Η διαλεκτική της απομόνωσης

by Νίκος Λαγκαδινός
  • Γράφει ο Νίκος Λαγκαδινός

Δεν με ενόχλησε και πολύ η απομόνωση ή αλλιώς η “καραντίνα” στην οποία μας έβαλε η πολιτεία για να συμβάλουμε κι εμείς με τον τρόπο στη μη διασπορά του θανατηφόρου κοροναϊού. Σε εκούσια απομόνωση ουσιαστικά είμαι τα τελευταία χρόνια με σκοπό να κερδίσω το χρόνο που έχασα στη ζωή σε ασχολίες που μάλλον δεν μου ήταν και πολύ χρήσιμες.

Ωστόσο, κάθε παρόμοια κατάσταση, σ’ αυτή της καραντίνας μας δίνει τη δυνατότητα να βγάλουμε και κάποια συμπεράσματα για τον εν συνεχεία προσανατολισμό μας. Άραγε βγαίνει κανε΄να δίδαγμα; Δεν ξέρω  και δεν με νοιάζει να βγάλω εγώ κάποιο δίδαγμα. Προέκυψαν πολλά ερωτηματικά και απορίες αυτό τον καιρό, αλλά… δεν προλαβαίνω να δώσω εγώ τις απαντήσεις!!!

Αυτό που μου χάρισε και μου χαρίζει η απομόνωση είναι η δυνατότητα να ασχοληθώ με τα βιβλία μου,. να διαβάσω για άλλη μια φορά όσα με ενέπνευσαν, να ξεφυλλίσω κάποια άλλα που είχαν τραβηχτικό τίτλο, να συμπληρώσω τα κενά μου στην ιστορία, να εντρυφήσω σε συγγραφείς που αγάπησα από την εποχή των σπουδών μου. Έπαψα να παρασύρομαι από την πολιτική και τους περισσότερους πολιτικούς, οι οποίοι πολλές φορές φαίνονται ζαλισμένοι από την απόλαυση που τους παρέχει η άσκηση της οποιασδήποτε εξουσίας (κυβερνητικής ή κομματικής), ξεγελιούνται περισσότερο απ’ όσο κατορθώνουν να ξεγελούν. το βλέπομε σε καθημερινή βάση να δίνουν παραστάσεις που μονάχα για τους ηθοποιούς έχουν σοβαρότητα, κύρος και υποβλητικότητα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τους βλέπει ο πολύς κόσμος αλλά εγώ νιώθω σα να παρακολουθώ γενικώς μια παρωδία.

Θα μπορούσα άραγε να χρησιμοποιήσω αυτού του είδους την παρωδία για να γράψω ένα μυθιστόρημα και να δημιουργήσω κάποια σύμβολα της ανθρώπινης ζωής της εποχής μας; Δεν το θέλω και δεν το μπορώ. Ελπίζω ότι στο μέλλον θα βρεθούν κάποιοι άλλοι και θα το κάνουν. Στις μέρες μας κυκλοφορούν πολλά εμπορικά λογοτεχνικά έργα. Γι’ αυτό η ενασχόλησή μου με τα βιβλία πλέον περιορίζεται στην ανάγνωση διότι όπως ξέρετε η ανάγνωση είναι μια άκοπη απόλαυση. Λέγεται πως και ο Θερβάντες έγραψε το αριστούργημά του, τον “Δον Κιχώτη”, σαν μια αισθητική διαμαρτυρία εναντίον των κακόγουστων εμπορικών λογοτεχνημάτων της εποχής του. Το μυθιστόρημά του “χαρακτηρίστηκε ως ο αναπόφευκτος και αιώνιος αγώνας μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού” (Erwin Laaths).

Την εκτός τόπου και χρόνου μορφή του Δον Κιχώτη την εξέταζαν σαν μια κωμική περίπτωση ανάλογη μ’ εκείνες που παρουσιάζουν οι κωμωδίες του Μολιέρου που ανταγωνιστικά παρουσιάζουν αντικοινωνικούς τύπους με λογικά μέλη της κοινωνίας. Η ερμηνεία του Δον Κιχώτη, σαν ατομικής ύπαρξης κλεισμένης σε μια μεταφυσική μοναξιά, φαίνεται κωμική στους ανθρώπους, αλλά είναι τραγική εμπρός στην αιωνιότητα. Η μορφή του ήρωα του Θερβάντες ξεπερνάει το επίπεδο του κωμικού , ακόμα και του κωμικοτραγικού, και φτάνει  στα ύψη της συγκλονιστικής λύτρωσης. Το ζήτημα για μας σήμερα, στη δική μας κοινωνία, είναι ποιοι θεωρούνται “αντικοινωνικοί τύποι” και ποιοι “λογικοί”!

Ξέφυγα ελαφρώς κι έδωσα περισσότερο χώρο στον Δον Κιχώτη. Αξίζει όμως γιατί ο ήρωας αυτός του Θερβάντες ανήκει στις μυθολογικές, ας πούμε, μορφές του δυτικού πολιτισμού, όπως ο “Άμλετ”, ο “Φάουστ”, η “Άννα Καρένινα”, η “Έμα Μποβαρί”, ο “Μερσώ” και τόσοι άλλοι που εντοπίζονται στα αριστουργήματα του Σαίξπηρ, του Μολιέρου, του Γκαίτε, του Τολστόι, του Φλομπέρ, του Καμύ…

Πέρα από τις σελίδες του “Δον Κιχώτη” που διάβασα αυτό τον καιρό, τα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα απλώθηκαν στο “Ανθρώπινο κτήνος” του Εμίλ Ζολά, που εκδόθηκε το 1890, ένα υπέροχο μυθιστόρημα που στην ουσία είναι, όπως σημειώνει και ο Αναστάσης Βιστωνίτης (στην έκδοση του Καστανιώτη), ένα ψυχολογικό θρίλερ, είδος δηλαδή που αναπτύχθηκε τον επόμενο αιώνα μέσω της μαζικής κουλτούρας, γι’ αυτό και μεταφέρθηκε επανειλημμένα στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στις γνωστότερες μεταφορές ανήκουν η ομώνυμη ταινία του Ζαν Ρενουάρ (1938) και κατόπιν το Human Desire του Φριτς Λανγκ (1954) με πρωταγωνιστή τον Γκλεν Φορντ.

Παραθέτω ένα απόσπασμα του έργου, στην ωραία μετάφραση της Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου:

Η μηχανή έτρεχε ολοένα. Είχε βγει με δυνατούς βρόντους από τη σήραγγα κι έτρεχε στην κατασκότεινη κι έρημη εξοχή. Διάβηκαν με τέτοια ταχύτητα το σταθμό του Μαλονέ, που ο σταθμάρχης, όρθιος πλάι στις γραμμές, δεν είδε την πάλη τους.

Με μια τελευταία προσπάθεια ο Πεκέ πέταξε τον Ζακ. Κι εκείνος ένιωσε το κενό και τρελός από αγωνία, γράπωσε τον λαιμό του άλλου τόσο σφιχτά που τον έσυρε μαζί του στην πτώση. Δυο φρικαλέες κραυγές μπερδεύτηκαν και έσβησαν μεμιάς. Πέφτοντας, παρασύρθηκαν κι οι δυο από τις ρόδες και έγιναν κομμάτια, τρομερά και θανάσιμα αγκαλιασμένοι, αυτοί που έζησαν μαζί, σαν αδέλφια. τους βρήκαν δίχως πόδια και κεφάλι, μοναχά δυο κορμιά που αγκαλιάζονταν σαν να ήθελαν να πνίξει το ένα το άλλο.

Κι η μηχανή, δίχως χέρι να την κουμαντάρει, έτρεχε ασυγκράτητη, ξέφρενα μέσα στον κάμπο. Το τρένο διάβηκε σαν κεραυνός το Μαρόμ. Στη Ρουέν, ήταν να πάρουν πορεία. Κι ολόκληρος ο σταθμός πάγωσε από τον τρόμο, όταν είδαν το τρελό τρένο να χάνεται στον ίλιγγο, μέσα σε σύννεφα, καπνούς και φλόγες. Κι οι φαντάροι τραβούσαν για το μέτωπο τραγουδώντας.

Σαστισμένοι και κουνώντας τα χέρια, κοιτούσαν οι υπάλληλοι. Έβγαλαν μια κραυγή. Το αφηνιασμένο τρένο δε θα μπορούσε να περάσει το σταθμό της Σοτβίλ, όπου πάντα μανουβράραν τα τρένα. Κι ήταν οι γραμμές γεμάτες μηχανές και βαγόνια. Ειδοποίησαν αγωνιώντας με τον τηλέγραφο. Μόλις πρόλαβε ένα φορτηγό να μπει στη ρεμίζα. Από μακριά ακουγόταν το θεριό που βρυχιόταν και κατρακυλούσε. Χώθηκε στις δυο γαλαρίες, κοντά στη Ρουέν, με τρελή ταχύτητα, χωρίς να το σταματήσει καμιά δύναμη.

Πέρασε τη Σοτβίλ ανεμπόδιστα. Μετά χάθηκε στο σκοτάδι και τ’ αστραπόβροντά του αδυνάτιζαν λίγο-λίγο. Τώρα οι τηλέγραφοι της γραμμής κουδούνιζαν κι οι καρδιές πάλλονταν εναγώνια στην είδηση πως ένα τρένο φάντασμα διάβηκε από τη Ρουέν και τη Σοτβίλ.

Δίχως άλλο, δε θα πρόκανε να ξεφύγει τη σύγκρουση ένα εξπρές που βρισκόταν εκεί κοντά. Κι αυτό, αληθινό αγριογούρουνο που το κυνηγούν, έτρεχε ολοένα, έτρεχε τρελά. Και δε λογάριαζε τα κόκκινα σινιάλα. Στο Ουασέλ, παρά λίγο να θρυμματιστεί πάνω σε μια μηχανή. Στο Πον ντε λ’ Αρς, έσπειρε τον τρόμο, γιατί ο τρελός καλπασμό του δε λιγόστευε. Και κάλπαζε στην ολοσκότεινη νύχτα.

Τι αξία έχουν όσα θύματα άφηνε η μηχανή στον δρόμο της! Όσα κι αν γινόντουσαν, δεν έτρεχε προς το μέλλον χωρίς να δίνει πεντάρα για το αίμα που έχυνε τρέχοντας; Ανοδήγητη στο σκοτάδι, κουφό και αόμματο κτήνος, ξαμολημένο στο θάνατο, έτρεχε, έτρεχε γεμάτο κρέας για τα κανόνια, τους φαντάρους, που τύφλα στο μεθύσι, τραγουδούσαν ανίδεοι.

The following two tabs change content below.
Νίκος Λαγκαδινός
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή