Η Αριστερά της Δεξιάς | Με άλλα λόγια η Αριστερά, τέσσερα χρόνια και έξι μήνες, «έτσι χωρίς Πρόγραμμα»

by ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ
    • Γράφει ο Ανδρέας Ν. Λύτρας

ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ

Με ρώτησαν μερικοί καλοί φίλοι: είχε αριστερό πρόγραμμα η Αριστερά που κυβέρνησε την χώρα, την περίοδο: 2015-2019; Η απάντησή μου ήταν άμεση και απερίφραστη: «ούτε κατά διάνοια».

Η «κυβερνώσα Αριστερά» στην καλύτερη των περιπτώσεων διοίκησε, με ένα τυχαίο και ασυνάρτητο σύμφυρμα πολιτικών πράξεων, που μέχρις ένα βαθμό, απέρρεαν από τις επιβεβλημένες θέσεις των δανειστών (με τις οποίες συμφώνησε ενεή, σε συνάρτηση με την πίεση από τα εγχώρια οικονομικά συμφέροντα, τους συντηρητικούς, κάποιους σοσιαλιστές και άλλες «δημοκρατικές δυνάμεις»), και αόριστων προοδευτικών ιδεών. Από εκεί και πέρα λειτούργησε αδιάφορα, συγκυριακά, με εκλεκτικισμούς που δεν έχουν οποιαδήποτε εμφανή σχέση με τις αριστερές και ριζοσπαστικές θέσεις, ακόμη και με εκείνες, οι οποίες δεν απαιτούν την υπέρβαση της αστικής νομιμότητας. Προσπάθησα πολύ να σκεφτώ έναν προγραμματικό ή πολιτικό προσδιορισμό, ο οποίος θα μπορούσε να δίνει ένα συμβολικό νόημα στις θεσμικές παρεμβάσεις και τις πολιτικές πράξεις του βασικού φορέα της εν λόγω διακυβέρνησης. Με πολύ δυσκολία, καταλαβαίνω ότι σε ορισμένες όψεις έμοιαζε με ένα κεντρώο κεϋνσιανό κόμμα (από τις εισηγήσεις του οικονομολόγου J.M. Keynes) της δεκαετίας του 1960, δηλαδή ένα πολιτικό κόμμα προκλητικά παρωχημένο σε προγραμματικά χαρακτηριστικά.

Ο κεντρώος κεϋνσιανισμός, στο πλαίσιο της μεταπολεμικής καθεστωτικής συναίνεσης (επομένως της κοινής μέριμνας των πολιτικών παρατάξεων της Δύσης, εκτός της κομμουνιστικής Αριστεράς, στην περίοδο του «ψυχρού πολέμου), αντιπροσωπεύει ένα υπόδειγμα κρατικού παρεμβατισμού, στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων. Η ανάπτυξη των δημόσιων δομών και της κρατικής απασχόλησης συνεπάγεται την εξαιρετική αύξηση των δημοσίων εσόδων (από την άμεση και έμμεση φορολογία, αλλά και τις υποχρεωτικές εισφορές προς τα κρατικά συστήματα της κοινωνικής ασφάλισης) και εκβάλλει σε ένα βαθμό σε δημόσιες πολιτικές, με σημαντικές δημόσιες χρηματοδοτήσεις, σε σε δημόσια έργα και επιδόματα (φτώχειας και ανεργίας). Ταυτόχρονα, η συγκρότηση του υποδείγματος της κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής σήμαινε, αναπόφευκτα (με την έννοια ότι παρακολουθούσε απολύτως την συγκέντρωση των οικονομικών πόρων, μέσω της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, ή ακόμη και την αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο χρηματοδοτείτο από το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού), την αδιανόητη σε προηγούμενες φάσεις διεύρυνση των κρατικών προμηθειών. Καθώς το κράτος ήταν χωρίς αμφιβολία καπιταλιστικό, μεριμνούσε αποφασιστικά (με την ανάλογη διαμόρφωση των νόμων και των λοιπών κανόνων), με τις δαπάνες του, να χρηματοδοτήσει τα τεράστια ιδιωτικά μονοπώλια, με αποτέλεσμα να κάνει τις δεσπόζουσες οικονομικές δυνάμεις και οικογένειες, ασυναγώνιστες σε ισχύ. Το πρόσχημα, για αυτήν την μονομερή πολιτική και διαχείριση υπέρ των φορέων των μονοπωλιακών συμφερόντων, ήταν ότι μόνο αυτές οι εταιρείες είχαν τη δυνατότητα να διεκπεραιώνουν γιγάντια έργα και αντίστοιχα συμβόλαια (δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, υποδομές εξηλεκτρισμού, προμήθειες πολεμικού υλικού, ιατρό-τεχνολογικού εξοπλισμού κ.ά.). Με ρητή δέσμευση, οι πολιτικοί φορείς του πιο συντηρητικού και του κεντρώου κεϋνσιανισμού είχαν βασικό στόχο την ανάπτυξη (και μάλιστα με ταχείς ρυθμούς) και την αποτελεσματική δράση για τη μείωση του δείκτη της ανεργίας σε ποσοστά περί το 3%, πράγμα που σημαίνει ότι η απασχόληση εκτεινόταν περίπου στο 97%, του εργατικού δυναμικού.

Τα σοσιαλιστικά (συνηθίζουμε να τά χαρακτηρίζουμε σοσιαλδημοκρατικά) και εργατικά κόμματα της ευρωπαϊκής ηπείρου, στην ίδια εποχή της καθεστωτικής συναίνεσης με πυρήνα την κεϋνσιανή θεραπευτική, απέκλιναν από την κατά βάση όμοια (με τα συντηρητικά και τα κεντρώα κόμματα) πολιτική του κρατικού παρεμβατισμού, στην ιδιαίτερη έμφαση που έδιναν για τη συστηματική πολιτική αναδιανομής του πλούτου και την καταπολέμηση της φτώχειας, δίπλα στη γενική ροπή για την αποτελεσματική καταπολέμηση της ανεργίας. Η υλοποίηση των προγραμμάτων για την καταπολέμηση της φτώχειας στηριζόταν από στοχευμένες πολιτικές για τη υψηλότερη φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας (καθώς είναι η «αποθεματοποιημένη» περιουσία που δεν συμβάλλει στην απασχόληση) και των πολύ υψηλών ετήσιων εισοδημάτων (με εργαλείο το σίγουρα δικαιότερο υπόδειγμα της προοδευτικής φορολογίας), όπως και την δραστική φορολόγηση της μεγάλης κληρονομιάς (συμβάλλει με πόρους στο δημόσιο ταμείο, έχει κάποια συμβολή στην ισότητα των νέων, ενόσω δεν παύουν οι κληρονόμοι να είναι πλούσιοι-η κληρονομιά με ένα πλοίο αντί για δέκα δεν κάνει τον κληρονόμο φτωχό). Οι εκφράσεις της πολιτικής για την καταπολέμηση της φτώχειας ήταν παροχές (υλοποιούσαν τα λεγόμενα κοινωνικά δικαιώματα) είτε με την μορφή δημόσιων υπηρεσιών που περιόριζαν την δαπάνη των νοικοκυριών (δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, δωρεάν ιατρό-φαρμακευτική περίθαλψη, δωρεάν φύλαξη και φροντίδα των παιδιών ή των ηλικιωμένων, επιδότηση του ενοικίου κ.ά.) είτε με τη μορφή της περιουσιακής ενίσχυσης (προγράμματα εργατικής κατοικίας είτε με δωρεάν παροχή είτε με επιδοτούμενα δάνεια) είτε με εισοδηματικές ενισχύσεις (επιδόματα γάμου και παιδιών, ειδικές ενισχύσεις για τη μητρότητα, συντάξεις γήρατος χωρίς κανονικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, γενναία επιδόματα φτώχειας κ.ά.).

Αμφότερα τα υποδείγματα της κεϋνσιανής πολιτικής κατέρρευσαν και αναιρέθηκαν από τις υπερβολικά συντηρητικές (χαρακτηρίστηκαν νεοφιλελεύθερες) πολιτικές (βασισμένες στα οικονομικά θεωρήματα του Μ. Friedman και την μονεταριστική αντίληψη του F.Α. Hayek). Η σημερινή κακοποίηση της αστικής νομιμότητας στηρίζεται σε διανοητικές τερατογενέσεις, δηλαδή δημιουργήματα των παραποιημένων αστικών διανοημάτων και μιας λανθάνουσας αριστοκρατικής εννοιοθέτησης. Οι χαρακτηριστικές, αλλά και συμβολικού χαρακτήρα, διανοητικές αποδόσεις είναι και οι ακόλουθοι «βαρβαρισμοί»: δώστε μας την ελευθερία να είμαστε άνισοι (παραποίηση της ελευθερίας, της ισότητας και της σχέσης τους), η ελεύθερη επιλογή στην αγορά είναι σημαντικότερη για την ελευθερία από τη λειτουργία της δημοκρατίας (παραποίηση του περιεχομένου της ελευθερίας), η απληστία είναι αρετή (αντί για αμαρτία ή αγυρτεία-αυθαίρετη και προκλητική στρέβλωση κάθε ηθικού κανόνα), όσοι είναι δέκτες των επιδομάτων φτώχειας ή ανεργίας παγιδεύονται στη φτώχεια τους ή την ανεργία (αντιστροφή της πραγματικότητας που δημιουργεί την ανάγκη για επιδόματα, αδιαφορία ή κυνισμός για τα κοινωνικά προβλήματα και παράκαμψη της οφειλής για την κοινωνική αλληλεγγύη). Είναι ενδιαφέρον, ότι όλα τα προηγούμενα έχουν, έως ένα βαθμό, ενσωματωθεί και στις προϋποθέσεις άσκησης πολιτικής από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, προκειμένου και εκείνη να εισπράξει μερικά ψιχία της διακυβέρνησης, μετά την συντριπτική πολιτική επικράτηση των συντηρητικών.

Συνήθως, οι αρνήσεις, σε αυτές τις διανοητικές και πολιτικές εκπτώσεις της δυτικής και ιδίως της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, εκφράστηκαν από κόμματα της Αριστεράς. Μετά από την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα κομμουνιστικά κόμματα έχασαν μέγα μέρος της πολιτικής τους δύναμης, κυρίως, επειδή έπαψαν να είναι ελκυστικές οι στρατηγικές επιλογές τους περί της σοσιαλιστικής προοπτικής, εφόσον η τελευταία αντιπροσώπευε έναν κόσμο με αδιέξοδη ιστορική τροχιά και αποτυχημένη κατάληξη. Μικρότερα ή σχετικά μεγαλύτερα κόμματα της Αριστεράς, πέραν των προφανώς κομμουνιστικών, δολιχοδρομούν για περίπου τριάντα χρόνια, σε απολύτως αμυντικές θέσεις για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, αλλά χωρίς να συνειδητοποιούν εντελώς τις συνθήκες της παραγωγής και της απασχόλησης. Η αντίληψή τους για τον σύγχρονο κόσμο της εργασίας προέκυπτε από γενικεύσεις, που δύσκολα επιβεβαιώνονται, και κάποιες οριακές προσπάθειες εστίασης, σε ομάδες με ειδικά προβλήματα, όπως και σε μειονότητες των ευρωπαϊκών πληθυσμών, που απειλούνται με περιθωριοποίηση. Ο πολιτικός τους λόγος συνοδεύεται, συνηθέστερα, από το «όχι», το «μην» και το «δεν». Απουσιάζει ο αρθρωμένος, με θετικό τρόπο, προγραμματικός λόγος.

Πιο ρητά, έχει θέση εδώ ένα ερώτημα: ποιά είναι η πρόταση των αριστερών κομμάτων για το μέλλον των κοινωνιών και των πολιτικών τους συστημάτων; Η απάντηση είναι πρακτικώς αδύνατη, διότι η πρόταση δεν έχει διατυπωθεί, με σαφήνεια. Από τις επιμέρους θέσεις και τις επιλογές που έχουν επισημανθεί, ακροθιγώς, από τις ίδιες τις πολιτικές παρατάξεις είναι εύκολο να σταχυολογήσουμε μια βασική κατεύθυνση: το κράτος και οι δημόσιες δομές θα πρέπει να αναλάβουν ένα μεγάλο μέρος των σημερινών δράσεων του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, αλλά και μια σειρά νέων πρωτοβουλιών που αφορούν στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και την απασχόληση. Από αυτήν την οιωνεί στρατηγική κατεύθυνση αγνοείται ή παρακάμπτεται το βασικό πρόβλημα του σημερινού κράτους: το κράτος δεν είναι ουδέτερο, είναι καπιταλιστικό και είναι διαμορφωμένο να εξυπηρετεί βασικά τις μονοπωλιακές δυνάμεις της οικονομίας. Επομένως, χωρίς άλλου τύπου πολιτικές οι οποίες είτε αναιρούν είτε περιορίζουν τον σημερινό χαρακτήρα του κράτους και των δημόσιων δομών, καμιά αλλαγή δεν είναι εφικτή ή δημιουργική για τις κοινωνικές ομάδες που προσδιορίζονται από την εργασία. Κάθε παρόμοια επιλογή θα μοιάζει προκλητικά με εκείνες που υλοποίησαν τα συντηρητικά ή τα κεντρώα κόμματα την εποχή της καθεστωτικής συναίνεσης, με πυρήνα την κεϋνσιανή θεραπευτική.

Τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς στην Ευρώπη, ωστόσο, δεν είχαν οποτεδήποτε την πιθανότητα ή τον «κίνδυνο», να ασκήσουν, αυτοτελώς ή με σχετικώς πλειοψηφική δυναμική, κυβερνητική εξουσία. Ήταν επόμενο, να μην διακινδυνεύσουν να εκθέσουν τον προγραμματικό τους λόγο στις προκλήσεις της διακυβέρνησης. Σε όλες τις διαφορετικές περιπτώσεις (στην Πορτογαλία σχετικά πρόσφατα και στην Ισπανία πιο πρόσφατα), που συμμετείχαν σε κυβερνητικά σχήματα, ορισμένες από τις ουσιαστικές θέσεις τους επιλεκτικά, μέσα από τα φίλτρα των πολιτικών διαπραγματεύσεων, βρήκαν κάποια περιορισμένη θέση στα προγράμματα διακυβέρνησης. Στην Ελλάδα, το βασικό κόμμα της κυβέρνησης συνεργασίας (από το 2015 και μέχρι το 2019) ήταν ένα κόμμα της Αριστεράς. Προφανώς, η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και η αποτυχία διαχείρισης των έκτακτων συνθηκών, από τα προηγουμένως εδραιωμένα κόμματα που διακυβέρνησαν την χώρα (από το 1974), διευκόλυναν πέραν κάθε πρόβλεψης την αναρρίχηση αυτού του κόμματος στην κυβερνητική εξουσία.

Αν εξαιρεθεί το γενικό πακέτο των εξαγγελιών για την καθολική αναίρεση των μνημονίων, δύσκολα μπορεί να αναγνωρίσει οποιοσδήποτε αναλυτής ένα σαφές, γενικό, αριστερού προσδιορισμού, ή έστω (ασαφές) προοδευτικό, πρόγραμμα διακυβέρνησης. Καθώς η κεντρική στόχευση για την αναίρεση των μνημονίων ξέφτισε γρήγορα, το προγραμματικό πρόβλημα ήλθε αμέσως στην επιφάνεια. Μια μόνο πολιτική μπορεί να ξεχωρίσει κάποιος επιτηδευμένος αναγνώστης των προγραμματικών θέσεων και προσπαθειών εφαρμογής της κυβέρνησης συνεργασίας. Αυτή ήταν η επιθυμία για την ταχεία και αποτελεσματική μείωση του δείκτη της ανεργίας. Ο διορισμός μάλιστα μιας επιστήμονος, από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της θεωρητικής αντίληψης, για το κράτος ως τον εργοδότη της τελευταίας καταφυγής (ELR-την έχει εισηγηθεί ο H. Minsky), σε αντίστοιχο κυβερνητικό καθήκον, σηματοδοτούσε την αποφασιστικότητα του βασικού κυβερνητικού κόμματος, να υλοποιήσει την συγκεκριμένη πολιτική. Δεν λήφθηκε οποιαδήποτε αντίστοιχη μέριμνα για την καταπολέμηση της φτώχειας. Τα μέτρα για την φτώχεια, ενδεχομένως και λόγω της εξωφρενικής πίεσης των δανειστών (της τρόικας ή των θεσμών), ακολούθησαν, έστω κάπως βελτιωμένα, τις βασικές ατραπούς των προηγούμενων κυβερνήσεων. Από αυτήν την συσχέτιση δικαιολογείται ο προσδιορισμός του προγράμματος, ως ανάλογος ενός κεντρώου κεϋνσιανού κόμματος. Σίγουρα τα μέλη και τα στελέχη του ήταν αριστεροί (δεν ήταν αντίστοιχα και οι ψηφοφόροι του), στον ιδεολογικό τους προσδιορισμό, αλλά οι πολιτικές τους εφαρμογές απείχαν από τις ορίζουσες της Αριστεράς.

Παρά την πολιτική επιθυμία ή ροπή προς την δραστική μείωση του δείκτη της ανεργίας, η «κυβερνώσα Αριστερά» δεν επέτυχε ούτε σε αυτήν την στόχευση. Η επιλογή του κράτους ως εργοδότη της τελευταίας καταφυγής, απαιτούσε επιπλέον και σημαντικότατους δημόσιους πόρους, ενώ προϋπέθετε ότι το Δημόσιο θα απορροφούσε τους πρώην ανέργους. Και στα δύο πεδία, η «κυβερνώσα Αριστερά» απέτυχε, το πρόγραμμα δεν εφαρμόστηκε ποτέ, ενώ με κάποια συγκυριακή αφορμή η προαναφερθείσα επιστήμονας απεχώρησε από το κυβερνητικό σχήμα. Κατά τούτο, η προγραμματική δέσμευση για την ταχεία καταπολέμηση της ανεργίας, δηλαδή ένας από τους βασικούς προσδιορισμούς του κεντρώου κεϋνσιανισμού, έμεινε αιωρούμενος.

Πέραν των προηγουμένων, απέμεινε η γνωστή συστροφή, πως ό,τι είναι κρατικό συμπυκνώνει τις αριστερές ορίζουσες. Κατόπιν αυτών των δυστυχών γενικεύσεων, κατέληξε σε μια ήσσονος σημασίας πολιτική για σχετικά μικρές ομάδες ανέργων, έναντι των εκατοντάδων χιλιάδων με ανάγκη απασχόλησης, δηλαδή να προσφέρεται το πρόσκαιρο και ανούσιο, σε σχέση με την έκταση των κοινωνικών προβλημάτων, πρόγραμμα κοινωφελούς εργασίας, κυρίως, στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στην ουσία η ονομαστική μείωση της ανεργίας, από τα προηγουμένως καταθλιπτικά ποσοστά συνέβη ανακλαστικά, με τη σταδιακή οικονομική εξισορρόπηση της χώρας (τα δύο τελευταία χρόνια). Με ωθήσεις από τις ιδεολογικές της στρεβλώσεις και τις πολιτικές αδράνειες, η «κυβερνώσα Αριστερά», συνέχισε να χρηματοδοτεί, με αδιάφορο κυνισμό, τις μεγάλες επιχειρήσεις, μέσα από διαγωνισμούς, συμβάσεις και αναθέσεις έργων. Δεν έλαβε οποιαδήποτε μέριμνα, να μεταβάλει το μοντέλο της συνεργασίας του Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ούτε καν υλοποίησε κάποιο μέτρο διεύρυνσης ή και διευκόλυνσης της πρόσβασης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (με τρόπο που ανταποκρίνεται στην αρχή της ισότητας) στις προμήθειες του Δημοσίου, για υλικό, υπηρεσίες και πραγματοποίηση έργων.

Αντί των προηγούμενων οφειλών, με ακατανόητη λογική, επιβάρυνε υπέρμετρα τις πολύ μικρές και τις μικρές επιχειρήσεις, αλλά και τους αυτοαπασχολούμενους (δίχως ικανά αντίβαρα), με πρόσθετα και δυσβάσταχτα φορολογικά ή ασφαλιστικά βάρη. Στέρησε έτσι από την αριστερή παράταξη την ελάχιστη βάση, που εδράζεται σε υλικά συμφέροντα, για την πολιτική επικοινωνία με τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Στην ουσία παραχώρησε την πολιτική εκπροσώπηση αυτών των στρωμάτων στη Δεξιά. Είναι λοιπόν ευεξήγητη η πλειοψηφική πολιτική μετατόπιση των μικροαστών, πέραν της Αριστεράς. Η Αριστερά τούς εξεδίωξε, χωρίς δυνατότητα άλλης προσέγγισης. Οι αυτοαπασχολούμενοι με τα συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας, μαζί με τους μικρούς και πολύ μικρούς εργοδότες, ξεπερνούν το ένα τρίτο της απασχόλησης και είναι ευνόητο πως επηρεάζουν και ένα σημαντικό μέρος των μισθωτών εργαζομένων ή των ανέργων (πολλοί εξ αυτών είναι μέλη της στενής ή ευρείας οικογένειας των προηγουμένων). Σχηματίζεται, έτσι και φυσιολογικά, μια εκ προοιμίου αρνητική τοποθέτηση για την «κυβερνώσα Αριστερά», που θίγει απηνώς τα οικονομικά τους συμφέροντα και τη δυνατότητα για επιβίωση. Μόνο η μεταφυσική και η ακαθόριστη πίστη σε αόριστα «ιδανικά», συνδυασμένη με την στρατηγική αφασία, μπορεί να κάνει μια πολιτική παράταξη να αγνοεί αυτήν την πραγματικότητα.

Τελικά, η «κυβερνώσα Αριστερά» στη χώρα μας ήταν η «Αριστερά» των προσώπων, τα οποία διακυβέρνησαν για μια ικανή χρονική διάρκεια (για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία), βασισμένα σε ατομικές ιδιοτέλειες (ή μικρών ομάδων που απόλαυσαν τους έστω περιορισμένους καρπούς της «εξουσίας»), αλλά δεν υπήρξε ως μια πολιτική παράταξη που υπενθυμίζει ένα αριστερό ή ριζοσπαστικό πρόγραμμα.1 Η «Αριστερά των προσώπων» δεν έχει, ακόμη, κάποια «προσωπική» συμβολή ούτε στη θεωρία της κοινωνικής αλλαγής (ένα γεγονός πραγματικά πρωτότυπο στη νεώτερη και σύγχρονη ιστορία των πολιτικών κομμάτων της Αριστεράς, με πλειοψηφική δυναμική)2. Η «Αριστερά των προσώπων» δεν έχει οποιαδήποτε προοπτική να αναγνωριστεί, ως μια κοινωνικά χρήσιμη και γι’ αυτό αξιόλογη Αριστερά. Προκειμένου, στο μέλλον, αυτή η παράταξη να αντιπροσωπεύει ένα θετικό απόθεμα (κυρίως με τις δύο εκλογικές νίκες του 2015), στην πολιτική μνήμη των δυνάμεων της εργασίας και μια προϋπόθεση της εκ νέου προσέγγισης των μικροαστικών στρωμάτων, οφείλει να αποδεσμευτεί από τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Τότε, είναι ενδεχόμενο να υπάρξει μια γόνιμη προσπάθεια για να ανασυνταχθεί, με βασικό όχημα ένα αριστερό, επινοητικό και δημιουργικό πρόγραμμα, για την κοινωνική αλλαγή. Μέχρι τότε, θα είναι η Αριστερά της Δεξιάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η «Αριστερά των προσώπων» έκανε κάποιες προσπάθειες πολιτικής πράξης με νόημα, οι οποίες παρέμειναν μισές και ανολοκλήρωτες. Σταχυολογώ, πέραν των προαναφερθεισών, ορισμένες θεσμικές παρεμβάσεις (εκτός του πεδίου της εξωτερικής πολιτικής), δράσεις ή εξαγγελίες της προκείμενης διακυβέρνησης:

1) Πολύ καθυστερημένα αύξησε τον κατώτερο μισθό των εξαρτημένων (μισθωτών) απασχολούμενων (με κατάργηση του υποκατώτατου), αφού εκείνοι είχαν υποφέρει από εργοδοτικές αυθαιρεσίες, διά μακρόν, και μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων δούλευε, ήδη, με μερική απασχόληση.

2) Νομοθέτησε τις κοινωνικές-συνεργατικές οργανώσεις (με τουλάχιστον δύο σημαντικά νομοθετήματα), αλλά τίς άφησε χωρίς οποιαδήποτε χρηματοδοτική κάλυψη ή ενίσχυση, ενώ διατήρησε και για αυτές τις οικονομικές οργανώσεις ορισμένες από τις επιβαρύνσεις των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα ήταν να κινηθούν ελάχιστες νέες συνεργατικές οργανώσεις, σε σχέση με τις προθέσεις και τις κοινωνικές ανάγκες.

3) Δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες για τον εκδημοκρατισμό της επιχειρηματικότητας, μεταξύ των οποίων θα έπρεπε να περιλαμβάνονται μέτρα για την ενίσχυση της γυναικείας επιχειρηματικότητας.

4) Δεν αξιοποίησε ή δεν επεξέτεινε γνωστούς θεσμούς που μπορούσαν να αναστείλουν τις απολύσεις σε μεγαλύτερες ή πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να χρεώσει το μισό κόστος των επιδομάτων ανεργίας στις επιχειρήσεις, που απολύουν (είναι πιο δίκαιο να πληρώνει ο ιδιώτης επιχειρηματίας, για τις επιλογές του, και όχι το σύνολο των φορολογουμένων – είναι αναλόγως άδικο να επιβαρύνονται βασικά οι φορολογούμενοι για τις συνέπειες συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών), και να επεκτείνει το δικαίωμα του επιδόματος ανεργίας σε περισσότερους.

5) Δεν αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες της συνταγματικής αναθεώρησης, για να εισαγάγει τουλάχιστον στη δημόσια συζήτηση θέματα, που αφορούν στα πολιτικά δικαιώματα και τη λαϊκή κυριαρχία. Ήταν δυνατόν να ενταχθεί στα συζητούμενα θέματα το δικαίωμα των γυναικών, να μοιράζονται με τους άνδρες τη συμμετοχή στα αιρετά δημόσια αξιώματα. Μια ριζοσπαστική επιλογή ακόμη θα ήταν η πρόταση για την ανάδειξη αιρετών λειτουργών της δικαιοσύνης, με περιορισμένη θητεία. Δεν υπήρξαν αυτές οι προτάσεις και δεν θα πραγματοποιηθούν για πολλά χρόνια. Τα αριστερά πολιτικά αντανακλαστικά δεν συνόδευαν την Αριστερά.

6) Δημιούργησε δύο αξιοσημείωτες ρυθμίσεις: μια για την απλή αναλογική στις βουλευτικές εκλογές και μια για την εισαγωγή της απλής αναλογικής στην τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν συμπλήρωσε την τελευταία επιλογή με την αναγκαία αναδιάρθρωση των οργάνων της αυτοδιοίκησης, που θα έπρεπε να αποτελούνται μόνο από συλλογικά όργανα (λειτουργία κοινοτικού θεσμού, με συμβούλια, χωρίς κατ’ ανάγκην μονοπρόσωπο εκτελεστικό όργανο). Επειδή δεν προχώρησε σε αυτήν την κρισιμότερη αλλαγή, η επόμενη συντηρητική κυβέρνηση παρέκαμψε και τα αποτελέσματα της απλής αναλογικής στην αυτοδιοίκηση, προκειμένου να ενισχύσει τα μονοπρόσωπα όργανα.

7) Δεν παρενέβη ούτε στο ελάχιστο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Σχεδόν, δεν τούς διακυβέρνησε ποτέ. Καμιά σημαντική πρωτοβουλία για τη γεφύρωση της δράσης τους με την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και την προάσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών δεν αναλήφθηκε από την «κυβερνώσα Αριστερά» και, έτσι, τα σώματα ασφαλείας παρέμειναν μακριά από κάθε θεσμικά συγκροτημένο κοινωνικό έλεγχο (για ποιόν λειτουργούν και σε ποιόν αναφέρονται οι δυνάμεις καταστολής😉 και βεβαίως μακριά από κάθε θετικό πολιτικό απολογισμό της παράταξης.

8) Δεν ανέλαβε οποιαδήποτε πρωτοβουλία, για τον αναπροσδιορισμό των προνομίων των κατόχων του κεφαλαίου και των καθημερινών αυθαιρεσιών τους σε βάρος των εργαζομένων τους. Ούτε στοιχειωδώς δεν σκέφτηκε κάποιος από τους παράγοντες της διακυβέρνησης, επιλογές για την άμβλυνση του διευθυντικού δικαιώματος των επιχειρήσεων, όπως θα ήταν η οφειλή μιας αριστερής παράταξης. Τα σκληρά, πειθαρχικά και γραφειοκρατικά συστήματα διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού, τόσο στον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα, παρέμειναν αλώβητα και απαράλλαχτα.

9) Δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αλλαγή, στην ανώτατη εκπαίδευση, παρά τις φωνασκίες των στελεχών της για την προηγούμενη κατάσταση. Μετά την κατάργηση των Συμβουλίων Διοίκησης, παλινωδούσε δια μακρόν όσον αφορά στην συμμετοχή των φοιτητών στις εκλογικές διαδικασίες για τις πρυτανικές και προεδρικές εκλογές των ιδρυμάτων. Αφού έκανε διάφορες τυχάρπαστες (ακόμη και χωρίς να ρυθμίζεται η θητεία των οργάνων) επιλογές, κατέληξε ότι οι φοιτητές δεν δικαιούνται οποιαδήποτε αναλογία συμμετοχής στην εκλογή των οργάνων, ενώ παρασχέθηκε μια περιορισμένη συμμετοχή στους διοικητικούς υπαλλήλους και το τεχνικό ή το ειδικό διδακτικό προσωπικό (απαλείφθηκε και αυτή από την συντηρητική κυβέρνηση της παρούσας)! Φαίνεται ότι η «Αριστερά των προσώπων» αποφάσισε ότι η φοιτητική συμμετοχή δεν θα ήταν ευνοϊκή για τα στελέχη της, στα ιδρύματα. Παράλληλα, δεν ενίσχυσε καθόλου τα πανεπιστήμια με τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους.

10) Αποδύθηκε, διά μακρόν, σε μια άκαρπη πρωτοβουλία για την σύνδεση οικονομικών σκανδάλων (με την ανώριμη στάση και άλλων θεσμικών παραγόντων) με στελέχη της τότε αντιπολίτευσης (μεταξύ των οποίων και πρώην πρωθυπουργούς). Είναι ένα από τα ατοπήματα των απαράσκευων ανθρώπων, το να συνδέεται ο «περιττός» πλούτος, βασικά, με την παράνομη δράση κάποιων ατόμων. Για την Αριστερά, αυτή η σύνδεση είναι ολίσθημα. Η νόμιμη δημιουργία πλούτου για λίγους και η διεύρυνση της φτώχειας για τους πολλούς είναι το κύριο και προς επίλυση κοινωνικό ζήτημα. Η διαφθορά, ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα, αναδεικνύεται από την ατζέντα των ακροδεξιών πολιτικών σχηματισμών. Καθώς το ζήτημα δεν «τό κατείχαν», επαρκώς, παρασύρθηκαν σε πράξεις, οι οποίες τελικά αξιοποιήθηκαν εναντίον τους. Σημειώνω για λόγους στοιχειώδους πληροφόρησης, ότι ο V. Pareto (συνεργάστηκε με το ιταλικό φασιστικό κόμμα) ανέδειξε ως κεντρικό ζήτημα τη διαφθορά των «δημοκρατών» και μάλιστα απέδωσε αυτήν τη στάση σε βιολογικής προέλευσης χαρακτηριστικά.

11) Παρά τις «λοβιτούρες» για τους συνταξιούχους, άφησε εκατοντάδες χιλιάδες συντάξεις, χωρίς διεκπεραίωση και τους αντίστοιχους συνταξιούχους ουσία απλήρωτους, για 24 ή για 31 μήνες (ή για περισσότερο καιρό)!

2 Ελάχιστα πρόσωπα (ο Γ. Δραγασάκης, με παλαιότερα κείμενα, και ο Ν. Κοτζιάς στα εξωτερικά θέματα – τα θεωρητικά κείμενα του τελευταίου αφορούν βασικά σε παρελθούσες πραγματικότητες) μπορούν να εξαιρεθούν, ενώ είναι αμφίβολο ότι τα συγκεκριμένα καθόρισαν, σε κεντρικές πτυχές, την εγχώρια διακυβέρνηση ή την κυβερνητική εξέλιξη. Οι πλείστοι των σημαντικών παραγόντων της διακυβέρνησης καμιά ή ολίγιστη συμβολή είχαν σε θεωρητικά, αναλυτικά ή στρατηγικά θέματα.

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ

Ο Ανδρέας Ν. Λύτρας είναι Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας (σε τρεις θητείες) και Αντιπρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει υπηρετήσει, ακόμη, ως Διευθυντής, στο Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας (Ε.Ι.Ε) και την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, ως Διοικητής στο Γ.Ν.Α. «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο»-ΕΕΣ και ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Σ.Α.Π.Ε.). Οι διερευνήσεις του αποτυπώνονται, κυρίως, σε μονογραφίες. Είναι παράλληλα πολλές οι συμμετοχές του, με κεφάλαια, σε συλλογικούς τόμους. Στο συγγραφικό του έργο συμπεριλαμβάνονται άρθρα και ανακοινώσεις σε συνέδρια. Οι μελέτες του έχουν λάβει αναφορές, σε ελληνικά και ξενόγλωσσα κείμενα. Σημειώνουμε, πως διαπιστώνονται πολλαπλές αναφορές ή, ακόμη, και κεφάλαια αφιερωμένα στο έργο του Α.Ν. Λύτρα, σε διδακτορικά ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων. Αρκετά από τα βιβλία, που έχει συγγράψει, χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, σε ελληνικά πανεπιστήμια. Οι περισσότερες από τις δημοσιευμένες μελέτες του έχουν ενταχθεί, σε ελληνικές και ξένες ακαδημαϊκές (όπως και εθνικές ή πολιτειακές) βιβλιοθήκες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή