιναν στην ιστορία’ – ένα γιγάντιο άγαλμα αυτού του ανθρώπου από σιλικόνη, στο ίδιο το βάθρο που ήταν στημένο άλλοτε το άγαλμα του Στάλιν”viii. Ο Όργουελ στον πρόλογο της ουκρανικής έκδοσης της Φάρμας των ζώων είχε ωστόσο προειδοποιήσει τους συγχρόνους του: “Η αντικατάσταση μιας ορθοδοξίας με μια άλλη δεν αποτελεί υποχρεωτικά πρόοδο. Ο πραγματικός εχθρός είναι το πνεύμα όταν αυτό περιορίζεται στο επίπεδο του γραμμοφώνου και αυτό παραμένει αλήθεια είτε μας αρέσει, είτε όχι, ο δίσκος που παίζει κάποια συγκεκριμένη στιγμή”.

Ανακαλύπτουμε επίσης στα Δοκίμιά του έναν “ήρεμο άνθρωπο” και μοναδικό, που αγαπά την κηπουρική, την εγγλέζικη κουζίνα, το ινδικό τσάι, “το φως των κεριών και τις άνετες πολυθρόνες” και απεχθάνεται, φύρδην μίγδην, “τις μεγάλες πόλεις,το θόρυβο, τα αυτοκίνητα, το ραδιόφωνο, τις συσκευασμένες τροφές, την κεντρική θέρμανση και τα μοντέρνα έπιπλα”.

Αυτοί που αγαπούν να συνδέουν παρελθόν και παρόν θα μείνουν ικανοποιημένοι. Οι δημοσιογράφοι που συγχέουν τη λογοτεχνική κριτική με τη διαφήμιση και μετατρέπονται σε “συντάκτες του είδους ‘παρακαλείσθε να καταχωρίσετε’”, το σύστημα των κομμάτων “που καταστρέφει το σύνδεσμα ανάμεσα στην πολιτική και την τοπική ζωή” χλευάζονται όμορφα εκεί. Και με την ευκαιρία της εκπληκτικής ανάλυσης του επιτυχημένου αστυνομικού μυθιστορήματος, Καμιά ορχιδέα για τη Δεσποινίδα Μπλάντις, ο Τζορτζ Όργουελ ανακαλύπτει τη “σκέψη pulp fiction” της εποχής.

Στο ποίημα Για μια ερειπωμένη φάρμα, κοντά στο εργοστάσιο γραμμοφώνων “Η φωνή του κυρίου του”, ο Τζορτζ Όργουελ εκφράζει το αίσθημα της αποξένωσης που νιώθει απέναντι σε έναν ορθολογικοποιημένο κόσμο όπου “γυρνούν οι τροχοί” και “δουλεύουν κτήνη από ατσάλι”. Μια καλή ευκαιρία για να αλλάξουμε δίσκο.

Le Monde diplomatique

_____________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

iΣτο Orwell devant ses calomniateurs (Ivrea / Encyclopédie des nuisances, Παρίσι, Απρίλιος 1997), οι εκδότες του “Δοκίμια, άρθρα και γράμματα” εξηγούν ότι το 1949, ο Τζορτζ Όργουελ, που ήταν τότε άρρωστος, δέχτηκε την επίσκεψη της Σίλια Κίρουαν, νύφης του φίλου του Άρθουρ Κέστλερ. Της έδωσε έναν κατάλογο με διανοούμενους, οι οποίοι μπορούσαν να μετάσχουν σε μια αντισταλινική εκστρατεία, την οποία οργάνωνε η κυβέρνηση με την οποια η Σίλια είχε σχέση εφόσον ήταν υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών. Έκανε επίσης λόγο για ένα σημειωματάριο στο οποίο υπήρχε ένας άλλος κατάλογος από συγγραφείς και δημοσιογράφους, που, κατά τη γνώμη του, ήταν ελάχιστα έμπιστοι για να υπηρετήσουν και να υποστηρίξουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Για τους εκδότες δεν πρόκειται για κατάδοση: εκίνη την εποχή στη Μεγάλη Βρετανία, αντίθετα με τις ΗΠΑ, δεν υπήρχε “κυνήγι μαγισσών”. Και αυτές οι προσωπικότητες ήταν γνωστές για τη συμπάθειά τους προς την ΕΣΣΔ, την οποία ο Όργουελ πολεμούσε δημοσίως.

iiΣυνεργασία της Ivrea και της Encyclopédie des nuisances, αυτή η γαλλική μετάφραση των The Collected Essays, Journalism and Letters of George Orwell κυκλοφορεί με τον τίτλο Essais, articles et lettres: τόμος Α΄ (1920-1940), 706 σελ., τόμος Β΄ (1940-1943), 566 σελ., τόμος Γ΄ (1943-1945) 543 σελ. Ακολουθούσε ο τόμος Δ΄ (1945-1950).

iiiJaime Semprun, L’ abime se repeuple, Encyclopédie des nuisances, Παρίσι, 1997.

ivΣτο Essais, τόμος Α΄ (1920-1940), σελ. 301.

vSimon Leys, Orwell oul’ horreur de la politique, εκ. Hermann, Παρίσι 1984.

viJean-Clau Michéa, Orwell, anarchiste tory, εκδ. Climats, Castelnau-le-Lez, 1995.

viiClaude Lefort, Écrire. À l’épreuve du politique, Paris, Calmann-Levy, 1992

viiiJaime Semprun, ό.π., σελ. 12.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή