Η λογική του θεάτρου

by Times Newsroom 1

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (1985). Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή. Λάμπρος Κοτσίρης (Ο κύριος Μα Φου), Φώτης Κέπελης (Βουνγκ), Ηλίας Πλακίδης (Λιν Το), Καίτη Τριανταφύλλου (Η νύφη), Ράσμη Τσόπελα (Σεν Τε), Μαρία Μαρμαρινού (Η κυρία Μα Φου), Κώστας Παγώνης (Ανιψιός).

  • Του Τόμας Μάγερ*

“Το θέατρο συμβαίνει”, μας λέει ο λακωνικός ορισμός της Έρικα Φίσερ-Λίχτε, “όταν υπάρχει ένα πρόσωπο Α που ενσαρκώνει τον Χ, ενώ ο Σ βλέπει”. Στο κλασικό της έργο Semiotik des Theaters (Σημειολογία του θεάτρου) περιορίζει την ισχύ του ορισμού επισημαίνοντας ότι μπορούν να υπάρξουν πολλές έννοιες του θεάτρου, ανάλογα με το σκοπό της ανάλυσης για την οποία χρησιμοποιούνται (Erika Fischer-Lichte, 1994, 25 και 6).

Για να εξετάσουμε την πολιτική ως θέατρο, θα έπρεπε αρχικά να ανατρέξουμε σε μια αυστηρή και κλασική έννοια της θεατρικότητας· διαφορετικά, στην εξέταση αυτού  του εκρηκτικού θέματος από τον προθάλαμο της εξουσίας θα μπορούσαν να εκφραστούν παρορμητικά άκριτες κατηγορίες, χωρίς μεγάλη ερμηνευτική αξία και χωρίς αποτέλεσμα. Η ανάλυση της πολιτικής ως θεάτρου πρέπει να μπορεί να καταδείξει ότι στα σχήματα της πολιτικής και της μετάδοσης της πολιτικής που χαρακτηρίζονται έτσι εμφανίζονται ουσιώδη στοιχεία από εκείνα που κάνουν το πραγματικό θέατρο να είναι θέατρο και προπάντων σε τι διαφέρει αυτού του είδους η πολιτική από το θέατρο.

Όπως απέδειξε πειστικά η Έρικα Φίσερ-Λίχτε, το θέατρο χαρακτηρίζεται ως πολιτισμικό υπόδειγμα από ιδιαίτερα γνωρίσματα σε πολλές, αλληλοσυνδεόμενες διαστάσεις. Ένα πολιτισμικό υπόδειγμα, το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από όλα τα άλλα πολιτισμικά υποδείγματα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Πρώτον, στη σκηνή του θεάτρου η μιμική και τα κοστούμια, οι χειρονομίες και τα αξεσουάρ, η κίνηση στο χώρο και η διακόσμηση, ο λόγος και η φωνή, ο φωτισμός και η μάσκα δεν χαρακτηρίζουν τον ηθοποιό ως πρόσωπο ούτε τη χρηστική λειτουργία του χαρακτηριζόμενου από αυτά πράγματος, είναι σήματα σημάτων· τα γένια του ηθοποιού Α δεν είναι τα δικά του, αλλά παραπέμπουν σε ένα γνώρισμα του προσώπου Χ που αυτός παριστάνει· το ίδιο οι φράσεις που λέει, ο τόνος και η φωνή που τα λέει, και όλες οι χειρονομικές, μιμητικές και άλλες κινήσεις του σώματος που παίζει. Το φως δεν χρησιμεύει μόνο για το φωτισμό της σκηνής, αλλά χαρακτηρίζει και δημιουργεί τη διάθεση που κυριαρχεί στο χώρο όπου διαδραματίζεται η παράσταση. Τα σκηνικά, τα αξεσουάρ και ό,τι άλλο βλέπουμε στη σκηνή – τίποτε δεν χαρακτηρίζει τη χρηστική λειτουργία των παρόντων αντικειμένων, όλα παραπέμπουν στα αντίστοιχα σήματα πάνω στα πρόσωπα, πράγματα και συμβάντα που παρουσιάζονται.

Το θέατρο μπορεί να ασχοληθεί με όλες τις εκδηλώσεις του κοινωνικού πολιτισμού στον οποίο ανήκει, και μάλιστα με σήματα αμέσως κατανοητά· του προσιδιάζει ένας ιδιόμορφος διττός χαρακτήρας, ο οποίος αποτελεί και το ιδιαίτερο νόημά του ως τέχνης και ως πολιτισμικού προϊόντος. Αυτός ο διττός χαρακτήρας “μπορεί να νοηθεί ως πράξη τόσο της αυτοπαρουσίασης όσο και του αναστοχασμού ενός πολιτισμού για τον εαυτό του” (Erika Fischer-Lichte, 1994, 19). Το θέατρο ζει από τη μίμηση και μόνο· κάθε πειρασμός να προσποιηθεί ότι είναι η πραγματικότητα του παρουσιαζόμενου πρέπει να αποκρουστεί για χάρη της ίδιας του της αποτελεσματικότητας. Το θέατρο ως θέατρο δεν επιδεικνύει μόνο και μάλιστα προκλητικά, δείχνει ταυτόχρονα διαρκώς ότι αυτό που παρουσιάζεται δεν είναι πραγματικά παρόν. Με αυτό το νόημα το θέατρο ζει από την επίγνωση του κοινού ότι υπάρχει προσποίηση και γίνεται έτσι έργο τέχνης.

Δεύτερον, η θεατρική πράξη χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη  και προσχεδιασμένη χρήση της συνολικής γλώσσας των σημάτων που διαθέτει το σώμα σε αναφορά με το χώρο. Ο ηθοποιός ενσαρκώνει το παρουσιαζόμενο με όλες τις αισθήσεις και αγγίζει όλες τις αισθήσεις των θεατών. Μια χειρονομία μπορεί να κρίνει αν το κείμενο που εκφέρεται πρέπει να κατανοηθεί κατά λέξη, έχει το αντίθετο νόημα ή είναι άνευ σημασίας.

Ο ηθοποιός δεν αφηγείται τα πρόσωπα και τα επεισόδια ούτε περιγράφει τίποτε, παίζει τις σκηνές του έργου σαν να συνέβαιναν, έτσι που, όπως στο κοινωνικό περιβάλλον, όλα τα σήματα που φέρει αποκτούν σημασία για το προκείμενο και την ερμηνεία του. Αυτό ισχύει ακόμη και για το επικό θέατρο που θεμελίωσε ο Μπρεχτ, στο οποίο ο ηθοποιός, παίζοντας τα πρόσωπα, πρέπει να κάνει εμφανές ότι τα παριστάνει.

Ο ανάλογος με τη ζωή συνδυασμός του συνόλου των σημάτων έκφρασης που διαθέτει ο άνθρωπος δημιουργεί μια πυκνή αυταπάτη πραγματικότητας, παρότι η ατμόσφαιρα της σκηνής διατηρεί τη συνείδηση ότι αυτή η πραγματικότητα είναι μόνο παράσταση. Ακόμη και ο Μπρεχτ, αυτός ο έμπειρος άνθρωπος του θεάτρου, στο Kleines Organon für das Theater (Μικρό όργανο για το θέατρο) εκστασιαζόταν κάνοντας απολογισμό για τα ελάχιστα μέσα στα οποία αρκείται το καλό θέατρο για να προκαλέσει ψευδαίσθηση και τις ανάλογες επιπτώσεις της στους θεατές. Όρισε το θέατρο ως “απεικόνιση της ανθρώπινης συμβίωσης”, που με την προσχεδιασμένη δημιουργία συναισθημάτων μεταδίδει γνώσεις και προσφέρει ταυτόχρονα διασκέδαση.

“Όσο για τον ίδιο τον κόσμο που απεικονίζεται στο θέατρο, από τον οποίο έχουν ληφθεί τμήματα για τη δημιουργία αυτών των διαθέσεων και συναισθημάτων, αυτός ο κόσμος εμφανίζεται φτιαγμένος από τόσο λίγα και φτωχικά πράγματα, όπως λίγο χαρτόνι,λίγη μιμική, λίγο κείμενο, που θα πρέπει να θαυμάζουμε του ανθρώπους του θεάτρου, οι οποίοι με ένα τόσο φτωχικό αντίγραφο του κόσμου μπορούν να κινήσουν τα συναισθήματα των θεατών τους πολύ δυνατότερα από όσο θα μπορούσε να το κάνει ο ίδιος ο κόσμος”. (Bertolt Brecht, 1963, 674).

Σε αυτούς τους αξιοθαύμαστους ανθρώπους του θεάτρου δεν ανήκουν μόνο οι ηθοποιοί, αλλά και οι σκηνοθέτες. Μόνο με τη σκηνοθεσία, που υπολογίζουν, σχεδιάζουν και ασκούν, αποκτά ο πολύπλοκος συνδυασμός ακόμη και ελάχιστων σημάτων τη διαπεραστική πυκνότητα μιας συγκινητικής ψευδαίσθησης, που ερεθίζει τις αισθήσεις σαν πραγματικά επεισόδια του κόσμου της ζωής.

Η σκηνοθεσία στο παραδοσιακό θέατρο είναι μια αισθητική διαδικασία παραγωγής, η οποία σκηνοθετεί κείμενα και εικόνες, τα δομεί δηλαδή σε πλοκές πλήρεις νοήματος, τις οποίες παίζει το σώμα του ηθοποιού. Τα αναφερόμενα στο σώμα σήματα που παράγουν οι ηθοποιοί υπολογίζονται εντέχνως και περιτέχνως ταυτόχρονα,ώστε να επιδρούν νοητικά, συναισθηματικά, αισθητικά και ηθικά. Κατά κάποιον τρόπο τα ισχυρά συναισθήματα που μας προκαλούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου ενός μικρού παιδιού, υποδηλούμενα με μια-δυο γραμμές – πόσο μάλλον δυο ή τρεις ήχοι της κραυγής του – θυμίζουν ένα από τα μυστικά του μηχανισμού με τον οποίο επιδρά η θεατρική σκηνοθεσία.

Μέσα στις πολλές βαθμίδες λεπτών χειρισμών, στις οποίες μπορεί να ανέλθει η σκηνοθετική τέχνη, παραμένουν σε ισχύ αυτές οι συναρτήσεις μεταξύ αναγνωρίσιμων σημάτων και των αντιδράσεων που αυτά μας προκαλούν.

Η λογική του θεάτρου ως θεάτρου μπορεί να διατυπωθεί με λίγα λόγια: Το ζητούμενο είναι σκηνοθετημένες παραστάσεις του δρώντος σώματος με σκοπό τη δημιουργία ψευδαισθήσεων της πραγματικότητας, παραστάσεων που να είναι αναγνωρίσιμες ως απλές παραστάσεις. Το θέατρο είναι μια πράξη “λες και”, η οποία αποδέχεται την αρχή του “λες και”.

*Τόμας Μάγερ, Η πολιτική ως θέατρο. Η νέα εξουσία της ηθοποιίας. Μετάφραση από τα γερμανικά: Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

Ο Τόμας Μάγερ  (Thomas Meyer, 1943) είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ, μέλος της Επιτροπής Προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, διευθυντής της Ακαδημίας Πολιτικής του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ και έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις με το θέμα “Η πολιτική ως θέατρο”.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή