Η εκδίκηση της γυφτιάς

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

(Δάνειος τίτλος)

  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Είναι γεγονός, αναμφισβήτητο πια, πως περνάμε μία κρίση σε όλα τα επίπεδα. Ο Έλληνας έχει πάψει από καιρό να ασχολείται με τις λεγόμενες βαριές αγροτικές εργασίες. Η άνοδος του βιοτικού του επιπέδου τον έχει απομακρύνει από αυτές. Από την άλλη χάνεται και η παράδοση και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Κανείς δε χορεύει πλέον, κανείς δεν τραγουδάει και το σπουδαιότερο, κανείς δεν γράφει μουσική που ν’ αγκαλιάσει αμέσως τις μάζες. Άλλες συνήθειες κι άλλα ήθη εισβάλλουν καθημερινά στη ζωή μας και εκτοπίζουν ό,τι έχει απομείνει από τα παλιά.

Δημιουργείται λοιπόν ένα κενό που σπεύδουν να το καλύψουν άλλες φυλές και άλλοι λαοί που εισχωρούν από καιρό ανάμεσά μας, απρόσκλητοι και απρόβλεπτοι: Γύφτοι, Αιγύπτιοι, Πακιστανοί, Φιλιππινέζοι και, τώρα τελευταία, και Ευρωπαίοι από τις χώρες της ΕΟΚ. Από όλους αυτούς οι πιο σπουδαίοι σε αριθμό και επίδραση στον τρόπο που ζούμε είναι οι γύφτοι.

Αλήθεια, αναρωτήθηκε ποτέ κανείς, τι θ’ απογίνονταν τα καμποχώραφα και οι βιομηχανοποιημένες καλλιέργειές τους ή τα εργοστάσια και οι βιοτεχνίες που εξαρτώνται απ’ αυτές, αν δεν βρίσκονταν αυτοί για να επωμιστούν το βαρύ φορτίο της συλλογής και της εμπορίας των καρπών της Γης; Τι θα γίνονταν τα περισσεύματα του καθημερινού μόχθου και της δουλειάς κάποιων Νεοελλήνων που το επίσημο εμπόριο αρνείται να δεχτεί κι ακόμη περισσότερο να διακινήσει; Έχετε δει ποτέ σας γύφτικο αυτοκίνητο εμπορικό, μάρκας Ντάτσουν, στολισμένο με τα πολύχρωμα λαμπιόνια του, τα αταίριαστα μεταξύ τους χρώματα με τα οποία το έχουν βάψει, με εμπόρευμα κάθε είδους, από τα κλασικά είδη προικός και χώμα για τις γλάστρες, τα φρούτα και τα λαχανικά, τις πλαστικές καρέκλες και τραπέζια, ως τα ηλεκτρονικά και τις ηλεκτρικές συσκευές που σπανίως λειτουργούν και που κανένας εφοριακός, κανένας αστυνομικός, κανένα ΚΤΕΟ δεν τόλμησε ποτέ να το ελέγξει;

Και ερωτώ ακόμη: τι θα γινόταν η ευαισθησία μας, η καλλιτεχνική μας απόλαυση, αν έλειπαν παντελώς οι γύφτικες ορχήστρες που περιφέρονται από πανηγύρι σε πανηγύρι και παίζουν, με πάθος αληθινό, τα όργανα που έμαθαν από μόνοι τους, χωρίς να διδαχτούν ποτέ από κανέναν μουσικοδιδάσκαλο την τεχνική τους, και που οι ήχοι τους κατέκλυσαν τη μουσική αγορά της χώρας τα τελευταία χρόνια; Τι σας λέει, άραγε, η, έμφυτη να την πω, ικανότητά τους να λογαριάζουν πολυψήφιους αριθμούς με το μυαλό τους και μόνο, αφού δεν πήγαν ποτέ τους σχολείο για να μάθουν όπως οι άλλοι τις μαθηματικές πράξεις που τους χρειάζονται, και να τους προσθέτουν, χωρίς να κάνουν λάθος, χωρίς κομπιούτερ, χωρίς μολύβι και χαρτί;

Αυτοί οι βασιλιάδες του κιτς και της κακογουστιάς λοιπόν πέρασαν πια μέσα μας εξ ολοκλήρου το γούστο τους, έγιναν πια δικοί μας κι εμείς δικοί τους πολιτιστικά. Αφομοιωθήκαμε και αφομοιώθηκαν. Γίναμε όλοι ένα. Άλλωστε, αυτοί αποτελούν σήμερα, όπως θέλουμε να ισχυριζόμαστε όλοι, τους ντόπιους έγχρωμους συμπολίτες μας, μια ιδιότητα που δεν την είχαμε συνειδητοποιήσει πιο πριν κι έτσι αναγκαστήκαμε κι εμείς να μετατρέψουμε τα σπίτια μας σε γύφτικο τσαντίρι. Αναγκαστικά βέβαια, αφού η τάση μας οδηγεί προς τα εκεί. Αναφέρομαι φυσικά στους μικρομεσαίους και τις κατώτερες κοινωνικά και οικονομικά τάξεις. Έτσι, με αυτά και με άλλα που μας επιβάλλουν καθημερινά, μας εκδικούνται, δίχως να το καταλαβαίνουμε και δίχως να το καταλαβαίνουν, (εξού και ο δάνειος τίτλος αυτού του σημειώματος) για τους αιώνες της καταπίεσης και της περιφρόνησης που υπέστησαν από την αφεντιά μας.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο κι ούτε τυχαίο που η πολιτεία έχει στρέψει επάνω τους το ενδιαφέρον της τον τελευταίο καιρό, την προσοχή και τη φροντίδα της με τα λογής επιδόματα που τους δίνει αλλά και με άλλα, ίσως, γιατί από αυτούς περιμένει την αναγέννηση του έθνους και του πολιτισμού μας. Γι’ αυτό και η χωρίς πληρωμή παραχώρηση οικοπέδων και χωραφιών για να στήνουν ελεύθερα τα τσαντίρια τους και να αποπατούν χωρίς καμία παρεξήγηση και αβίαστα στους αύλειους χώρους δημόσιων κτιρίων τις νύχτες, η δωρεάν υδροδότησή τους από τις υπηρεσίες των δήμων και των κοινοτήτων, οι ανεπιτυχείς πλην όμως επίμονες προσπάθειες για να ενταχθούν ομαλά στον ευρύτερο κοινωνικό ιστό μέσω του σχολείου, του στρατού, της εκκλησίας ή μέσω της υποχρεωτικής εγγραφής τους στα δημοτολόγια του τόπου που γεννήθηκαν, συμπτωματικά τις περισσότερες φορές. Όμως, όπως συμβαίνει εδώ και αιώνες άλλωστε, οι Γύφτοι, οι Ρομά τα τελευταία χρόνια, αρνούνται πεισματικά να ενταχθούν οπουδήποτε και να μπουν σε κανόνες που δεν ορίζουν οι ίδιοι. Αυτό το αγνοούν, ίσως, οι μανδαρίνοι των υπηρεσιών που νομίζουν ότι με αυτό τον τρόπο θα τους εξαφανίσουν κάποια στιγμή στο μέλλον και θα πάψει να υφίσταται η ιδιαιτερότητα που τους διακρίνει, ξεχνώντας ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουμε μπολιαστεί πλέον με το πνεύμα τους και τον πολιτισμό τους. Οι Γύφτοι που ξέρουν πολύ καλά ποιοι είναι και τι θέλουν, τους γράφουν όλους και όλα στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, για να μη χρησιμοποιήσω κάποια βαρύτερη έκφραση.

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις μού έδωσε ένας παραδοσιακός γύφτικος γάμος που παρακολούθησα μεσοκαλόκαιρα, με κουμπάρο και καλεσμένους λαϊκούς, όπως μας λένε εμάς τους άχρωμους λευκούς που, ακόμα και σε αυτό, το χρώμα του δέρματος δηλαδή, θέλουμε να τους μοιάσουμε τόσο πολύ και καθόμαστε ξαπλωμένοι με τις ώρες κάθε καλοκαίρι στις παραλίες κάτω από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.

Η γαμήλια τελετή έγινε στη μητρόπολη της μικρής μας πόλης με κάθε επισημότητα. Η νομάρχις, μερικοί από τους ντόπιους βουλευτές, οι δήμαρχοι και οι κοινοτάρχες τριών πόλεων και δώδεκα χωριών, δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια εν σώματι και πλήθος κόσμου λαϊκών και εγχρώμων, γηγενών και επήλυδων στο πλάι του γαμπρού που περίμενε με αγωνία, μαζί με τον κουμπάρο, τη νύφη με την κουστωδία της, η οποία έφτασε κάποια στιγμή, αφού εξάντλησε το χρόνο τόσο όσο χρειαζόταν για να δείξει ποιος από τους δύο θα έχει το πάνω χέρι από τη στιγμή αυτή και μετά, έφτασε, λέω, λόγω της μεγάλης επισημότητας της τελετής, η μελαψή πριγκίπισσα των Γύφτων, με τη γυαλιστερή μερσεντές του αρχηγού και βασιλιά τους, στην προαποφασισμένη ώρα, ενώ το σόι της είχε διαμοιραστεί σε πληθώρα φορτηγών Ντάτσουν και ακολουθούσε, ως τιμητική φρουρά της παρθενίας της για την οποία είχε έλθει η στιγμή να εξαργυρωθεί μέσα στη μεγαλοπρέπεια της θρησκευτικής και πολιτικής, κοινωνικής τελετουργίας.

Ο γαμπρός, μόλις τη βλέπει να κατεβαίνει από τη μερσεντές του αρχηγού, τρέχει για να την αρπάξει σαν λάφυρο της μάχης που δεν έγινε ποτέ, κατά τα έθιμά τους, μια προσομοίωση μόνο, εκείνη κρύβεται επιδέξια μέσα στο στενό κλοιό που φτιάχνουν οι δικοί της χορεύοντας, ενώ της κρατάει το χέρι η μάνα της, η Γύφτισσα μαζί με τις τελευταίες συμβουλές που κρίνει απαραίτητες για την κόρη της τώρα που πρόκειται, μέσα σε μία νύχτα, να μεταμορφωθεί σε νεαρή γυναίκα. Τέλος, ύστερα από μια επιτυχημένη πλην όμως προσποιητή προσπάθεια και ενώ οι άνθρωποι της νύφης κάνουν τα στραβά μάτια, για να διευκολύνουν κάπως την κατάσταση, ο γαμπρός κατορθώνει να την αρπάξει από το χέρι και βίαια να την οδηγήσει στο εσωτερικό του ναού υπό τις ουρανομήκεις επευφημίες και τα χειροκροτήματα του πλήθους των Γύφτων και των λαϊκών, εκεί που πέπρωται να χορέψει το χορό για τον οποίο προετοιμαζόταν από την ημέρα σχεδόν που είχε δει το φως του ήλιου, το χορό του Ησαΐα.

Το γαμήλιο γλέντι στήθηκε στην ύπαιθρο, σ’ ένα πλατύ χωράφι που είχε διαμορφωθεί πρόχειρα σε πλατεία, για τις ανάγκες του γάμου προφανώς. Από τη μια μεριά το σόι και οι καλεσμένοι του γαμπρού. Από την άλλη της νύφης. Κάποια στιγμή, η μάνα του γαμπρού παίρνει το ζευγάρι από το χέρι και το οδηγεί στη νυφική παστάδα, στο ολοκαίνουργιο τσαντίρι τους δηλαδή, δώρο αξετίμητο του πατέρα του γαμπρού. Όλοι οι άντρες, και από τα δύο σόγια στέκονται προς στιγμήν αντιμέτωποι, με το δάχτυλο στη σκανδάλη του όπλου τους και περιμένουν, ρίχνοντας άγριες και συνάμα αγωνιώδεις ματιές στους πιθανούς αντιπάλους τους, Όλα κρίνονται από ένα νεύμα και μόνο της μάνας του γαμπρού που παραλαμβάνει με επισημότητα το ολοκαίνουργιο άσπρο σεντόνι που, ως εκ θαύματος, έχει βαφτεί κόκκινο από το νεανικό αίμα της τιμής της νύφης. Τα όπλα εκπυρσοκροτούν αμέσως, όχι για φονικό όμως ή για πόλεμο των δύο σογιών, αλλά για να δοξάσουν τη στιγμή, αφού όλα πήγαν καλά και ως έπρεπε, πολύ καλά μάλιστα και η χαρά καθώς και η περηφάνια που νιώθουν τους λύνει τα χέρια και ρίχνονται επιτέλους στο φαϊ, στο γλέντι, στο χορό και το τραγούδι μέχρι το πρωί.

Συνήθως έτσι τελειώνουν και σήμερα οι γύφτικοι γάμοι, ή κάπως έτσι, οι μόνοι που κρατούν άλλωστε τα έθιμα και τις παλιές παραδόσεις του λαού μας. Το γλέντι όμως που παρακολούθησα κι εγώ μέχρι τα ξημερώματα σχεδόν χάλασε στο τέλος, γιατί κάποιος αψύς που είχαν ξεχάσει να τον καλέσουν στο γάμο, αδικαιολόγητα πιστεύω, εμφανίστηκε απρόσκλητος κι άρχισε να πυροβολεί, στον αέρα ευτυχώς, και το τουφεκίδι, αληθινό τούτη τη φορά κι όχι της προσομοίωσης, ξανάρχισε ως τα ξημερώματα. Ευτυχώς, χωρίς θύματα.

(Περιοδικό Εκ Παραδρομής, τεύχος 8 του 1989)

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή