Η νέα κυβέρνηση της Σερβίας, η ουδετερότητα και το Κοσσυφοπέδιο

Μετά από έξι μήνες διαβουλεύσεων και συζητήσεων στη Σερβία, ανακοινώθηκε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Από τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι δυνατόν να πούμε ποιος ενίσχυσε τη θέση του στον άξονα Βελιγράδι – Μόσχα—Βρυξέλλες.

by Times Newsroom
  • ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΩΡΑΦΑΣ

Μετά από έξι μήνες διαβουλεύσεων και συζητήσεων στη Σερβία, ανακοινώθηκε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Από τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι δυνατόν να πούμε ποιος ενίσχυσε τη θέση του στον άξονα Βελιγράδι – Μόσχα—Βρυξέλλες.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Η νέα κυβέρνηση, μετά τις εκλογές της 3ης Απριλίου σχεδιάζονταν να σχηματιστεί έως τον Ιούλιο. Μόνο στα τέλη Αυγούστου αποφασίστηκε τελικά το όνομα του πρωθυπουργού: ο πρόεδρος και αρχηγός του κυβερνώντος Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος, Αλεξάντερ Βούτσιτς, ανακοίνωσε ότι δεν θα αλλάξουν άλογα στη μέση ─ η Άννα Μπρνάμπιτς θα διατηρήσει τη θέση της. Αλλά για κάποιο λόγο, διευκρίνισε ότι μόνο μέχρι το 2024. Αυτή η εξέλιξη έχει ήδη πυροδοτήσει σενάρια για πρόωρες εκλογές.

Η Μπρνάμπιτς σχεδίαζε να παρουσιάσει το υπουργικό συμβούλιο της τον Σεπτέμβριο. Το ημερολόγιο έφτασε στα τέλη Οκτωβρίου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλοι οι πολιτικοί αναλυτές είχαν ερωτηματικά. Το ζήτημα των ρωσο-σερβικών σχέσεων εξαρτάται, πρωτίστως από τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, αλλά και από τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης ─  εάν το Βελιγράδι θα επιβάλει κυρώσεις κατά της Μόσχας ή όχι.

Αυτές οι κυρώσεις δεν θα προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημιά στη Ρωσία, αλλά η συμβολική και πολιτική τους σημασία είναι τεράστια. Οι Βρυξέλλες απαιτούν ευθέως από το Βελιγράδι να συμμετάσχει στην πίεση στη Μόσχα ή να ξεχάσει την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Το Βελιγράδι αρνήθηκε να επιβάλει κυρώσεις, αλλά δεν θέλει να εγκαταλείψει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Αυτό συνέβαινε εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα πολλά δείχνουν να αλλάζουν. Και δεν είναι σαφές προς ποια κατεύθυνση.

Στη νέα κυβέρνηση της Σερβίας δεν υπάρχει θέση για 12 πρώην υπουργούς. Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, δεν συμπεριέλαβε στη κυβέρνηση τούς Nebojša Stefanović, Zorana Mihajlović, Aleksandar Vulin, Branislav Nedimović, Zlatibor Lončar, Vanja Udovićič, Jadranka Joksimović, Marija Obradoćit, Gordana Čomić, Anđelka Atanasković, Tatjana Matić και Ratko Dmitrović.

Ένας από τους λόγους για ένταση δόθηκε από την πρώην Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, και υπουργό Ενέργειας, Zorana Mihajlović – την εκφραστή της «ευρωπαϊκής πτέρυγας» στη σερβική κυβέρνηση. Είχε δηλώσει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι αποφασιστική για το θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά η γνώμη της είναι ότι η θέση της Σερβίας είναι στην Ευρώπη και το Βελιγράδι «θα πρέπει να συντονίσει την πολιτική του με την ΕΕ» και ότι «η επιθετική ρωσική πολιτική δεν μπορεί να υποστηριχθεί».

Ως εκ τούτου, όλοι περίμεναν ότι η σύνθεση της νέας κυβέρνησης θα παρουσίαζε μια νέα πραγματικότητα. Και το πρώτο πράγμα που τραβάει την προσοχή, είναι ότι η Zorana Mihajlović, δεν συμμετέχει στο νέο κυβερνητικό σχήμα.

Η ίδια απέδωσε τη μη επιλογή της στο γεγονός ότι «δεν συμφωνώ να είμαι πιόνι» και παραδέχτηκε ότι ο Βούτσιτς «θα έχει τώρα έναν πονοκέφαλο λιγότερο».

Ο ίδιος ο Βούτσιτς φαίνεται να διατηρεί την αυτοπεποίθησή του. Και πολλοστή φορά, όταν ρωτήθηκε για τις κυρώσεις, απάντησε ως εξής: «Δεν θα κερδίσουμε τίποτα από την προδοσία».

«Πρέπει να σταθείς στη θέση σου και να πολεμήσεις. Αν επιβάλουμε κυρώσεις κατά της Ρωσίας αύριο, όλα θα πάνε καλά για τρεις μέρες, θα γίνουμε μέρος της ευρωπαϊκής οικογένειας και την πέμπτη μέρα θα μας πουν: Η Σερβία πρέπει επιτέλους να αποφασίσει αν βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας ή όχι. Και η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι αυτό που σου λένε, όσο γελοίο, αλαζονικό και ανακριβές κι αν είναι. Θα ξεκινήσει νέα πίεση και θα ξεκινήσει μια νέα ιστορία με το Κοσσυφοπέδιο», τόνισε ο Βούτσιτς, εννοώντας ότι δεν θα υπάρξει μόνο παραχώρηση για τη Ρωσία, γιατί τότε θα απαιτήσουν επίσης την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου.

Το δεύτερο πράγμα που τραβάει την προσοχή είναι ότι την ίδια στιγμή με την Μιχαήλοβιτς απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση ο Alexander Vulin, ο οποίος θεωρείται αρχηγός της «ρωσικής πτέρυγας». Προηγουμένως, υπηρέτησε ως επικεφαλής του Υπουργείου Εσωτερικών, πριν από αυτό του Υπουργείου Άμυνας, και τον Ιούλιο προειδοποίησε ότι το Βελιγράδι ήταν τώρα υπό πίεση ειδικά λόγω της δικής του στάσης και των θέσεων του.

«Μία από τις μεγαλύτερες υπηρεσίες πληροφοριών στον κόσμο, αν όχι η μεγαλύτερη, με πληροφόρησε ότι οι θέσεις μου είναι απαράδεκτες και ότι αν δεν τις αλλάξω και δεν εγκαταλείψω την πολιτική που ακολουθώ, αν δεν εγκαταλείψω την πολιτική πίστη στον Πρόεδρο Βούτσιτς, τότε δεν θα γίνω μέλος των κυβερνήσεων, και θα κάνουν απολύτως τα πάντα για να με αναγκάσουν να συμβιβαστώ με οποιονδήποτε τρόπο. Θα ξεκινήσει μια μαζική εκστρατεία μέσων ενημέρωσης για να με απομακρύνουν από τη σερβική κυβέρνηση και την πολιτική ζωή», είπε ο Alexander Vulin , προτρέποντας τον αρχηγό του κράτους να αντέξει την εξωτερική πίεση και να συνεχίσει την τρέχουσα πολιτική.

Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, ο Vulin υποστήριξε ότι χωρίς φιλία με τη Ρωσία, η Σερβία θα εξαφανιζόταν και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου μέρος της κοινωνίας φιλοδοξεί να συμμετάσχει ανήκει στο παρελθόν – «με την απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας, οι χώρες της ΕΕ έχουν γίνει εδάφη, όχι κράτη».

Ωστόσο, ο Vulin δεν έχει κάνει ακόμη προσβλητικές δηλώσεις στο πνεύμα της Mihajlović. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι φιλοδοξεί να τεθεί επικεφαλής στην Υπηρεσία Ασφάλειας και Πληροφοριών (BIA).

Η θέση στην ΒΙΑ θα επέτρεπε στον Βούτσιτς να απομακρύνει τον Vulin από τα μάτια της Δύσης, που αλληλεπιδρά με τη Σερβία κυρίως μέσω της κυβέρνησης, και ταυτόχρονα να κρατήσει στην εξουσία τον επικεφαλής της «ρωσικής πτέρυγας». Ο Vulin, ταξιδεύει στη Μόσχα τακτικά, όπου συναντάται κυρίως με στελέχη από τις δυνάμεις ασφαλείας. Αυτή η μορφή διαλόγου θα συνεχιστεί εάν ο Vulin διατηρήσει την ισχύ του.

Είναι βέβαιο ότι ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς βρίσκεται υπό πίεση. Αν απομακρύνει τον Vulin, θα είναι για κάτι σημαντικό ─  για τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου μέσω της Κροατίας (τώρα υπό κυρώσεις), για το «πράσινο φως» για την κατασκευή ενός κλάδου από τον αγωγό Druzhba μέσω Ουγγαρίας κ.λπ. Η πολιτική κυρώσεων των Βρυξελλών έχει δυσκολέψει τη ζωή του Βελιγραδίου.

Σε ό,τι αφορά την «ευρωπαϊκή πτέρυγα» στην κυβέρνηση, το βασικό πρόσωπο με αυτή την ιδιότητα είναι η ίδια η πρωθυπουργός Άνα Μπρνάμπιτς, η οποία βρίσκεται στην εξουσία για περισσότερα από πέντε χρόνια. Όλη η προηγούμενη καριέρα της έχει συνδεθεί με διάφορες δυτικές ΜΚΟ και άλλες παρεμφερείς οργανώσεις.

Είναι όμως απολύτως εξαρτημένη από την υποστήριξη του αρχηγού του κόμματος και του κράτους Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Ακόμα κι αν το θέλει, η Μπρνάμπιτς δεν μπορεί να γίνει πολιτικός αντίπαλος του Βούτσιτς. Αλλά η ίδια, «αρέσει» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Βούτσιτς παρακολουθεί προσωπικά την ισορροπία μεταξύ της «ρωσικής» και της «ευρωπαϊκής» πτέρυγας. Είναι μέρος της πολιτικής του για ίσες αποστάσεις από τις Βρυξέλλες και τη Μόσχα.

ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ

Υπάρχει διάχυτη η εκτίμηση ότι ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, δεν θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση στο Βελιγράδι χωρίς το SPS.

Θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η μη συμμετοχή του Ivica Dacic του SPS στις προεδρικές εκλογές βοήθησε τον Βούτσιτς να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο. Γι’ αυτό δεν εκπλήσσει η εκλογή του Ivica Dacic στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Είναι βέβαιο ότι ο Dacic γνωρίζει όλες τις συνέπειες αυτής της πολιτικής παραχώρησης από την πλευρά του Βούτσιτς.

Η απόφαση ότι ο Nebojša Stefanović δεν θα είναι πλέον στην κυβέρνηση δεν αποτελεί έκπληξη, αφού οι συγκρούσεις του με τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, υπάρχουν εδώ και χρόνια.

Ο Βούτσιτς πρακτικά κατηγόρησε τον υπουργό Άμυνας και τον πρώην υπουργό Αστυνομίας ως υπεύθυνο για τις υποκλοπές εις βάρος του, κάτι που ο Stefanović αρνήθηκε.

Ο Stefanović συνδέθηκε με διάφορες υποθέσεις, με τις οποίες συνδέθηκε και η πρώην γενική γραμματέας Dijana Hrkalović.

Εκτός από τις πολιτικές της θέσεις, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Zorana Mihajlović, δεν είναι πλέον μέλος του υπουργικού συμβουλίου της Μπρνάμπιτς. Οι δυο τους δεν τα πήγαν καλά από την πρώτη στιγμή, υπήρχαν στιγμές έντασης μεταξύ τους, αλλά δεν είναι η πρωθυπουργός αυτή που την απομάκρυνε από την κυβέρνηση. Ο πρόεδρος της Σερβίας το έκανε μόνος του.

Είναι επίσης κοινό μυστικό ότι και η Jadranka Joksimović, η προηγούμενη υπουργός Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, δεν είχε πολύ καλές σχέσεις με την πρωθυπουργό Άνα Μπρνάμπιτς, ότι υπήρξαν αντιπαραθέσεις μεταξύ τους και ότι υπήρξαν ακόμη και δημόσιες καταγγελίες από την πλευρά της Joksimović, ότι αν αντικατασταθεί δεν θα είναι επειδή έτσι το θέλει η πρωθυπουργός, αλλά θα αποφασίσουν αυτοί που την εξέλεξαν σε μια τέτοια θέση.

Ο Bratislav Gašić θα καθίσει στη θέση του Υπουργού Εσωτερικών. Είχε απομακρυνθεί λόγω σεξιστικών δηλώσεων, οπότε του δόθηκε η θέση του επικεφαλής της BIA και τώρα επιστρέφει στην κυβέρνηση.

Εικαζόταν επίσης, εδώ και ένα χρόνο ότι η Marija Obradović δεν θα παρέμενε στην κυβέρνηση, όταν το όνομά της συνδέθηκε με την «υπόθεση Gakovo».

Η απουσία των Gordana Čomić, Anđelka Atanasković και Ratko Dmitrović από τη λίστα του νέου υπουργικού συμβουλίου δεν εξέπληξε ιδιαίτερα κανέναν, γιατί ήταν πρακτικά αόρατοι όταν ήταν υπουργοί.

Όσο για τον Branislav Nedimović, είχε ήδη δηλώσει ότι ήθελε να αποσυρθεί από την εκτελεστική εξουσία.

Ο Nikola Selaković ως Υπουργός Εξωτερικών ήταν μια πολύ κακή επιλογή, χωρίς εμπειρία σε αυτόν τον τομέα, ένας άκαμπτος εθνικιστής και επιρρεπής στην αδράνεια. Για αυτό, κρίθηκε αναγκαίο να μετατεθεί σε άλλο υπουργείο.

Σε επίπεδο τεχνοκρατών, νέα υπουργός Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης θα είναι η Tanja Miščević, η πρώην επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Σερβίας, μία επιλογή που ενισχύει την «ευρωπαϊκή πτέρυγα» μέσα στην κυβέρνηση, ο Mihajlo Jovanović, πρώην διευθυντής του Γραφείου Πληροφορικής και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, θα είναι επικεφαλής του Υπουργείου Τηλεπικοινωνιών και Πληροφοριών, ενώ ο Marko Blagojević, ο πρώην επικεφαλής της Cesida, θα είναι υπουργός Δημοσίων Επενδύσεων. Η Tanja Miščević δεν αναμένεται να αναμειχθεί στην εξωτερική πολιτική, όπως δεν το έκανε και η προκάτοχος της.

Η έκπληξη, που δεν είναι τόσο μεγάλη, είναι η επιλογή του Tomislav Žigmanov για τα θέματα των μειονοτήτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που θεωρείται σημαντικό για τις Βρυξέλλες.

Ο Žigmanov είναι ο πρώτος Κροάτης στην κυβέρνηση της Σερβίας, έχει ήδη δείξει πίστη στον Βούτσιτς, αλλά ήρθε σε σύγκρουση με τους εταίρους του με τη βοήθεια των οποίων μπήκε στο σερβικό κοινοβούλιο.

«Ο Συνασπισμός της Βοϊβοντίνα δεν υπάρχει πλέον. Με την αποδοχή της υπουργικής θέσης, ο Tomislav Žigmanov έφυγε επίσης από τον συνασπισμό και δεν υπάρχει πλέον», δήλωσε ο βουλευτής Aleksandar Olenik, ο οποίος εξελέγη μαζί με τον Žigmanov στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Επιβεβαίωσε επίσης ότι θα συνεχιστεί η αντιπολιτευτική τακτική απέναντι στον Αλεξάνταρ Βούτσιτς.

Δεν μπορεί να λεχθεί ότι η «ευρωπαϊκή πτέρυγα» έχει πλέον αποδυναμωθεί. Τη θέση της Zorana Mihajlović πήρε ο Dubravka Negre. Αποκαλεί την περίοδο των σπουδών στις ΗΠΑ «την πιο ευτυχισμένη στιγμή» στη ζωή του, εργάστηκε στην Αμερική για το CNN και μετά στο γραφείο αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στο Λουξεμβούργο. Ολόκληρη η καριέρα του συνδέεται με τις ΗΠΑ ή την ΕΕ.

Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί στην κυβέρνηση και αυτοί που κινούνται σε μια φιλορωσική τροχιά. Και υπό αυτή την έννοια, είναι απαραίτητο να αναφερθούμε ξανά στην επιστροφή στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών του Ivica Dacic, ο οποίος δεν είναι σκληροπυρηνικός ρωσόφιλος και ξέρει να ελίσσεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αυτό ακριβώς αναμένεται ότι θα πράξει.

Άλλοι ενδιαφέροντες διορισμοί περιλαμβάνουν τον Milos Vucevic, ο οποίος έγινε υπουργός Άμυνας, και τον Rade Basta, ο οποίος είναι επικεφαλής του υπουργείου Οικονομίας.

Ο Vucevic για δέκα χρόνια ήταν δήμαρχος του Νόβι Σαντ από το κυβερνών κόμμα. Το κυριότερο όμως είναι ότι είναι φίλος και προστατευόμενος του Βούτσιτς. Δηλαδή, οι στρατιωτικές υποθέσεις βρίσκονται πλέον υπό τον ειδικό έλεγχο του προέδρου. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι θα είναι ο νέος πρωθυπουργός το 2024, μετά τη θητεία της Μπρνάμπιτς.

Ο Rade Basta, που δεν ανήκει στο κυβερνών κόμμα, αλλά σε έναν από τους εταίρους των σοσιαλιστών, θεωρείται ότι μπορεί να κινηθεί κοντά στα αμερικανικά συμφέροντα.

Αυτό όμως που πρέπει να γίνει σαφές, είναι ότι στα στρατηγικά θέματα της Σερβίας, δηλαδή στις σχέσεις με τη Ρωσία, στο πρόβλημα του Κοσόβου και στην πορεία προς την ΕΕ, αυτός που παίρνει την τελική απόφαση είναι ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς και όχι το υπουργικό συμβούλιο ή οι επιμέρους αρμόδιοι υπουργοί.

ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Η Σερβία παρακολουθεί στενά πώς μονάδες του ΝΑΤΟ φτάνουν συνεχώς στη γειτονική Ρουμανία. Στο Βελιγράδι πιστεύουν ότι εάν τα γεγονότα καταστούν ανεξέλεγκτα μέχρι μια άμεση σύγκρουση μεταξύ των Ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων και του ΝΑΤΟ, θα παρασύρουν και τη Σερβία. Την ίδια στιγμή, το Βελιγράδι δεν έχει την πολυτέλεια να διατηρεί επιπλέον στρατιωτικές μονάδες στα ρουμανικά σύνορα. Υπάρχει μόνο μια δύναμη κατά μήκος του Δούναβη, που προορίζεται κυρίως για την προστασία των φραγμάτων των υδροηλεκτρικών σταθμών Dzherdap στις Σιδηρές Πύλες.

Ο Βούτσιτς μιλάει συχνά για αυτό που οι άλλοι σιωπούν, πιστεύοντας ότι η σκέψη που εκφράζεται αποκτά υλική υπόσταση. Ο κίνδυνος μιας άμεσης αντιπαράθεσης μεταξύ των ρωσικών και των αμερικανικών δυνάμεων αυξάνεται με κάθε Αμερικανό στρατιώτη που αναπτύσσεται στην Ανατολική Ευρώπη.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση, η Σερβία δεν θα μπορέσει να σταθεί στο περιθώριο, ακόμα κι αν το θέλει πραγματικά. Οι Αμερικανοί δεν χρειάζονται έναν φιλορωσικό θύλακα στο κέντρο της Ευρώπης, δηλαδή στο πίσω μέρος της 101ης μεραρχίας των ΗΠΑ στη Ρουμανία.

Το Βελιγράδι βρίσκεται ήδη υπό σοβαρή πολιτική πίεση και σε περίπτωση οξείας κλιμάκωσης στην Ανατολική Ευρώπη, κανείς δεν θα συμπαραταχθεί με τους Σέρβους. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλα αυτά ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς τα ανακοίνωσε στο συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος. Δηλαδή, αυτή η κατάσταση δεν αφορά τη Ρωσία, την Ουκρανία και γενικά δεν αφορά την εξωτερική πολιτική. Αυτό σχετίζεται με το τι περιμένει την ίδια τη Σερβία.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το Βελιγράδι, είναι κάπως πιο οξύ από άλλες πρωτεύουσες, στην αντίδραση σε μια πιθανή απειλή κλιμάκωσης. Και το θέμα δεν είναι η αυξημένη συναισθηματικότητα των βαλκανικών λαών σε σύγκριση με τους Βορειοευρωπαίους. Απλώς από τη Μαδρίτη ή ακόμα και τη Βιέννη, η απειλή που δημιουργεί η παρουσία της 101ης μεραρχίας των ΗΠΑ λίγα χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα, είναι ελάχιστα ορατή. Ακόμα κι αν αυτή η αποστολή είναι κυρίως αναγνωριστική και αποτελείται από μονάδες ελαφρού πεζικού.

Δεν ξέρουμε καθόλου τι ακριβώς εννοεί ο ταξίαρχος Λούμπας με τον όρο «απειλές για τις χώρες του ΝΑΤΟ» και από πού ξεκινάει αυτή ακριβώς η «ίντσα γης του ΝΑΤΟ» που σκοπεύουν να προστατεύσουν οι αμερικανικές δυνάμεις. Και ποιες είναι οι εντολές τους από την ανώτερη διοίκηση. Με τα δεδομένα αυτά, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς βρίσκεται υπό διαρκή πίεση. Προς το παρόν, συμπεριφέρεται αρκετά μετριοπαθώς, σκεπτόμενος τις απειλές για το κράτος του.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Για το Βελιγράδι, μια νίκη των Ρεπουμπλικάνων στις εκλογές του Νοεμβρίου για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας στις ΗΠΑ, θα μπορούσε να φέρει ένα διάλειμμα στις συνεχείς πιέσεις που υφίσταται το Βελιγράδι. Δεν θα υπάρξει καμία σοβαρή αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Αμερικής για αυτό το μέρος της Ευρώπης σχετικά με το Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια, καθώς και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορούσαν να είναι πιο ανεκτικοί στα σερβικά εθνικά συμφέροντα. Αυτό σημαίνει ότι, ακολουθώντας το παράδειγμα της κυβέρνησης Τραμπ, κάποιες από τις απόψεις των Σέρβων θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Ωστόσο, τα επόμενα δύο χρόνια, μέχρι τις νέες αμερικανικές εκλογές του 2024, είναι δύσκολο να αναμένεται ότι θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές που θα ωφελήσουν τη Σερβία.

Ο Πρέσβης της Σερβίας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Marko Đurić, πιστεύει ότι οι εκλογές για το Κογκρέσο του Νοεμβρίου για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία των ΗΠΑ θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του πλαισίου για τις ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης τα επόμενα δύο χρόνια. Θεωρεί πως ότι συμβαίνει στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ, λόγω της εσωτερικής και εξωτερικής προβαλλόμενης ισχύος της και της σημασίας του ρόλου που παίζει αυτή η χώρα στη διεθνή σκηνή, έχει πραγματικά παγκόσμιες προεκτάσεις.

Οι αμερικανικές εκλογές είναι κατά κάποιο τρόπο, ένα δημοψήφισμα για τον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης Μπάιντεν. Η ενδοαμερικανική σύγκρουση για τον τρόπο ανάπτυξης των ΗΠΑ σίγουρα θα έχει συνέπειες και σε αυτό το μέρος της Ευρώπης. Στην ίδια τη διοίκηση, θα υπάρξει ανασυγκρότηση σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, και αυτό σίγουρα θα μας ανοίξει χώρο για να προβληθούν τα σερβικά συμφέροντα. Οι ένθερμοι υποστηρικτές του Τραμπ, που θα θέσουν αμέσως το θέμα της παραπομπής του Μπάιντεν και το ανακοινώνουν ήδη, ότι το πρώτο τους βήμα θα είναι η έρευνα μέσω της επιτροπής που θα διενεργηθεί εναντίον του γιου του σε σχέση με τη διαφθορά, μπορεί να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό περιβάλλον.

Αν παρατηρήσει κάποιος τις ΗΠΑ και τη Γερμανία, μπορεί να συμπεράνει ότι από το 2000, δεν έχουν αλλάξει την πολιτική τους σχετικά με το καθεστώς για το Κοσσυφοπεδίου και τα Μετόχια. Στην απόδοση των διπλωματών τους, φαίνεται ότι άλλαξαν τακτική, αλλά ότι ο στόχος παρέμεινε ίδιος ─  ένα ανεξάρτητο Κοσσυφοπέδιο. Έτσι, πρόσφατα ο πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Frank Wisner, τόνισε ότι οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία δεν έχουν αλλάξει στόχους, αλλά έχουν αλλάξει τακτική και ζητείται από το Βελιγράδι να εκπληρώσει αυτό που είχε προβλεφθεί σχεδόν πριν από ένα τέταρτο του αιώνα. Όσον αφορά τις άμεσες εξελίξεις ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για τα Δυτικά βαλκάνια Gabriel Escobar δήλωσε στην Πρίστινα, ότι το θέμα της τελικής συμφωνίας μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινα είναι θέμα εβδομάδων και όχι ετών.

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ

Ωστόσο, η κρίση στο Κοσσυφοπέδιο, ανέτρεψε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις των παραγόντων της Δύσης. Το βασικό στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η πρόταση Μακρόν-Σολτς του Σεπτεμβρίου, για την επίλυση του προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου. Έχει επιβεβαιωθεί ότι η πρόταση υπάρχει, δεν έχει δημοσιευτεί, αλλά Κοσσυφοπέδιο και Σερβία δίνουν διαφορετικές πληροφορίες για το περιεχόμενο της.

Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς επιβεβαίωσε την ύπαρξη πρότασης για μια συμφωνία για το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου, ισχυριζόμενος ότι το σχέδιο προτείνει, ότι το Κοσσυφοπέδιο πρέπει να γίνει μέλος του ΟΗΕ χωρίς τη σερβική αντίθεση, ενώ η Σερβία θα πρέπει να λάβει οικονομική βοήθεια και μια επιτάχυνση της πορείας για ένταξη στην ΕΕ. Ο Βούτσιτς είπε σε συνέντευξη Τύπου ότι «έχουμε στο τραπέζι μια πρόταση από τις δύο δυνάμεις Γερμανία και Γαλλία και πρέπει να τη συζητήσουμε και να τη σκεφτούμε».

Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η θέση της Σερβίας είναι ότι είναι απαράδεκτο να γίνει το Κοσσυφοπέδιο μέλος του ΟΗΕ, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με το σύνταγμα της Σερβίας.

Το σχέδιο φέρεται να προβλέπει ότι το 2023 θα υπογραφεί μια νέα συμφωνία για την εξομάλυνση των σχέσεων, βάσει της οποίας η Σερβία «θα αποδεχόταν στην πραγματικότητα την ύπαρξη του Κοσσυφοπεδίου ως ανεξάρτητο κράτος».

Σε μεταγενέστερο στάδιο, υποθετικά μετά από δέκα χρόνια, όταν η ΕΕ είναι έτοιμη να επεκταθεί και να συμπεριλάβει τα Δυτικά Βαλκάνια, το Κοσσυφοπέδιο και η Σερβία θα συμφωνήσουν για αμοιβαία αναγνώριση, η οποία θα ήταν προϋπόθεση για την ένταξή τους στην ΕΕ, προσθέτει η έκθεση.

Το έγγραφο για το νέο πλαίσιο διαλόγου φέρεται να προβλέπει επίσης την ένταξη του Κοσσυφοπεδίου σε διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων της ΕΕ και του ΟΗΕ, σύμφωνα με την έκθεση.

Με τα δεδομένα αυτά, το Βελιγράδι αναζητούσε τρόπους παράτασης των συνομιλιών και συνέχισης της μη λήψης αποφάσεων, σε σχέση με τη συγκεκριμένη πρόταση.

Στο σημείο αυτό, εμφανίζεται η λανθασμένη πολιτική του Albin Kurti, για την οποία η αντιπολίτευση στο Βελιγράδι στήριξε τις επιλογές του Αλεξάνταρ Βούτσιτς και των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου.

Μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα της ΕΕ τον Απρίλιο, η κυβέρνηση του Κοσσυφοπεδίου αποφάσισε να πραγματοποιήσει ανεξάρτητα την επαναταξινόμηση αυτοκινήτων στο βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου, από τη σερβική KM (και άλλες πινακίδες πόλεων στο Κοσσυφοπέδιο) στις πινακίδες RKS του Κοσσυφοπεδίου.

Λόγω της θέσης του Βελιγραδίου επ’ αυτού, περίπου δέκα χιλιάδες ιδιοκτήτες αυτοκινήτων μποϊκοτάρουν την επανεγγραφή, γι’ αυτό η κυβέρνηση της Πρίστινα αποφάσισε να θεσπίσει τιμωρητικά μέτρα εναντίον τους ─  παρά τις εκκλήσεις των ΗΠΑ να μην το κάνουν.

Ο διοικητής της Βόρειας Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης, Ταγματάρχης Nenad Djurić, αντιτάχθηκε δημόσια σε αυτό το μέτρο, ανακοινώνοντας ότι οι αστυνομικοί υπό τη διοίκηση του δεν θα εφαρμόσουν μέτρα κατά των ιδιοκτητών αυτοκινήτων. Γι’ αυτό και τέθηκε σε αναστολή την Πέμπτη 3/11. Ο Djurić είχε ήδη απολυθεί μία φορά το 2011, όταν ήταν διοικητής του αστυνομικού τμήματος στο Zvečan.

Διορίστηκε στη θέση του διοικητή της Βόρειας Περιφέρειας το 2013 σύμφωνα με τη Συμφωνία των Βρυξελλών. Συμφωνήθηκε ότι η Πρίστινα θα διορίσει έναν διοικητή βάσει λίστας υποψηφίων που πρότειναν τέσσερις δήμαρχοι από το Βορρά.

Η δημόσια εκδήλωση ανυπακοής του Djurić ήρθε μετά από αρκετούς μήνες περιπολιών και ενεργειών από τις Ειδικές Μονάδες της Αστυνομίας του Κοσσυφοπεδίου, ROSU, στο Βορρά. Εδώ, η είσοδος των μονάδων ROSU εκλαμβάνεται πάντα ως πολιτικό ζήτημα.

Την Παρασκευή 4/11, κατά την τελευταία ημέρα που αναμένονταν κάποια σημάδια καλής θέλησης από την Πρίστινα, εμφανίστηκαν φήμες για διορισμό νέου διοικητή για τη Βόρεια Περιφέρεια χωρίς τη σύσταση των Σέρβων δημάρχων, όπως ορίζεται στη Συμφωνία των Βρυξελλών.

Με τα δεδομένα αυτά, η στάση των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου για μποϊκοτάζ στις πινακίδες RKS πέτυχε, η πολιτική Κούρτι για επαναταξινόμηση των πινακίδων απέτυχε και όλο αυτό έδωσε την ευκαιρία στο Βελιγράδι να πάρει το πάνω χέρι στις εξελίξεις και να κερδίσει τον χρόνο που επιθυμεί, προωθώντας την αποχώρηση των Σέρβων από τους θεσμούς του Κοσσυφοπεδίου.

Η παραίτηση Djurić και ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από την Πρίστινα, έδωσε το έναυσμα για την τελευταία ανακοίνωση της Σερβικής Λίστας περί αποχώρησης από τους θεσμούς του Κοσσυφοπεδίου. Έχουν γίνει έξι τέτοιες ανακοινώσεις στο παρελθόν μέχρι στιγμής.

Επειδή τις έξι προηγούμενες φορές δεν έγιναν παραιτήσεις/αποχωρήσεις, υπήρχε ο κίνδυνος η Σερβική Λίστα να χάσει την αξιοπιστία της. Με το δεδομένο αυτό, έπρεπε να αποχωρήσουν οι Σέρβοι από θέσεις εξουσίας που κατείχαν στους θεσμούς του Κοσσυφοπεδίου.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εκπρόσωποι των Σέρβων εγκαταλείπουν όλους τους πολιτικούς και κοινοβουλευτικούς θεσμούς στην Πρίστινα, τέσσερις δήμους στο βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου καθώς και το δικαστικό σώμα, την αστυνομία και τη διοίκηση, ενώ έγινε μια λαϊκή διαδήλωση στις 6/11 στο βόρειο τμήμα της Μιτρόβιτσα.

Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση στο Κοσσυφοπέδιο διευρύνεται.

Η επίλυση της κρίσης βρίσκεται εν μέρει πλέον, στα χέρια του διεθνούς παράγοντα. Απόψεις όπως αυτή που διατύπωσε ο Μπορέλ, περί επιστροφής στο τραπέζι του διαλόγου, είναι πολιτικά, εκτός τόπου και χρόνου. Χρειάζονται άλλες κινήσεις.

Η επίλυση αυτής της κρίσης θα πάρει πολύ χρόνο, ακόμη και περισσότερο από έναν χρόνο, γιατί είναι απαραίτητο να προκηρυχθούν νέες εκλογές για το κοινοβούλιο, τους δήμους του Βορρά και για την επιστροφή των ανθρώπων στα δικαστικά όργανα και την αστυνομία, να ζητηθούν νέοι διαγωνισμοί και επιλογές.

Υπάρχουν 10 εγγυημένες έδρες για τους Σέρβους στη Βουλή, καθώς και η εγγυημένη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και ο Albin Kurti δεν μπορεί να τον επιλέξει μόνος του. Πρόκειται για μια συνταγματική κρίση στο Κοσσυφοπέδιο, η οποία για να επιλυθεί θα πρέπει να γίνουν εκλογές.

Το ότι το Βελιγράδι κατάφερε να χρησιμοποιήσει την επιθετική και λανθασμένη πολιτική του Άλμπιν Κούρτι, για να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες υπέρ του, αποτελεί μια επιτυχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς.

Τώρα το Βελιγράδι ελέγχει και τον παράγοντα χρόνο και την ενδεχόμενη κλιμάκωση της κρίσης. Αυτό φάνηκε και με την κατάρριψη του drone στη πόλη Ράσκα.

Το Βελιγράδι έχει μια σειρά από δυνατότητες: Η πρώτη είναι να ριζοσπαστικοποιήσει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου, οδηγώντας στη δημιουργία μιας SAO(Serbian Autonomous Oblast) στην περιοχή. Προς το παρόν δεν έχει λόγους για να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Η δεύτερη είναι να ελέγξει τις εξελίξεις προς μια πορεία αποκλιμάκωσης της κρίσης και συνέχισης των διαπραγματεύσεων για το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου, έχοντας ήδη κερδίσει χρόνο και προσπαθώντας να κερδίσει περισσότερο. Τρίτον, να περιμένει τα αποτελέσματα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών και των προεδρικών εκλογών του 2024, προσδοκώντας σε μια νίκη των Ρεπουμπλικάνων, που διάκεινται σχετικά ευμενώς απέναντι στη Σερβία.

Σε κάθε περίπτωση, η Σερβία ευνοείται, έστω βραχυχρόνια, από αυτές τις εξελίξεις.

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή