Site icon Times News

Η κρυφή μαγεία της αλληλογραφίας

Σερ Τόμας Μουρ: Ουμανιστής, πολιτικός και συγγραφέας της αγγλικής Αναγέννησης. Ελαιογραφία του 1527, από τον Χανς Χολμπάιν τον νεότερο

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ λίγοι εκείνοι που αντιτίθενται στη δημοσίευση προσωπικών επιστολών. Άλλοι για λόγους ηθικής τάξης, μια και συνήθως οι επιστολές είναι στιγμές εξομολόγησης μεταξύ δυο προσώπων, και άλλοι υποστηρίζοντας ότι η προσωπική αλληλογραφία ενδιαφέρει μόνο τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους. Η αξία της για τους ερευνητές τού παρελθόντος, είναι αδιαμφισβήτητη: “Τώρα σχετικά με το χτύπημα. Πάρε κοινά χόρτα, πράσινα ή ξερά, καθάρισέ τα και τηγάνισέ τα σε γλυκό βούτυρο…” έγραφε η Άννα Καρ στο δρα Σίμκοτς το 1650 και τα γραφόμενά της δίνουν στον αναγνώστη μιαν εντύπωση για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τόε. Υπάρχουν όμως κι επιστολές, άλλων ανθρώπων, που έχουν ένα θέλγητρο το οποίο υπερβαίνει το πληροφοριακό ή ενημερωτικό στοιχείο. Είναι η κλειδαρότρυπα απ’ όπου μπορεί κανείς να κοιτάξει την κρυφή πλευρά της ζωής.

Από γνωστούς και αγνώστους

Κατά τους “Financial Times” ο εκδοτικός οίκος της Οξφόρδης με τις πολλαπλές ανθολογίες που έχει κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια (όχι όλες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος) κινδυνεύει να αποδυναμώσει το κύρος του ονόματός του. Με μια πρόσφτη έκδοσή του όμως αποδεικνύει ότι αφ’ ενός επανέρχεται στο δρόμο που είχε χαράξει και αφ’ ετέρου ότι η εποχή της ανθολογίας δεν έχει ακόμη παρέλθει, όπως ισχυρίζονται πολλοί. Πρόκειται για το “Βιβλίο επιστολών της Οξφόρδης” (The Oxford Book of Letters, 560 σελίδες) μια επιλογή από την αλληλογραφία επιφανών, γνωστών ή αγνώστων προσώπων που έχουν επιμεληθεί ο Φρανκ και η Ανίτα Κερμόουντ (Sir Frank Kermode & Anita Kermode). Όπως γράφει η “Independent” οι επιμελητές την εισαγωγή τους αποφεύγουν και σωστά, να θέσουν περισπούδαστα ερωτήματα περί “σημασίας” ή “σπουδαιότητας”.

Κάνουν υποθέσεις για τους λόγους που ένα μεγάλο μέρος της ανθολογίας ανήκει σε γυναίκες και για το ιδιαίτερο θέλγητρο που ασκούν μηνύματα σχετικά με το θάνατο και η θλίψη αλλά γενικά αφήνουν τα γράμματα να μιλήσουν μόνα τους. Περιέργως για ένα βιβλίο μάλλον διασκεδαστικό, ανοίγει και κλείνει με επιστολή γραμμένες τις παραμονές θανάτων. Του Τόμας Μουρ στην κόρη του την παραμονή της εκτέλεσής του και του ποιητή Φίλιπ Λάρκιν στον Κίνγκσλεϊ Έϊμις, την παραμονή των ιατρικών εξετάσεων που ανίχνευσαν τον όγκο στον λάρυγγά του.

Η ανθολόγηση γράφουν οι “Sunday Times” είναι τόσο ευφυής και ευκρινής που διαβάζεται σαν τα ενδότερα μιας κοινωνικής ιστορίας. Τα πρώτα γράμματα προέρχονται από τον 16ο αιώνα και κυριαρχεί σ’ αυτά η βία και ο φόβος. Ο Τόμας Μουρ γράφει για τον επικείμενο θάνατό του, η βασίλισσα Ελισάβετ οργισμένα διατάσσει, κολακεύει ή υπεκφεύγει και ο σερ Φίλιπ Σίντνεϊ απειλεί ότι θα σφάξει τον Έντουαρντ Μολινέ, γραμματέα του πατέρα του, εάν αποδειχθεί προδότης. Τέσσερις αιώνες αργότερα ο Γουίντχαμ Λιούις γράφει απροκάλυπτα στον ζωγράφο Ογκάστους Τζον: “να σε πληροφορήσω ότι, όντας δραστήριος και αρκετά δυνατός, θα προσπαθήσω να σου σπάσω το κεφάλι”. Η Μαίρη Γουλστόουν Κραφτ σ’ ένα γνωστό της που προσφέρθηκε να της βρει σύζυγο: “και τώρα θα κατέβω στο επίπεδο να απαντήσω στην επιστολή σου”, και η Σαρλότ Μπροντέ με ευγένεια αλλά όχι με υποτακτικότητα απαντά στον δαφνοστεφή ποιητή Ρόμπερτ Σάουθκ ο οποίος στα πρώτα της λογοτεχνικά εγχειρήματα τής είχε γράψει ότι “η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι ο λόγος της ζωής μιας γυναίκας”.

Από τον 17ο αιώνα και ύστερα ο τόνος γίνεται πιο ελαφρύς. Φίλοι αλληλογραφούν χαρούμενα για τα κοινά τους ενδιαφέροντα, αστειευόμενοι ή προβαίνοντας σε λεκτικά παιχνίδια. Ο Σουίφτ, ο Πόουπ και ο Γκέι ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλο σαν τα παιδιά προσπαθώντας να μειώσουν τους μεγαλύτερούς τους, ενώ ο Σέρινταν επιλέγει να παραδώσει τα λατινικά γράφοντας στον Σουίφτ.

Αξιοπαρατήρητη είναι η έκπληξη των αλληλογράφων από τις ξένες χώρες όπου βρέθηκαν. Η Μαίρη Γουόρτλι Μόνταγκιου γράφει από την Τουρκία του 18ου αιώνα: “Μπήκα σ’ένα νέο κόσμο όπου ό,τι βλέπω μου φαίνεται σαν αλλαγή σκηνής”, ενώ ο Τζέιμς Τζόις τον 20ό αιώνα βρίσκει στην Ολλανδία ένα λαό που γελά συνεχώς ζώντας με μια πρωτόγονη αξιοπρέπεια: “το να βλέπεις εξακόσιους από αυτούς”, γράφει, “να τρώνε ασημένιες ρέγγες κάτω από το φεγγαρόφωτο, μοιάζει με σκηνή του Ρέμπραντ”.

Οι Κερμόουντ, όπως σημειώνεται, αντιπαραθέτουν με ευφυία. Και ο Μπάιρον και ο Ράσκιν γράφουν μ’ ενθουσιασμό από τη Βενετία αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους, ενώ πλάι στα γράμματα της φυγής του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον από το πληκτικό Μπουρνμάουθ βρίσκονται τα γράμματα της γυναίκας του Φάννυ από “τα έξοχα νησιά των νοτίων θαλασσών”.

Το μέρος των γυναικών αλληλογράφων στην ανθολογία είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι συνήθως και τούτο γιατί, καθώς υποστηρίζουν οι επιμελητές, πολλοί από τους καλύτερους αλληλογράφους υπήρξαν γυναίκες, ίσως επειδή η ευγλωττία της οικειότητας, χαρακτηρίζει περισσότερο τις γυναίκες από τους άνδρες.

Η Ντόροθι Όσμπορν γράφει το 1653: “όλα τα γράμματα, νομίζω, πρέπει να είναι εύκολα και ελεύθερα γραμμένα όπως είναι και η συνομιλία ελεύθερη από ρητορείες”.

Τα γράμματά της στον Ουίλιαμ Τεμπλ, τα χρόνια πριν από το γάμο τους, είναι δείγμα αυτού του ελεύθερου γυναικείου στυλ που δεν διστάζει να γίνεται και βιτριολικό, όπως όταν η Τζέιν Όστεν γράφει για κάποια γνωστή της σ’ ένα χορό: “Εμφανίστηκε ακριβώς όπως πέρσι τον Σεπτέμβρη, με το ίδιο πλατύ πρόσωπο, τα ίδια άσπρα παπούτσια, τον ίδιο ροζ σύζυγο και τον ίδιο παχύ σβέρκο”.

Ο θάνατος της αλληλογραφίας

Τα καλύτερα γράμματα της ανθολογίας, είναι όπως σημειώνει η ίδια εφημερίδα, τα επικίνδυνα, εκείνα στα οποία ο αλληλογράφος πετά τη μάσκα, ή τουλάχιστον ετοιμάζεται να την πετάξει και να γίνει αποκαλυπτικός. “Βρήκα μια στιγμή δίχως μάσκα για να σου γράψω”, αγγέλλει ο Χόρας Ουόλμπολ από το φρενήρες καρναβάλι τη Φλωρεντίας, και οι στιγμές αυτές του δίνουν μια ξέχωρη μαγεία στα γράμματα, στιγμές αρπαγμένες μέσα από τη δίνη τις οποίες προσφέρει ο ένας στον άλλο μέσα από τις σελίδες των επιστολών αλλά σπανίως κατά πρόσωπο. Αυτή η γλυκιά ανακουφιστική αλλά και απειλητική στιγμή τού ξεγυμνώματος είναι που λείπει από τις επιστολές τού Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, του μεγάλου δεξιοτέχνη του λόγου, ο οποίος όμως ουδέποτε μπήκε στις επικίνδυνες περιοχές της ανθρώπινης οικειότητας.

Οι επιμελητές προτείνουν ως τη χρυσή εποχή της αλληλογραφίας τα χρόνια από το 1700 ώς το 1918, υπενθυμίζοντας ότι φθάνοντας στον Δεύτερο Παγκόσμιο τα πανταχού πια παρόντα τηλέφωνα είχαν σκοτώσει σχεδόν την αλληλογραφία. Η τεχνολογία διέλυσε το δράμα της αλληλογραφίας απαλλάσσοντάς την από τον χρόνο και την απόσταση, την πηγή της αγωνίας και της έκστασης, ιδίως για τους ερωτευμένους. Η απόσταση είναι μέρος της γοητείας της αλληλογραφίας…

Όταν θα πάρεις αυτό το γράμμα, εγώ θα είμαι στο δρόμο για μια ξενη χώρα…” και μολονότι δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον ακόλαστο αριστοκράτη Λαβλέις στο μυθιστόρημα “Κλαρίσσα” του Σάμιουελ Ρίτσαρντσον, μεε κινητό τηλέφωνο, δύσκολα φαντάζεται κανείς στο μέλλον μιαν ανθολογία από φαξ.

___________________________________

Πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή, 21 Σεπτεμβρίου 1995

Exit mobile version