Η χαμηλόφωνη ποίηση της Κατίνας Παΐζη

  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

Η πρώτη ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο «Ροδοπέταλα», βρίσκεται ακόμη στη βιβλιοθήκη μου. Την είχε αγοράσει η μητέρα μου, όταν κυκλοφόρησε στο Ηράκλειο, το 1931. Είχε ζήσει, τότε, κάποιους μήνες εκεί. Μάθαινε μοδιστρική, μαζί με τη Γεωργία, τη μεγαλύτερη αδελφή της.

Θυμάμαι ότι είχε πάντα τη συλλογή στην κασέλα του σπιτιού. Κάποιες φορές, όταν ένιωθε κουρασμένη από τις δουλειές, την έβγαζε με προσοχή και διάβαζε ορισμένα ποιήματα. Ύστερα, την επέστρεφε στη θέση της. Η απόκτησή της, φαίνεται, της θύμιζε ανέμελες στιγμές της στη Χώρα.

Η Κατίνα Παΐζη, που είχε γράψει την ποιητική συλλογή, γεννήθηκε στην Ανώπολη των Σφακιών το 1911. Αποτελούσε το πρώτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας. Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Δ. Παΐζης, ήταν από την Ιθάκη και υπηρετούσε ως δάσκαλος στο χωριό. Η μητέρα της, Ελένη Γ. Πάτερου, καταγόταν από την ιστορική οικογένεια των Πάτερων της περιοχής.

Σε νεαρή ηλικία έφθασε στο Ηράκλειο και σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Μετά την αποφοίτησή της ξεκίνησε να εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Γρήγορα απέκτησε επαφές με τους πνευματικούς ανθρώπους του Ηρακλείου. Δημοσίευε τακτικά ποιήματά της και άρθρα λαογραφικού περιεχομένου σε εφημερίδες και περιοδικά της πόλης. Έστελνε όμως συνεργασίες της και σε άλλα έντυπα, εκτός Κρήτης. Μία από τις μικρότερες αδελφές της ήταν η μετέπειτα, γνωστή ηθοποιός, Αλέκα Παΐζη.

Εκείνη την περίοδο, είχε γνωριστεί με τη μητέρα μου και τη θεία μου. Συχνά μου ανέφεραν κι οι δυο τους πως, στο εργαστήριο της μοδίστρας, όπου μαθήτευαν, ερχόταν και έραβε τα ρούχα της η μεγαλύτερή τους, όμορφη δασκάλα από τα Χανιά, που έγραφε στις εφημερίδες διάφορα κείμενα. Κάποια μέρα άκουσαν ότι είχε τυπώσει τα ποιήματά της. Ντράπηκαν να της ζητήσουν την ποιητική συλλογή της και, παρά τις οικονομικές δυσκολίες τους, φρόντισαν να την αγοράσουν.

Η έκδοση των «Ροδοπέταλων» αποτελούσε το ξεκίνημα της συγγραφικής δράσης της Κατίνας Παΐζη. Τα αμέσως επόμενα χρόνια εκδόθηκαν άλλες δύο ποιητικές συλλογές της. Οι «Απλοί Σκοποί» (Αθήνα, Κασταλία, 1936) και τα «Τραγούδια για μικρά παιδιά» (Ηράκλειο, Εκδοτικά Καταστήματα Α. Αλεξίου, 1938).

Η νεαρή δασκάλα δεν πρωτοτυπεί. Η χαμηλόφωνη ποίησή της κινείται μέσα στο γνωστό κλίμα του Μεσοπολέμου. Κυριαρχούν οι λυρικοί τόνοι και η απαισιοδοξία από την άτυχη κατάληξη νεανικών ερώτων. Τα σχόλια για τη δουλειά της, από τους πνευματικούς κύκλους της εποχής, υπήρξαν αντιφατικά.

Το πνευματικό περιβάλλον του Ηρακλείου, μέσα στο οποίο εντάσσεται η δημιουργία της, περιγράφεται αναλυτικά στο πολύτιμο βιβλίο του Αντώνη Καρτσάκη, «Το λογοτεχνικό Ηράκλειο του Μεσοπολέμου. Κείμενα, έντυπα, δημιουργοί» (Ηράκλειο, Βικελαία Βιβλιοθήκη, 2014). Σημαντικές πληροφορίες θα περιέχονται και στη διδακτορική διατριβή του Ben Petre, «Φιλολογική δραστηριότητα και λογοτεχνική παραγωγή στο Ηράκλειο Κρήτης, 1881-1941», που υποβλήθηκε και εγκρίθηκε το 2013 στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, η έκδοση της οποίας δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο.

Λίγα χρόνια πριν από τον Πόλεμο, και ύστερα από οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειάς της, η Κατίνα Παΐζη μετανάστευσε στην Αθήνα. Εξακολούθησε να διδάσκει. Παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο. Συμμετείχε, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στην Αντίσταση. Τα μεταπολεμικά χρόνια βίωσε με διαφόρους τρόπους τον πόνο από την ήττα. Αγόγγυστα, συμπαραστάθηκε με κάθε τρόπο σε όσες και όσους είχαν την ανάγκη της, κυρίως στην εξόριστη αδελφή της.

Όλες οι παραπάνω αρνητικές εξελίξεις δεν στάθηκαν εμπόδιο στη συγγραφική παραγωγή της. Οι συνεργασίες της με διάφορα λογοτεχνικά έντυπα της πρωτεύουσας συνεχίστηκαν.

Το 1955 εξέδωσε την ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Παραλλαγές» (Αθήνα, Δίφρος) και πολύ αργότερα, το 1983, μία άλλη, με τον τίτλο «Τα παιδιά τραγουδούν» (Αθήνα Δίφρος). Και στις δύο είναι εμφανής η προσπάθειά της να πειραματιστεί και να γράψει σε ελεύθερο στίχο. Το αποτέλεσμα, σε ορισμένα ποιήματα, μπορεί να χαρακτηριστεί αρκετά ικανοποιητικό.

Η συγγραφική διαδρομή της έκλεισε το 1988, οπότε τύπωσε ένα τόμο με πεζά της, που έφερε τον τίτλο «Σφακιανές κουβέντες». Συνιστούσε μια επιστροφή στον χώρο των παιδικών της χρόνων. Πέθανε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 1996.

Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα ότι στη γνωστή σειρά «Οι λησμονημένοι του τόπου», των Εκδόσεων Δοκιμάκη του Ηρακλείου, συμπεριλήφθηκε η αξιόλογη αυτή ποιήτρια. Φρόντισα να προμηθευτώ το τομίδιο. Τίτλος του: Κατίνα Παΐζη, «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» (Ηράκλειο 2011).

Το έχει επιμεληθεί με ευαισθησία και μεγάλη γνώση η Νίκη Τρουλλινού. Γνωστή συγγραφέας, επίσης Χανιώτισσα, που έχει βρει και αυτή καταφύγιο στο Ηράκλειο. Στο εξώφυλλό του υπάρχει σχέδιο της ποιήτριας από τον ζωγράφο Μανώλη Αποστολάκη.
Στην εισαγωγή της η Νίκη Τρουλλινού περιγράφει συνοπτικά αλλά τεκμηριωμένα τη ζωή και το έργο της Κατίνας Παΐζη. Στη συνέχεια, δημοσιεύει ορισμένες επιστολές από προπολεμικούς συνομιλητές της ποιήτριας. Το άγνωστο και πολύτιμο για την έρευνα αυτό υλικό εντόπισε η επιμελήτρια ερευνώντας το προσωπικό αρχείο της ποιήτριας, το οποίο τέθηκε στη διάθεσή της.

Μεταξύ των επιστολογράφων είναι οι Ν. Πλουμπίδης, Κ. Δημαράς, Γιάννης Σκαρίμπας, Νίκος Καζαντζάκης, Τάκης Καλμούχος, Βάσος Δασκαλάκης, Θάλεια Καλλιγιάννη, Σπ. Μαρινάτος και Γιάννης Ρίτσος.

Ακολουθεί, η δημοσίευση επιλογής ποιημάτων της Κατίνας Παΐζη από τις συλλογές της «Ροδοπέταλα», «Απλοί Σκοποί», «Παραλλαγές» και «Τα παιδιά τραγουδούν». Ιδιαίτερη ενότητα καταλαμβάνουν τα αθησαύριστα ποιήματα. Είχαν δημοσιευτεί από την ποιήτρια σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά του Ηρακλείου και της Αθήνας, αλλά δεν τα συμπεριέλαβε σε κάποια από τις συλλογές της.
Τέλος, αναδημοσιεύονται αρκετά πεζά από το βιβλίο της «Σφακιανές κουβέντες». Οι ανέκδοτες φωτογραφίες, που πλαισιώνουν την έκδοση, είναι χρήσιμες για τους μελετητές της περιόδου.

Η έκδοση, γρήγορα εξαντλήθηκε κι αυτό είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Δείχνει ότι, στους πεζούς καιρούς μας, η χαμηλόφωνη ποίηση της Κατίνας Παΐζη έχει ακόμη φανατικούς αναγνώστες. Εξακολουθεί να συγκινεί.

Πριν από λίγους μήνες επανεκδόθηκε το τομίδιο, με την ίδια διάταξη, από τις Εκδόσεις «Η πυξίδα της πόλης» των Χανιών. Πρόσφατα έγινε η παρουσίασή του στα Χανιά.

Η ποιητική παραγωγή της Κατίνας Παΐζη πρέπει να είναι πλούσια. Δεν διαθέτουμε ακόμη σαφή εικόνα και θα άξιζε, κάποια στιγμή, να υπάρξει σχετική έρευνα στα λογοτεχνικά περιοδικά της προπολεμικής και της μεταπολεμικής περιόδου. Αναφέρω, ενδεικτικά, μία περίπτωση.

Μεταξύ των ετών 1933-1936 εκδιδόταν στον Πύργο Ηλείας το «Φιλολογικόν Ημερολόγιον “Αυγή”». Και στα τέσσερα τεύχη του «Ημερολογίου» υπάρχουν ποιήματα της Κατίνας Παΐζη. Τελευταία, ανατυπώθηκαν όλα τα τεύχη σε ένα ωραίο τόμο, που τυπώθηκε από τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Πύργου. Την έκδοση επιμελήθηκε ο Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, ο οποίος έχει γράψει και τον ιδιαίτερα κατατοπιστικό πρόλογο.

Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες ήλθε σε επαφή η ποιήτρια με τους εκδότες του «Ημερολογίου», παραμένουν αδιευκρίνιστες. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις αλλά πρέπει να τεκμηριωθούν ασφαλέστερα. Χρειάζεται να πραγματοποιηθεί έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και να ελεγχθεί αν τυχόν τα δημοσιευόμενα ποιήματα είναι αθησαύριστα. Τα αποτελέσματα, έχω την εντύπωση ότι θα είναι πολύ διαφωτιστικά για την πορεία της ποιήτριας.

Η ανταπόκριση που βρίσκει η ποίηση της Κατίνας Παΐζη από το κοινό αποδεικνύεται από τη μεγάλη απήχηση που γνώρισε το ποίημά της «Αγάπη», γνωστότερο ως «Πόσο πολύ σε αγάπησα», από τη συλλογή της «Παραλλαγές».

Τους στίχους του μελοποίησε το 1998 ο συνθέτης Βασίλης Δημητρίου και ερμηνεύτηκαν όμορφα από τον τραγουδοποιό Χρήστο Θηβαίο. Το τραγούδι, που συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ του «Ο μεγάλος θυμός», βρίσκεται τα τελευταία χρόνια διαρκώς στα χείλη όλων, κυρίως όμως της νέας γενιάς.

Παραθέτω, διατηρώντας την αρχική ορθογραφία, ένα ποίημα από τα «Ροδοπέταλλα» (έτσι γράφεται η λέξη στο εξώφυλλο και στη σελίδα τίτλου του αντιτύπου που έχω):

ΟΛΑ ΘΑ ΣΒΥΣΟΥΝ

Όλα θα σβύσουν, θα χαθούν αγύριστα
τίποτα δεν θα μείνη στον αιώνα,
του κόσμου αυτού συντρίμμια η ζωή
θα πέση, σαν ναού παληά κολόννα.
Ο χαλασμός κι’ ο χρόνος θ’ αφανίσουνε
όλα μέσ’ στο πυρό τους το καμίνι,
κι’ από του κόσμου τούτου τις ζωές
ασάλευτη καμμιά δε θ’ απομείνει.
Μ’ απ’ όλους πιο στερνά θε να χαθή
ο ποιητής στην ώρα τη μεγάλη,
της γένεσης παληός τραγουδιστής,
και του χαμού στερνή ωδή να ψάλλη.

The following two tabs change content below.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή