Η ατομική ευθύνη εις το έργον του Περικλέους Γιαννόπουλου

by ΠΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Share this
  • Γράφει ο ΠΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  • Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος

Είναι πάρα πολλές οι φορές, όπου ο υποφαινόμενος και πέραν της δεκαετίας, έχει στραφεί με την πένα του, ενάντια στις επιλογές ενός ολάκερου λαού. Με αίσθημα ευθύνης, με τιμιότητα όσο είναι δυνατόν και σε μια προσπάθεια ανατάσεως και διαγνώσεως περί των κακών της φυλής, προσπάθησε να διαγνώσει μέσα απο εκατοντάδες κείμενα, το γιατι συμβαίνει οτι συμβαίνει στην νεοελληνική κοινωνία οχι μόνον τις περασμένες δεκαετίες, αλλά απο εθνεγερσίας και εντεύθεν κατ ελάχιστον.

Λόγω του οτι το 2021, αποτελεί ένα έτος ορόσημο, ένας έτος μεταιχμιακόν για την πορεία του έθνους των Ελλήνων, χρειάζεται πλέον να αναζητήσει και να τονίσει κανείς κατά την δική του οπτική πάντοτε ως δύναται να ιδεί κάποιος τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα μιάς ολάκερης κοινωνίας η οποία δεν διαφεντεύεται μονάχα απο το παρόν μα συνδιαμορφώνεται αενάως με βάση τα υλικά του παρελθόντος σε παρόν και μέλλον, το ποιές είναι οι καίριες γενεσιουργές αιτίες της παντελούς ενίοτε έλλειψης ως νοοτροπία εθνική θα έλεγε κάποιος, της ατομικής ευθύνης. Της ευθύνης του κάθε ατόμου πέρα απο το δικό του εγώ. Της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και της ευθύνης έναντι του καθενός εξ ημων επί της ιστορίας.

Υπάρχει μια τάση την οποίαν παλαιότερα υπήρξε ο υποφαινόμενος θιασώτης της επίσης, το να αποδίδεται αυτό το κοινωνικό φαινόμενο της έλλειψης αίσθησης ατομικής ευθύνης, σε αίτια ανεξερεύνητα, αίτια που δεν αναλύονται εις βάθος και τοιουτοτρόπως θεωρείται αυτή η νοοτροπία ως λίγο πολύ κάτι το δεδομένο, κάτι το εντελώς αυτονόητο, κάτι το εντελώς σύνηθες.

Ως γνωστόν ένα κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι δυνατόν να αναλυθεί και να ιδωθεί μονομερώς, αλλά πάντοτε οφείλουμε να το αναλύουμε αμφίδρομα. Ως εκ τούτου λοιπόν, η μονόδρομη σκέψη πως “απλώς έτσι είναι το πράγμα”, οχι μόνον δεν λύνει το πρόβλημα, πρόβλημα καίριον μιάς ολάκερης κοινωνίας που ταλανίζεται απο αυτό για αίώνες μιάς και την διατρέχει απο άκρη ως άκρη ανεξαρτήτως σχεδόν χρόνου και εντοπιότητας, αλλά το περιπλέκει έτι περαιτέρω λειτουργώντας  προς την συμπλεγματική ανάπτυξη και το κακό μεγάλωμα γενεών επί γενεών νεοελλήνων και τούτο θα συμβαίνει εις τους αιώνας των αιώνων.

Μια πολύ καλή υπό την έννοια της αυθεντικότητας της σκέψης, πηγή ώστε να ξεκινήσει κάποιος την ουσιαστική ανάλυση του ζητήματος αυτού, ζήτήματος το οποίον δεν αφορά μόνον τα άτομα αλλά και την κοινωνία μέσα σε αυτό το διαδραστικό παιχνίδι του δίπολου άνθρωπος κοινωνία ως προαναφέρθηκε, είναι και το μνημιώδες έργο μανιφέστο, του “οικειοθελώς εις τα επέκεινα”, λόγιου των αρχών του προτεραίου αιώνος, Περικλή Γιαννόπουλου, ο οποίος εις το έργο του ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ (εκδ. 1906) καθώς και αλλαχού στο γενικώς πολυγραφότατο έργο του (ποιός άραγε να λησμονήσει το ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΚΟΙΝΟπέραν των νεοελλήνων του καιρού του αλλά και σήμερα), θα μιλήσει περί του ζητήματος, το οποίον απασχολεί το συγκεκριμένο άρθρο, το ζήτημα της ανάπτυξης της αίσθησης της ατομικής ευθύνης για τον νεοέλληνα.

ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΚΑΤΕΠΟΝΤΙΣΕΝ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΕΠΤΩΝ

Ο Γιαννόπουλός θα καταγγείλει. Θα καταγγείλει την έλευση των νοοτροπιών του βουνού, των κλεπτών, των αμαθών, των δίχως σχέδιο διαβιούντων, της νέας πολιτικής τάξης στο νεοελληνικό προτεκτοράτο στην βαίνουσα προς αστικοποίηση νεοελληνική κοινωνία όπου μέσα στην προσπάθεια της να δείξει σημεία ενωτικά, έπειτα απο μιάν εθνική επανάσταση, αλλά και μια επιβολή ενός Βασιλέα σχεδόν αθέλητη, θα στραφεί προς το αρχαίοελληνικόν πνεύμα  με έναν τρόπο κακοφορμισμένο, έναν τρόπο ασύνδετο, βιαστικό, μέσα σε πανικό θα παρατηρούσε κανείς, μέσα σε μια προσπάθεια να στηρίξει το νέοελληνικό οικοδόμημα με οτι μπορούσε να βρεθεί πρόχειρο, κάτι που να δείχνει εκ του μακρόθεν στέρεο και σταθερό μα όσο κανείς θα το επλησίαζε προκειμένου να το παρατηρήσει, θα φανέρωνε την εφιαλτική του, δίχως ουσιαστικές προυποθέσεις έλλειψη βάσεων και διασύνδεσης των υλικών.

Η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, μιάς δανειακής αποικίας επί της ουσίας και έναν τόπο μιάς “μακρινής δύσης” στα πρότυπα ενός ιδιότυπου Far West στην ανατολή, έναν τόπο όπου ο κάθε τυχάρπαστος έρχονταν κρυπτόμενος υπό την συναισθηματική φόρτιση ενός άκρατου“φιλελληνισμού” ώστε να βρεί την τύχη του (αν και υπήρξαν πραγματικοί φιλέλληνες είναι η αλήθεια και δεν μπορεί κανείς να λησμονήσει το έργο τους) απαιτούσε μια Βασιλεία επιδιαιτητικού χαρακτήρα, με έναν “Βασιλέα” ανίκανο προς τεκνοποίηση και σχεδόν άνθρωπο ο οποίος διαπνέονταν ως φυσικό χαρακτηριστικό απο βραδύνοια, άρα άνθρωπο απολύτως ελέγξιμο, συν μια νέα υπό διαμόρφωση κάστα πολιτικής τάξης, πρώην αγωνιστών (σε ποιόν αγώνα άραγε πέραν απο αυτόν της “ανεξαρτησίας”) οι οποίοι θα αποτελέσουν την γεννήτρα δύναμη της οικογενειοκρατικής αντίληψης και με έναν λαό πένητα, σε τρομερή ένδεια λόγω του πρόσφατου πολέμου, σε απόλυτη φτώχεια ως ακόλουθο τους και υπήκοο των ορέξεων τουςάρα επίσης απολύτως ελέγξιμο απο την νέα πολιτική αυτή κάστα, μέλλουν να συναποτελέσουν την κοινωνική σύνθεση του νεοελληνικού κράτους απο του 1830 ιδρυθέντος, σχεδόν όπως όπως νεοελληνικού κρατιδίου το οποίον ένιωθε ασφυξία μέσα στα στενά γεωπολιτικά του όρια.

Εκεί θα γεννηθεί επισήμως και το πελατειακό κράτος καθώς και η άνδρωση ενός διπόλου το οποίον είχε της βάσεις του στην προτεραία κατάσταση της οθωμανικής κατάκτησης, το άρρωστο δίπολο πολίτη πολιτικού μιάς ημιτελούς εθνοκοινωνικής επαναστάσεως η οποία ποτέ δεν επέτυχε πλήρως ούτε ως εθνική επανάσταση έπειτα απο αιώνες ξενικής κατάκτησης και το περισσότερο μη έχοντας ένα υγιές κοινωνικό κατασκέυασμα εις το οποίον θα μπορούσε να στηριχθεί, απέτυχε στο να απεμπολήσει όλες εκείνες τις κοινωνικές πρακτικές της οθωμανοκρατίας. Συναλλαγές κάτω απο το τραπέζι, κλεψιές, ατασθαλίες κάθε λόγης και μορφής κι έπειτα δάνεια επί δανείων ώστε να καλυφθεί ο πάντοτε ελλειματικός οικονομικός προυπολογισμός ενός κράτους που θύμιζε πολύ αχνά το έθνος το οποίον και επικαλούνταν πως απο εκείνο προήρχετο, ήτοι την αρχαία Ελλάδα.

Η Ελλάς πάντοτε θα πληρώνει ακριβά την ιδιαίτερη γεωπολιτική και στρατηγική της θέση.

Σε ένα άλλο μνημιώδες κείμενο του ο Γιαννόπουλος που φέρει τον τίτλο Ο ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ (περιοδικόν « Νουμς», ρ. 27, 3-4-1903), ο Γιαννόπουλος θα αναφερθεί στην επεξεργασμένη ιστορία την οποίαν έδωσαν οι ξένοι προς τον υπό νέα διαμόρφωση συνειδησιακή λαό να γνωρίζει για τον ίδιον. Θα παραστήσει όλη αυτή την διαδικασία ως έναν “Χαλασμένον Καθρέπτην” όπου κάποιος κοιτάζει το στρεβλό είδωλο του αγνοώντας την πραγματική του εικόνα και μένοντας στην πληροφορία που του δίνει ένα χαλασμένο αντικείμενο για αυτήν, πιστεύοντας πως έτσι τελικά δείχνει και στην πραγματικότητα.

Οι έξωθεν λοιπόν παράγοντας κατά Γιαννόπολο αποτέλεσαν καίριο συστατικό της κατάντιας του νεοελληνικού λαού, κατάντιας οικονομικής μα το κυριότερο πολιτισμικήςαλλά οχι μόνον αυτοί. Κι όταν εκείνος στις καταληκτικές τρείς λέξεις του ΝΕΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, γράφει το περίφημο και εξίσου παρεξηγημένο ΕΛΛΑΣ Η ΤΕΦΡΑ, δεν θα στραφεί φυσικά εναντίον των άλλων εθνών επιθετικά ως κάποιοι τεχνιέντως ίσως παρερμήνευσαν. Θα στραφεί ενάντια στην νέα υπό διαμόρφωση κατάσταση του νεοελληνικού κράτους  και της νεοελληνικής κοινωνίας και θα προτείνει πως είτε θα γίνετε εκ νέου Έλληνες πραγματικώς προερχόμενοι εκ των αρχαίων ημών προγόνωνείτε θα καταντήσετε νεοέλληνες ως και συνέβει με κάποιες εξαιρέσεις οι οποίες δυστυχώς έρχονται πάντα ώστε να επιβεβαιώσουν τον κανόνα.

Βεβαίως σε μια υπό διαμόρφωση νεοελληνική κοινωνία, μια κοινωνία με τόσες αντίξοες προυποθέσεις όπου εντελώς βιαστικά θα αναγκαστεί να ανασυσυνταχθεί ως κράτος, πραγματικά με το πιστόλι στον κρόταφο, δεν έπαιζαν μόνον ρόλο οι ξένοι, ο Βασιλέας ο επιβληθείς έξωθεν ή ακόμα ακόμα και η βουλετικήπολιτική τάξη η προερχόμενη απο τους ανθρώπους της “ανεξαρτησίας”. Κυριότερος εχθρός της νεοελληνικής καταστάσεως, υπήρξαν οι άμεσες βιοτικές ανάγκες που ανάγκαζαν έναν ολάκερο λαό να παλεύει δίχως σύστημα, δίχως κοινωνικό κράτος, δίχως ουσία και ανέλπιδα πολλές φορές, για τον επιούσιο άρτο.

Η σκληρή καθημερινότητα μετέτρεψε τον Έλληνα σε ένα φίλαυτο αρχηγίσκο κυβερνήτη του εαυτού του, όπου έπρεπε να βρίσκει τρόπους και τους πλέον ποταπούς ακόμη ώστε να επιβιώσει. Η προγονολαγνεία η νομιζόμενη ως αγάπη προς το ιστορικό παρελθόν η οποία ως προανέφερα έδρασε ως μια απέλπιδα προσπάθεια διαμέσου κεντρικών πολιτικών γραμμών εξουσίας συνεκτική αναμεταξύ ασύνδετων ανθρώπων που οι οποίοι έπρεπε με κάποιον τρόπο να αισθανθούν κάποια κοινά χαρακτηριστικά και να ομαδοποιηθούν, διέλυσε κάθε έννοια προοπτικής αυτόνομης τόσο για την κοινωνία ως σύνολο όσο και για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά ως μονάδα.

Η ΕΛΛΑΣ ΥΠΗΡΞΕ ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ ΜΕΤΑ ΠΟΛΛΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΣΤΙΣ ΟΡΘΕΣ ΡΑΓΕΣ.

Οι επιβληθείσες λοιπόν κοινωνικές συνθήκες, επέβαλλαν και αυτόν τον “ωχαδερφισμό” την παντελή αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, το μη νοιάξιμο για τον διπλανό και γενικώς όλη αυτή την φαινομενική αδιαφορία για τους γύρω η οποία στην ουσία δεν ήταν τίποτε άλλο απο μια έκφραση κοινωνική της απελπισίας ενός ολάκερου λαού που το μόνο ίσως που τον συνέδεε ουσιαστικά, ήταν η τραγική οικονομική του κατάσταση και ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση.

Χωρίς ουσιαστικό σχέδιο (ή αν το ιδεί κάποιος συνομοσιολογικά με σαφές σχέδιο το να στραφεί ο λαός προς την καθημερινή επιβίωση και να χάσει κάθε διάθεση για ουσιαστική επανασύνδεση με το ιστορικό του γίγνεσθαί και παρελθόν), χωρίς παιδεία, χωρίς ουσία, χωρίς προοπτικές, με μιάν αδιόρατη όμως  εκτός συστήματος κοινωνικού και πολιτικού διασύνδεση με την προγονική φωνή, τα χώματα αυτά και το παρελθόν ήλθε ο λαός ο Ελληνικός  ως τα εδώ διακόσια χρόνια έπειτα της προσπάθειας ανεξαρτησίας, ασθμαίνων και προσπαθώντας ακόμα μέσα απο τα χαλάσματα που έφεραν στον ίδιον τον λαό όλα τα κακά χαρακτηριστικά της φυλής, η διχόνοια, ο αρχηγισμός ή μη ένταξη ουσιαστικά σε ομάδες και κοινά μεγάλα οράματα, λόγω ως προαναφέρθηκε και των κοινωνικών, ιστορικών, οικονομκών συνθηκών, να ζητήσει και πάλι το στίγμα του αναμεταξύ των εθνών

Το αν θα  επιβιώσει με μιάν ενιαία εθνική συνείδηση διατηρώντας τον τόσο πλούσιο πολιτισμικό  του χαρακτήρα, το αν η φύση επιβιώσει του τεχνοκρατισμού, αν καταφέρει να αφουγκραστεί μέσα στην τόση οχλοβοή τις προγονικές του επιταγές, αυτό θα το κρίνει μόνον και μόνον ο μη πληρωμένος ιστορικός του μέλλοντος κόσμου εις αγαστή συνεργασία μετά του πανδαμάτωρος χρόνου.

Share this
The following two tabs change content below.
ΠΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΠΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Ο Πάνος Χατζηγεωργιάδης γεννήθηκε στα 1976. Μετά το πέρας των εγκυκλίων σπουδών του, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και Ψυχολογία σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ως μουσικοσυνθέτης, είναι μέλος της Performing Rights Society του Λονδίνου με δισκογραφική παρουσία στον χώρο από τις αρχές του 2000 και σε χώρες όπως η Αγγλία, Ολλανδία και Δανία. Πριν κάποια χρόνια, υπήρξε υποψήφιος σε βραβεία της διεθνούς μουσικής σκηνής στο Los Angeles, Hollywood της Καλιφόρνια. Ως λογοτέχνης έχει βραβευθεί σε πολλούς και σημαντικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Αρθρογραφεί κυρίως με άρθρα γνώμης για πολιτικά, κοινωνικά, ιστορικά θέματα καθώς και λογοτεχνικές αναφορές, πέραν της δεκαετίας.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή