Η Ποιήτρια Μυρτιώτισσα μιλά στον ποιητή και δημοσιογράφο Γεώργιο Δημάκο

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
      • Γράφει κι επιμελείται ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
      • giorgosbalurdos.blogspot.com 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΔΗΜΑΚΟΣ (1907-1934)
ΟΙ ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ (ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ).

Εβδομαδιαία Παγκόσμιος Φιλολογική Εγκυκλοπαίδεια. Κυριακή 1 Ιουλίου 1924. Εν Αθήναις Λεωφόρος Πανεπιστημίου 36. Τιμή τεύχους δραχμαί 30. Δια τους αναγνώστας του «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ». 7 ΔΕΛΤΙΑ ΚΑΙ 5 ΔΡΑΧΜΑΙ. Εβδομαδιαίον αριθμός 12. Σελίδες 110, διαστάσεις 14Χ21. Τιμή 6 ευρώ.

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ. Η μελαγχολία της όμως δεν ενοχλεί κανένα. Ελαφρειά σαν πούπουλο, παρ’ όλη τη σωματική της διάπλασι. Τα μάτια της μεγάλα, κλεισμένα σε μαύρα στεφάνια, το βλέμμα της ήσυχο, η φωνή της απαλή, όμοια με χάδι. Μιλάει για τη ζωή της σαν να πρόκειται για τη ζωή κάποιου άλλου. Διηγείται τις παιδικές της αναμνήσεις σε τόνο παραμυθιού. Αναμνήσεις: Η λέξις είναι λιγάκι βαρειά, προκειμένου για γυναίκα. Όχι όμως και για την ευγενική συνομιλήτρια μας. Και η Μυρτιώτισσα στο ζήτημα αυτό δεν είναι γυναίκα. Της αρέσουν τα γκρίζα μαλλιά της, όπως της άρεσαν και όταν ήταν ολόμαυρα. Αλήθεια, πώς πέρασαν τα χρόνια! Στα παληά έπιπλα του δωματίου, στο χαμηλό τραπεζάκι και στις κρεμασμένες εικόνες, παντού είναι τα σημάδια του παρελθόντος. Τίποτε εκεί μέσα δεν ξιπάζει. Μπορείτε να πιήτε τον καφέ, που σας προσφέρει η ποιήτρια, με απόλυτη γαλήνη. Έξω ο καιρός είναι λαμπρός. Από το παράθυρο φτάνει το τραγούδι ενός χρυσοκίτρινου καναρινιού.

-Λοιπόν, πού εμείναμε; Ακούετε η φωνή της Μυρτιώτισσας.

-Μά δεν αρχίσαμε ακόμα…

-Δεν αρχίσαμε; Μά τι θέλετε;

-Κάτι από τα παιδικά σας χρόνια.

Στα μάτια της ποιήτριας καθρεφτίζεται για μια στιγμή η χαρά. Και το παραμύθι αρχίζει. Ήτανε κάπου μακρυά, σε μια εξοχή. Πού; Ίσως στην Κρήτη, ίσως αλλού. Ένα κοριτσάκι έτρεχε στις πλαγιές των βουνών και σκαρφάλωνε στα δένδρα. Μια ζωή εντελώς πρωτόγονη. Η μικρούλα ήταν ευτυχισμένη από την ελευθερία της. Αλλά μια μέρα, το όνειρο ετελείωσε. Το αγριοκάτσικο με τα ξέπλεγα μαλλιά και την κοντή φουστίτσα επήγε για πρώτη φορά στο σχολείο. Τί φυλακή, Θεέ μου, η κάμαρα εκείνη με τον μαυροπίνακα, τους χάρτες και την αυστηρή μορφή του δασκάλου! Πόσο αργούσαν να περάσουν οι λίγες ώρες του μαθήματος! Όταν εχτύπησε το κουδούνι, η καρδιά της εσκίρτησε. Το μαρτύριο είχε τελειώσει. Έτσι ενόμιζε. Αλλά την άλλη μέρα η μητέρα της την εξύπνησε νωρίς.

-Θα πάς στο σχολείο; είπε.

Η μικρούλα τα έχασε. Τί; Πάλι στο σχολείο θα πήγαινε; Κι’ εκείνη επίστευε ότι το μαρτύριο θα διαρκούσε μία μόνο μέρα.

-Τα πρώτα παιδικά μου  χρόνια-λέγει η εκλεκτή μας ποιήτρια-είναι τα πιό ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου. Πολλά από τα τραγούδια μου είναι εμπνευσμένα από τις παιδικές μου αναμνήσεις.

-Ποιήματα πότε εγράψατε;

-Σ’ εμένα συνέβη το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει στους άλλους. Άρχισα να γράφω στίχους μεγάλη. Ήμουνα 27 χρονών. Δεν το περίμενα ούτε κι’ εγώ.

-Μικρή δεν εδιαβάζατε στίχους;

-Ενώ στα μαθήματα έδειχνα απερίγραπτη αμέλεια, μ’ άρεσε να διαβάζω ένα βιβλίο. Ήσαν τα ποιήματα του Σολωμού. Επίσης άκουγα με εξαιρετική ευχαρίστηση τα παραμύθια που έλεγε τα βράδυα, πλάϊ στο μαγκάλι η γιαγιά μου. Τί ωραία που τα έλεγε!

Το όνειρο της Μυρτιώτισσας ήτο να γίνη ηθοποιός. Μόλις εμεγάλωσε λιγάκι, έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Δραματική Σχολή κι’ επέτυχε. Συμμαθητές είχε την Κυβέλη, τον Βεάκη κ. ά. Όταν βγήκε στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου, εσημείωσε επιτυχία. Αλλα οι δικοί της που δεν αγαπούσαν το επάγγελμα που διάλεξε, την ανάγκασαν με τις συνεχείς γκρίνιες των να εγκαταλείψη το στάδιό της.

-Μ’ έκοψαν εκεί! Συνεχίζει η ποιήτριά μας. Έπειτα επήγα στην Ευρώπη. Έμεινα στο Παρίσι, ξαναήλθα εδώ, πουθενά όμως δεν μπορούσα να ησυχάσω. Δεν ήξευρα τί ήθελα. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Μου έλειπε η ευτυχία. Τότε επήγα στην Κέρκυρα. Εκεί συνάντησα τον Μαβίλη. Τί μεγάλος ποιητής και πόσον άδικα χάθηκε! Ο Μαβίλης, λοιπόν με εγνώριζε από πρίν-είχε έλθει ως βουλευτής στο πατρικό μου σπίτι-μ’ έκανε να γράψω στίχους. Πήγαμε μια μέρα περίπατο. Του άνοιξα την καρδιά μου… Έτσι μάταια θα περνούσε η ζωή μου; Εκείνος μ’ ένοιωσε. Και μου είπε:

«Όλα τα έχετε μέσα σας. Μπορείτε να κάμετε ότι θέλετε!»

-Τότε έγραψα το πρώτο μου τραγούδι. Νομίζω πώς το έχω.

Η Μυρτιώτισσα σηκώνεται, σκαλίζει ένα χαρτοφύλακα και παίρνει ένα κιτρινισμένο φύλλο. Τα γράμματα έχουν ξεθωριάσει από τον καιρό.

Να σου χαρίσω τα μαλλιά μου, πού ως κισσός
Θα τυλιχτούν στα δέντρα σου ερωτευμένα,
Μονάχη μου έγνοια, μόνος μου σκοπός
Να σε στολίζω εσένα…

Τα πρώτα της ποιήματα η Μυρτιώτισσα τα ετύπωσε στο «Νουμά». Τα υπέγραφε με το πραγματικό της όνομα «Θεώνη Δρακοπούλου». Το ψευδώνυμο το επήρε κατόπιν από μιά ρωμαντική εκκλησούλα της Κέρκυρας.

Τα τραγούδια της Μυρτιώτισσας ενθουσίασαν. Ο ίδιος ο Παλαμάς, συνοδευόμενος από τον Ταγκόπουλο, επήγε σπίτι της για να την συγχαρή.

-Κύτταξε μήν αφήσης την ποίησι! Της είπε. Θα σε ξεκουράσει πολλές φορές στη ζωή σου!

Το έργο της Μυρτιώτισσας δεν είναι μεγάλο σε όγκο. Έχει όμως όλη τη γυναικεία δροσιά. Ετύπωσε μιά ανθολογία παιδικών τραγουδιών-την μοναδική πού έχομε-τίς «Κίτρινες Φλόγες», με πρόλογο του Κωστή Παλαμά, τα «Δώρα της Αγάπης» και μιά σειρά μεταφράσεων από το ποιητικό έργο της μεγάλης Ελληνογαλλίδος ποιήτριας κοντέσσας Ντέ- Νοάϊγ.

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μυρτιώτισσας εβραβεύτηκεν από την Ακαδημία. Με την ευκαιρία της βραβεύσεώς της το Συμβούλιο των Ελληνίδων έδωσε μιά απογευματινή δεξίωσι στου Γιαννάκη. Η συγκέντρωσι-στην οποία παρεκάθησαν περί τις 80 γυναίκες, «άσσοι» της ωμορφιάς και του πνεύματος-είχε εγκάρδιο χαρακτήρα. Δεν έλειψαν όμως και οι άντρες. Ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, πού δεν μπορούσε να παρευρεθή στη συγκέντρωσι, έστειλε το παρακάτω χαρακτηριστικό γράμμα:

«Ευγενεστάτη κυρία,

Δυστυχώς αδυνατώ να παραστώ στην απογευματινή που οργανώνει το Συμβούλιο Ελληνίδων προς τιμήν της κ. Θεώνης Δρακοπούλου. Όμως η απουσία μου δεν εμποδίζει υποθέτω, να προσθέσω κι’ τα εγκάρδια τα συγχαρητήριά μου στη βραβευμένη ποιήτρια πού πλουτίζει υπέροχα, με τη τέχνη της, και το φύλο της και την πατρίδα.

Σας ευχαριστώ με τα βαθύτερά μου αισθήματα.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ»

Γύρω από την Μυρτιώτισσα έχουν συγκεντρωθή όλες σχεδόν οι νέες μας ποιήτριες. Κι’ εκείνη, σαν φιλόστοργη μητέρα, τις περιβάλλει με εξαιρετική αγάπη.

-Νέες ποιήτριες έχουμε πολλές! Λέγει. Ίσως περισσότερες από τους νέους ποιητάς.

Από τις παληές ξεχωρίζει την Αιμιλία Δάφνη, την Ειρήνη Δενδρινού, την Δώρα Μοάτσου, την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου την Ζάμπα, την Λιλή Ιακωβίδου κ. ά.

Για τις νέες ποιήτριες μιλάει με περισσότερο ενθουσιασμό. Αναφέρει την Διαλεχτή Ζευγώλη, την Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, την Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, τη Θάλεια Κεσίσογλου κ. ά.

Μα απ’ όλες ξεχωρίζει την Μαρία Πολυδούρη.

-Μεγάλο ταλέντο! Παρατηρεί. Αυτή και ο Καρυωτάκης.

-Τους εγνωρίσατε;

-Πώς! Την Πολυδούρη την επισκέφθηκα στη «Σωτηρία». Πόσο ήτο δυστυχισμένη! Την επίκραιναν ακόμη και οι έπαινοι πού εδημοσιεύοντο για τα ποιήματά της. Ενόμιζε ότι εγράφοντο από ευσπλαχνία. Τότε μου εδόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσω την καρδιά του κ. Σικελιανού. Της επήγαινε λουλούδια και έμενε ώρες ολόκληρες μαζύ της, δίνοντάς της κουράγιο…

Άλλος ποιητής, που ο θάνατός του μ’ ελύπησε πολύ, είναι ο Πορφύρας. Του είχα μεγάλη συμπάθεια. Στο φιλολογικό μνημόσυνο, που του έκαναν στο Πειραιά, μίλησα με πραγματική συγκίνησι.

-Πώς ζήτε σπίτι;

-Σπίτι μένω ελάχιστο καιρό. Δεν μπορώ να μείνω κλεισμένη. Ίσως γιατί μου λείπει η οικογενειακή ευτυχία. Πηγαίνω σ’ εξοχές όπου μένω όσο μπορώ περισσότερο. Εκεί ζω όπως θέλω, κάνω περιπάτους και ετοιμάζω τη δουλειά μου.

Η νέα εργασία που ετοιμάζει η Μυρτιώτισσα είναι μεταφράσεις επιγραμμάτων. Τα περιμένομε!

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΑΚΟΥ, σελίδες 53-56

ΟΙ ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ (ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ).

Σημειώσεις:

Το μικρό κιτρινισμένο και κακομεταχειρισμένο βιβλιαράκι, το αγόρασα παλαιότερα από παλαιοπωλείο στον Πειραιά σε φθηνή τιμή. Μάλιστα ο βιβλιοπώλης, έχει γράψει δίπλα στα 6 ευρώ την λέξη «Σπάνιο». Μάλλον, το δυσεύρετο αυτό βιβλίο με τις συνεντεύξεις του Γεωργίου Δημάκου για την εφημερίδα «Ανεξάρτητος», δεν θα προκαλούσε πλέον το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, γιαυτό και η χαμηλή τιμή του. Βρέθηκε στο εμπόριο ίσως από εκποίηση Βιβλιοθήκης Πειραιώτη; Ή αδιάφορο προς την λογοτεχνία αναγνώστη.

Το βιβλίο είναι φθαρμένο από τον χρόνο μια και είναι τυπωμένο σε χαρτί εφημερίδας. Πάντως δυσεύρετο στα παλαιοπωλεία και σε Βιβλιοθήκες. Έχει επίσης, αρκετά τυπογραφικά και ορθογραφικά λαθάκια τα οποία δεν θέλησα να διορθώσω ούτε να αλλάξω την γραμματική των λέξεων της εποχής που κυκλοφόρησε. Όσες καταλήξεις λέξεων λήγουν σε ι και όχι σε η, ή σε η και όχι σε ει, κ.λπ. Το τομίδιο περιλαμβάνει 26 συνεντεύξεις που πάρθηκαν από τον Μανιάτη ποιητή και δημοσιογράφο Γεώργιο Δημάκο για την εφημερίδα «Ανεξάρτητος». Ήταν αδερφός του δημοσιογράφου και νομικού Ανδρέα Δημάκου που υπήρξε συντάκτης, διευθυντής σύνταξης και διευθυντής της εφημερίδας «Το Βήμα».

Υπάρχουν ποιητές και λόγιοι που πέρασαν από αυτήν την χώρα που δεν αναφέρονται ούτε στις υποσημειώσεις ούτε στις βιβλιογραφικές παραπομπές των ιστορικών της ελληνικής γραμματείας. Υπάρχουν συγγραφείς και διανοούμενοι της πατρίδας μας, που σχεδόν κανένας έλληνας κριτικός από αυτούς που εξέδιδαν τον προηγούμενο αιώνα και επί των ημερών μας, λογοτεχνικά περιοδικά και άλλα έντυπα, δεν αναφέρθηκε σε αυτούς ή αποσιωπήθηκε το συγγραφικό πέρασμά τους.

Υπάρχουν έλληνες ποιητές και μυθιστοριογράφοι, διηγηματογράφοι, δοκιμιογράφοι, ερευνητές, που αγνοήθηκε η παρουσία τους και αγνοείται ακόμα, από τις «κυρίαρχες» φωνές, και υπεύθυνους των πολιτιστικών εκπομπών της δημόσιας τηλεόρασης. Ιδιαίτερα μάλιστα, εκπομπές και ντοκιμαντέρ που μας μιλούν για τους Έλληνες και Ελληνίδες ποιητές, την Ελληνική Ποίηση, την Ελληνική Γραμματεία. Βλέπε εκπομπή «Εποχές και Συγγραφείς» και το επιτελείο που τη στελεχώνουν, τις πηγές που αναφέρουν, τους συνομιλητές που επιλέγουν, τους συμβούλους στους οποίους στηρίζεται η εκπομπή.

Υπήρξαν και υπάρχουν Ποιητές και Ποιήτριες, Έλληνες Συγγραφείς της Ελληνικής Διασποράς, (Νότιος και Βόρειος Αμερική, Ασία, Αφρική, Αυστραλία), Έλληνες μετανάστες λόγιοι, οι οποίοι είναι σχεδόν άγνωστοι στο αναγνωστικό κοινό του γεωγραφικού κορμού της Ελλάδας, και ίσως παραγνωρισμένοι από τους ιθύνοντες των πολιτιστικών πραγμάτων. Φυσικά υπάρχουν τα σχετικά επετειακά τηλεοπτικά αφιερώματα και τα αντίστοιχα των λογοτεχνικών περιοδικών. Ελάχιστα όμως, να σημειώσουμε, σε σχέση με την παγκόσμια προσφορά τους, στην διάδοση των Ελληνικών Γραμμάτων στα πέρατα της οικουμένης.

Την προτίμηση των ειδικών που κρίνουν και αποφασίζουν κρατά η Ευρωπαϊκή Ήπειρος και κάπως η Βόρειος Αμερική. Από την μεταπολίτευση του 1974 και μετά, από τα ελάχιστα που γνωρίζω και έχω διαβάσει, κυριαρχούσαν φιλικές ομάδες ατόμων που εξέδιδαν λογοτεχνικά περιοδικά, συνεργάζονταν με εκδοτικούς οίκους, αποτελούσαν την νέα γενιά των πανεπιστημιακών ερευνητών, τους νέους ηλικιακά βιβλιοκριτικούς και δημοσιογράφους παρουσιαστές των νέων εκδόσεων.

Δημοσιογραφικά συγκροτήματα και επιλεγμένα από τις κυβερνήσεις συγγραφείς, καθηγητές, βιβλιοκριτικοί, άτομα τα οποία ως εκπρόσωποι της πολιτείας, όριζαν, καθόριζαν και γιατί όχι περιόριζαν τον Λογοτεχνικό Κανόνα γενικής αποδοχής της Ελληνικής Γραμματείας, των βραβεύσεων των έργων και των αντίστοιχων συγγραφέων και δημιουργών, ανάλογα με τα κριτήριά τους, την αισθητική τους, την ιδεολογία τους, τις «συμπάθειές τους», την ενασχόληση τους με τον χώρο του βιβλίου, τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις.

Τις δεκαετίες αυτές που πέρασαν, το της επιλογής και κυκλοφορίας αναγνωστικά «ορθό», καθορίζονταν από συγκεκριμένες ομάδες προσώπων των περιοδικών, τις δημοσιογραφίας και ίσως, και από πανεπιστημιακές κριτικές νησίδες αναφοράς.Το ζήτημα μάλιστα της αποδοχής της τάδε γραφής, ή της απαξίωσης μιας άλλης, είχε φθάσει σε σημείο αντίδρασης των στάσεων αυτών από τους ειδικούς, ώστε, αν ανατρέξει ο φιλαναγνώστης σε ορισμένους τίτλους λογοτεχνικών και άλλων εντύπων, θα διαβάσει ότι η αποδοχή ή μη ενός βιβλίου, εξαρτιόταν από την εμπορική διαφήμιση που λάμβαναν τα έντυπα από τον εκδοτικό οίκο που συνεργάζονταν ο κάθε δημιουργός.

Να μνημονεύσουμε ότι ακόμα και μεταξύ των λογοτεχνικών ομάδων και λογοτεχνικών σωματείων, των εκδοτών των λογοτεχνικών περιοδικών, υπήρχε ένα είδος «άρνησης» της μιας φιλικής παρέας από την άλλη. Αυτό ήταν αναμενόμενο εφόσον έπρεπε κάθε έντυπο να καλύψεις τα έξοδα της έκδοσής του. Με δύο λόγια, υπήρχε μια μεσοβέζικη σε πολλά της σημεία αποδοχής ενός συγγραφέα ή ενός βιβλίου ανάλογα με τις προτιμήσεις των…

Παρόλα αυτά, υπήρξαν και υπάρχουν- νομίζω, ακόμα και μες στην Πανδημία, έλληνες κριτικοί και συγγραφείς που εργάστηκαν αθόρυβα, διακριτικά, χωρίς δημόσιες τυμπανοκρουσίες, μακριά από τα προσδιορισμένα από τους επισήμους, το “κατεστημένο”, φώτα της δημόσιας προβολής και αποδοχής του έργου τους.

Εργάτες του πνεύματος που μόχθησαν, δούλεψαν σκληρά, θυσίασαν τον χρόνο της ζωής τους, ξόδεψαν από το υστέρημά τους ή τον πενιχρό μισθό τους, αγοράζοντας τίτλους λογοτεχνικών περιοδικών και εφημερίδων, ανέτρεξαν σε βιβλιοθήκες και αρχεία (φίλησαν κατά το κοινώς λεγόμενο κατουρημένες ποδιές) προμηθεύτηκαν βιβλία, μελέτες, στην προσπάθειά τους να γνωρίσουν πρωτίστως οι ίδιοι και κατόπιν να αναδείξουν λησμονημένους συγγραφείς, ξεχασμένα έργα, βιβλία παλαιότερων εποχών που αγνοήθηκαν από τους ειδικούς της εποχής που κυκλοφόρησαν, ζητήματα και θέματα της ελληνικής γραμματείας και παράδοσης.

Να φέρουν στο φως την καθόλου ιστορία της ελληνικής γραμματείας και των προσώπων της-δημιουργών που την αποτελούν. Γιατί η Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων, δεν είναι μόνο οι βραβευμένες συγγραφικές βουνοκορφές της, τα καθηγητικά και πανεπιστημιακά σπουδαστήρια παραγωγής διδακτορικών διατριβών, οι πολυδιαφημιζόμενοι από τις σελίδες των εφημερίδων και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προσφάτως, των κοινωνικών δικτύων συγγραφείς. Είναι το σύνολο του έμψυχου και γραπτού δυναμικού μιάς χώρας.

Και όμως, για αυτές τις υπάρξεις-τους αθόρυβους εργάτες του ελληνικού λόγου, δεν θα βρεις μια αράδα να διαβάσεις για την συγγραφική τους παρουσία, για το πέρασμά τους από τα ελληνικά γράμματα στις επίσημες μελέτες και δοκίμια. Δεν θα συναντήσεις ένα υποφερτό έστω λήμμα σε μία Λογοτεχνική Εγκυκλοπαίδεια, σε ένα Βιογραφικό Λεξικό Ελλήνων και Ελληνίδων Λογοτεχνών, σε μια Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας.

Δεν θα μιλήσουν για τα άτομα αυτά στα αμφιθέατρα ή τις αίθουσες διδασκαλίας της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τους αγνόησαν οι παλαιότεροι, τους παραγνώρισαν πριν καλά-καλά ολοκληρώσουν την συγγραφική τους εικόνα οι σύγχρονοί τους-μας. Το φαινόμενο αυτό είχε σαν επακόλουθο να δημιουργηθεί μια συγκεκριμένη οπτική ανάγνωσης και αποδοχής στο τι είναι αποδεκτό και τι όχι στην ελληνική γραμματεία.

Ποιοι είναι όμως οι ειδικοί, οι επίσημοι, που απορρίπτουν ή απαξιώνουν τον μόχθο των παλαιότερων ή και των συγχρόνων τους, κόβοντας κρίκους από την αλυσίδα της παράδοσης της ελληνικής γραμματείας, θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο σύγχρονος αναγνώστης; και επίσης, να συλλογιστεί αν αυτά τα φαινόμενα, τα αρνητικά για την ελληνική γραμματεία συμβαίνουν ακόμα και σήμερα 2021, από τα ίδια άτομα ή τα διάδοχά τους; Και αν αυτές οι αρνητικές πρακτικές δεν είναι παρά μια μορφή λογοκρισίας στον χώρο της λογοτεχνίας και των ερευνητικών της πεδίων.

Μήπως υπάρχουν και σήμερα, οι Βεζίρηδες της ελληνικής γραμματείας που θέλουν και αγωνίζονται να γίνουν ή έγιναν Χαλίφηδες του Λογοτεχνικού Ελληνικού Χαλιφάτου με την έγκριση των φίλων τους και των γνωστών τους;  Με όμως μπορείς να αγνοήσεις, να παραβλέψεις έλληνες ποιητές, δημιουργούς, ερευνητές, μελετητές της ελληνικής γραμματείας, ασχολούμενους με την τέχνη, όλους αυτούς δηλαδή που άφησαν τα μικρά ή μεγάλα ίχνη τους στο συγγραφικό στερέωμα;

Αυτοί οι χιλιάδες συγγραφείς, που βιολογικά υπήρξαν, έδρασαν συγγραφικά, πρόσφεραν το δικό τους μερτικό στην συμπλήρωση των κενών της ελληνικής γραμματείας διαχρονικά, σταθερά μέσα στην καθόλου ιστορική της περιπέτεια; Στελέχωσαν την ελληνική γραμματεία με την συγγραφική παρουσία τους, τα κείμενά τους, τις έρευνές τους, την όποια γραφή τους και ανιδιοτελή προσφορά τους. Χωρίς να έχουν ακόμα και τα οικονομικά ή άλλα εφόδια ή να σιτίζονται από το δημόσιο ταμείο.

Ένας πνευματικός κόσμος της ελληνικής λογοτεχνίας, της ποίησης, του δοκιμίου και της έρευνας παράλληλος, με τον άλλον, των επισήμων, των φωτισμένων, των γλωσσομαθών, των εχόντων την τήβεννο της επιστημονικής αληθείας, τις περγαμηνές των σπουδών τους στην εσπερία. Των ιδεολογικών τους προτιμήσεων, την επαγγελματική και δημοσιογραφική εικόνα των δημοσιευμάτων τους. Αυτός ο λογοτεχνικός κόσμος δουλεύει παράλληλα με αυτόν των Υψηλών Φωνών.

Υπάρχει και δρα δυστυχώς, σαν «άλλος» κόσμος, δίπλα στον  κυρίαρχο, τον αναγνωρισμένο από τα μέσα δημοσιογραφικής προβολής. Αυτός ο κόσμος των «Χαμηλών Φωνών» για να δανειστώ έναν τίτλο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, (που ενώ είναι ένας εξαιρετικός ποιητής και αναγνώστης του ποιητικού λόγου, ορισμένες θέσεις και απόψεις του δεν διαβάζονται, δεν αντιπροσωπεύουν την ποιητική του εικόνα. Και όμως, δεν τολμούν οι ειδικοί να το αναφέρουν για να μην βρεθούν αντιμέτωποι με ένα σύστημα ιστορικών ηρωικών αναφορών που θα τους στηλιτεύσει.

Ενώ δέχονται την ποιητική των φωνών του κατάταξη) ο κόσμος λοιπόν των «Χαμηλών Φωνών» έζησε και ζει, ανέπνεε και αναπνέει ακόμα, έκανε οικογένεια ή επέλεξε την μοναχική ζωή, στάθηκε πάντα στο περιθώριο της ιστορίας των ελληνικών γραμμάτων, έμεινε στην σκιά της αλλόγλωσσης ή ετερόφωτης ελληνικής διανόησης, περιθωριοποιήθηκε από τις «Υψηλές Πτήσεις» των επισήμων. Πότε όμως και πάλι θα μπορούσε ο συστηματικός αναγνώστης και μελετητής να αναρωτηθεί, άνοιξαν τα άτομα τα προβεβλημένα, μια δημιουργική συζήτηση με τα άλλα, τα ανεπίσημα, σχετικά με του τι είναι για αυτά λογοτεχνία, τι πρεσβεύουν για το παρελθόν και το μέλλον της, τους τρόπους  διακονίας της, της προβολής της.

Ποιές είναι οι «δικές» τους αξιολογικές προτάσεις σύγκρισης, αποδοχής, σε ένα γενικό μοντέλο χαρτογράφησης της πορείας της ελληνικής γραμματείας. Τι πιστεύουν για τους διαχωρισμούς και τους γνωστούς αποκλεισμούς. Τις προηγούμενες δεκαετίες, ο συγγραφέας και εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού Μιχάλης Σταφυλάς εξέδιδε την «Πνευματική Πορεία», μέσα στις σελίδες του περιοδικού του, τυπωνόταν και ένα ένθετο που το ονόμαζε « Διαρκής Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας». Ήταν ο μόνος μάλλον, από όσο θυμάμαι, από τα διάφορα περιοδικά που αγόραζα, που συμπεριελάμβανε νέες αντρικές και γυναικείες συγγραφικές φωνές μαζί με εκείνες των παλαιότερων γενεών.

Δίνοντας μικρά βιογραφικά στοιχεία συγγραφέων και πέρα από τους συνδρομητές του περιοδικού του. Μια συνέχεια της πνευματικής σκυτάλης των ελλήνων και ελληνίδων δημιουργών χωρίς διάκριση, χωρίς «αξιολόγηση». Έστω και εν συνόψει, γνωρίζαμε νέα πρόσωπα και τίτλους έργων. Χωρίς σνομπαρίσματα, δίχως φιλικά συγγραφικά σκόντα. Δεν ήταν απαραίτητο να ανήκες στο φιλικό περιβάλλον του περιοδικού ή ενός δημοσιογραφικού εκδοτικού ομίλου.

Γνωρίζουμε και αποδεχτήκαμε ότι η γενική εικόνα της καταξίωσης και της προβολής ενός νέου ή παλαιότερου συγγραφέα, τουλάχιστον στην δική μου γενιά, εξαρτιόταν ή βασίζονταν κυρίως αν όχι μοναδικά στο τι θα έγραφαν οι κονδυλοφόροι μεγάλων δημοσιογραφικών συγκροτημάτων και των περιοδικών που με τον έναν ή άλλον τρόπο υποστηρίζονταν από τα εκδοτικά συγκροτήματα, στο τι υποστήριξη προβολής διέθετε ένας συγγραφέας από το λογοτεχνικό περιοδικό που συνεργάζονταν ή ήταν συνδρομητής, ή ακόμα, ορισμένες φορές, από τον βαθμό συγγένειας ενός λογοτέχνη με τον άλλον.

Γονείς, κουμπάροι συγγραφείς, παιδιά, ξαδέρφια συγγραφείς. Οι σύντεκνοι της ελληνικής γραμματείας. Η καθόλου όμως Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων, συν-γράφεται από όλους και όλες, τις πέννες εκείνες που έμειναν και εξακολουθούν να μένουν στην αφάνεια από σκοπιμότητες και άλλες αιτίες. Θέλω να πω με τα παραπάνω, αν αληθεύουν και υφίστανται πάνω στο παλαιότερο και σύγχρονο λογοτεχνικό σανίδι ότι η επιλεγμένη επιλογή να σταματάς στην αναφορά έργων, ενός συγγραφέας στην τελευταία εν ζωή έκδοση των Απάντων του, στην δεδομένη εκπομπή μιας ποιήτριας, της Μυρτιώτισσας, δεν αναιρεί το λάθος ή την «μεροληψία» των συντελεστών της εκπομπής, σε νεότερες αναστυλώσεις του ποιητικού της έργου.

Τουλάχιστον ας μνημόνευαν τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι. Έστω και αν επαναλάμβαναν γνωστά μας στοιχεία και πληροφορίες. Κρίμα. Αμαυρώθηκε μάλλον η εγκυρότητα της αναφοράς των τριών γυναικών συμμετεχόντων, που και οι συμμετέχοντες νέες σε ηλικία καθηγήτριες, αναφέρθηκαν σε γνωστά μας στοιχεία, για όσους γνωρίζουν την συγγραφική διαδρομή της ποιήτριας και μεταφράστριας Θεώνης Δρακοπούλου.

Ποιο ερευνητικό ή λογοτεχνικό έναυσμα θα σε κάνει να παρακολουθήσεις ξανά αυτήν την ωριαία εκπομπή; Σαν ερώτηση το θέτω. Το ζήτημα είναι η συγκεκριμένη τηλεοπτική εμφάνισή σου στην τηλεόραση, η αναφορά στους τίτλους σπουδών σου, ή η όσο το δυνατόν επαρκέστερη αναφορά πληροφοριών σύγχρονων, μέχρι σήμερα για το  πρόσωπο που μιλάς; Τι κενά να σου συμπληρώσει η «εσωτερική» τηλεοπτική συνομιλία μόνο πανεπιστημιακών ειδικών;, ή παλαιότερων εκδοτών περιοδικών; Τι θα κόστιζε στην πνευματική τους υπόληψη και πανεπιστημιακή τους υστεροφημία η αναφορά και σε νεότερες έρευνες και ερευνητές, που ασχολήθηκαν με το έργο και την ποίηση της Θεώνης Δρακοπούλου;

Μα καλώς ή κακώς τα προγενέστερα βιβλία και οι εκδόσεις έμειναν. Η στοιχειώδη έστω μικρή μνημόνευση ονομάτων, θα έδειχνε την επιστημονική τους εγκυρότητα, και γιατί όχι και την επιστημονική τους μεγαλοψυχία ή κάνω λάθος; Ότι υπερβήκαν τις πληροφορίες που ούτως ή άλλως, επιβάλλονταν να λεχθούν σε αυτά τα ωριαία τηλεοπτικά πορτραίτα ελλήνων δημιουργών. Η ποιητική συνέχεια όμως και μετά τον θάνατο της Μυρτιώτισσας, της έρευνας πάνω στο έργο της και το ενδιαφέρον από νεότερους ερευνητές και κριτικούς, θα έδειχνε όχι μόνο την ενημερότητα των συντελεστών αλλά και την σταθερή διάρκεια μέσα στο χρόνο της Ποίησής της. Ή κάνω λάθος; Και αυτό ισχύει και για άλλους συγγραφείς φυσικά.

Η παρουσία της δεν σταμάτησε στο χρόνο του θανάτου της, ή της έκδοσης των Απάντων της με την εισαγωγή του Ανδρέα Καραντώνη, όσο η ποιήτρια βρίσκονταν στην ζωή. Έχουμε αρκετές περιπτώσεις ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που δεν είδαν εν ζωή να κυκλοφορούν τα Άπαντά τους. Βλέπε ενδεικτικά το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη, του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων. Η Ποίησή της κύλησε σαν δροσερό ποιητικό ποτάμι και δρόσισε τις συνειδήσεις νεότερων γενεών ποιητών και μελετητών του έργου της, και το κυριότερο, αγαπήθηκε από χιλιάδες ανώνυμους έλληνες και ελληνίδες. Που δεν χρειάστηκε να την γνωρίσουν ούτε μέσα από τα πανεπιστημιακά σπουδαστήρια ούτε από τηλεοπτικές εκπομπές.

Ο Μάνος Χατζιδάκις της πρόσφερε την μελλοντική ανάσα της. Και κατόπιν, τα βιβλία που κυκλοφόρησαν ή η ανθολόγηση των ποιημάτων της. Η τελευταία της Ανθολόγηση από τον γράφοντα, ήταν μία εργασία που δεν αφορούσε μόνο τον ανθολόγο και την αγάπη του για την ποίησή της, η μη μνημόνευση του βιβλίου της σειράς «εκ Νέου» του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδη ήταν μάλλον και μια απαξίωση απέναντι στον εκδότη, τον επιμελητή της σειράς, τους διορθωτές και τους άλλους συντελεστές της έκδοσης. Ίσως ακόμα και στο πρόσωπο που πρότεινε στον ανθολόγο να συμμετάσχει. Γιατί η μη μνημόνευση, δε έγινε από άγνοια ή έλλειψη πληροφοριών, ή ήταν εσκεμμένη η παράληψη ή ήταν «μεροληπτική»;

Θεωρώ όμως σαν ένας ανώνυμος τηλεθεατής ότι όποια και αν ήταν η πρόθεση των συντελεστών ήταν άστοχη. Αν συμβαίνουν αυτά στις μέρες μας, τότε μόνο από εμάς τους ανώνυμους απλούς θιασώτες του ελληνικού ποιητικού λόγου αναγνώστες και τηλεθεατές εξαρτάται αν θα παρακολουθήσουμε ξανά την εκπομπή αυτή ή θα γυρίσουμε κανάλι την ώρα που μεταδίδεται, και θα ψυχαγωγηθούμε με τις «Άγριες Μέλισσες» ή άλλα σήριαλ. Αν κάποιος ή κάποια θελήσει να ενημερωθεί για τους παλαιότερους έλληνες ποιητές και ποιήτριες θα ψάξει να βρει τα βιβλία τους και θα τους διαβάσει. Δεν θα περιμένει άνωθεν πληροφοριακές υποδείξεις και αποκλεισμούς. Μόνο που έτσι δυστυχώς συνεχίζονται οι παλαιές παθογένειες και οι αποκλεισμοί. Οι διχαστικές επιλογές. Ίσως, όπως η ίδια η ζωή μας διδάσκει δεν είναι εύκολο να συνυπάρχεις ακόμα και με συμπατριώτες σου, ομότεχνούς σου. Έτσι όμως χάνει η ίδια η Τέχνη;

Μέσα σε αυτό το κλίμα απορροιών και ερωτημάτων, σκέφτηκα να διαβάσω και πάλι τις μικρές συνεντεύξεις και τα σχόλια ενός αγνοημένου νέου ποιητή και δημοσιογράφου, οποίος έφυγε νεότατος από αυτόν τον μάταιο κόσμο και την εφήμερη δόξα του. Τον Μανιάτη Γεώργιο Δημάκο, του οποίου την παρουσίαση και το έργο δεν θα συναντήσουμε στις αναγνωρισμένες Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας, το όνομά του δεν θα το διαβάσουμε στα Λογοτεχνικά Λεξικά. Ακόμα και οι ασχολούμενοι με την Ελληνική πνευματική και καλλιτεχνική παρουσία του Ελληνισμού της Αιγύπτου ελάχιστα αναφέρονται στο έργο του.

Ο ακάματος συγγραφέας και ερευνητής Ιωάννης Χατζηφώτης δεν τον μνημονεύει στα βιβλία του για την Αλεξάνδρεια και τον Αιγυπτιώτικο ελληνισμό, από όσο γνωρίζω. Ο Μανόλης Γιαλουράκης γράφει ελάχιστα στις ορθές κρίσεις του για την ποίησή του. Στην 12τομη Λογοτεχνία των Ελλήνων υπάρχει ένα υποτυπώδες ανώνυμο λήμμα στον 6ο τόμο, σελίδα 197. «Δημάκος Γεώργιος. Το 1927 εξέδωσε στην Αλεξάνδρεια την ποιητική συλλογή «Ρόδα της αυγής». Ακολούθησε η συλλογή «Με τη ζωή και με σένα» (Αθήνα 1932). Ο Γ. Δημάκος έγραψε και μερικά πεζογραφήματα από τα οποία ιδιαίτερα αξιοσημείωτο «Ο Καβάφης και το έργο του», δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ίσις» Αλεξάνδρεια, τ. αρ. 8, 1928).

ΟΛ’ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΚΑΛΟΣΥΝΗ

Όλ’ η καρδιά μου καλοσύνη’
στο κλάμα σας πονώ,
κ’ η κάθε σας χαρά μου δίνει
νέα φτερά.

Τίποτε δε ζητώ δικό μου’
μου φτάνει να θωρώ
το δέντρο στη γωνιά του δρόμου,
τον ουρανό!».

Η συγγραφική και δημοσιογραφική δραστηριότητα του έμορφου αυτού νέου, κόπηκε απότομα, μοιρολογήθηκε νεότατος, η παρουσίαση του συμπιέζεται ανάμεσα στο λήμμα για τον ποιητή Μηνά Δημάκη και τον ιστορικό της ελληνικής λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά. Μάλιστα γνωρίζοντας ότι απεβίωσε το 1934 σε ηλικία μόλις 27 ετών, η φυσιογνωμία του γίνεται ακόμα πιο θελκτική και ας έχουν περάσει 90 σχεδόν χρόνια που σκοτείνιασε νωρίς το φως και η λάμψη των ματιών του λόγιου ποιητή και δημοσιογράφου. Σίγησαν τα ρυάκια της σκέψης του, των της ζωής προσδοκιών του. Εκτενέστερο είναι το λήμμα του Νίκου Παπαδημητρίου στο τρίτομο έργο του: «ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» τόμος δεύτερος, σελίδες 98-100, Παγκόσμιος Εκδοτικός Οργανισμός Χρήστος Γιοβάνης ΑΕΒΕ Αθήνα 1990. Που αντιγράφω παρακάτω.

Στους «Εξέχοντες Έλληνες», Από την καλή και την ανάποδη, μιλούν είκοσι έξι Εξέχοντες Έλληνες και Ελληνίδες από τον χώρο της Πολιτικής, του Στρατού, των Γραμμάτων, των Καλλιτεχνών. Όπως φαίνεται από το μικρό κείμενο «ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ» που γράφει ο Γεώργιος Δημάκος, η εφημερίδα ανέθετε σε δημοσιογράφους της να παίρνουν συνεντεύξεις από διακεκριμένες προσωπικότητες της εποχής του μεσοπολέμου.

Τα άτομα που επιλέχθηκαν-να μιλήσουν στην εφημερίδα-πρέπει να είναι περισσότερα από την επιλογή που κάνει ο νέος δημοσιογράφος. Σε αυτό συνηγορεί και του ότι η «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» είναι Εβδομαδιαία και ο παρών τόμος φέρει τον αριθμό 12. Σε βιβλιοθήκες που ανέτρεξα παλαιότερα και σε παλαιοπωλεία της Αθήνας, δεν κατόρθωσα να συναντήσω άλλα νούμερα της Φιλολογικής Εγκυκλοπαίδειας.

Οι συνεντεύξεις που λαμβάνονται μας εικονογραφούν το κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής του πολιτικού και καλλιτεχνικού μεσοπολέμου. Είναι μικρές κατανοητές στο ευρύ κοινό πληροφοριακές προσωπικές εξομολογήσεις ελλήνων και ελληνίδων καλλιτεχνών και στρατιωτικών και πολιτικών που έχαιραν φήμης, σεβασμού, μετείχαν ενεργά στην πολιτική και καλλιτεχνική ζωή της εποχής τους, και ίσως όλες οι φυσιογνωμίες διαμόρφωσαν την εικόνα και σχημάτισαν το πρόσωπο της νεότερης κατοπινής ελλάδος. Όπως δηλώνεται και από τις δύο ολοσέλιδες διαφημίσεις της τελευταίας σελίδας και του οπισθόφυλλου, η εφημερίδα είχε εκδώσει αρκετούς τίτλους βιβλίων ευρύτερου ενδιαφέροντος.

Πληροφορούμαστε ότι εξέδιδε ακόμα την «Κοινωνιολογικήν και Πολιτικήν Εγκυκλοπαίδειαν», την «Αγροτικήν Εγκυκλοπαίδειαν». Και σε αυτοτελή εβδομαδιαία βιβλία: Φιλολογικόν-Κοινωνιολογικόν (Λευκή Βιβλιοθήκη), ή Λογοτεχνικόν (Πράσινη Βιβλιοθήκη) ή Περιπετειώδες (Γαλάζια Βιβλιοθήκη). Αναφέρονται 12 τίτλοι βιβλίων όπως: «Η Καρφίτσα του Θανάτου», περιπετειώδες φιλολογικόν έργον του Ζ. Ρενώ σε μετάφραση Κ. Ι. Παπαδόπουλου. «Πληγωμένη Καρδιά», το καλύτερον λογοτεχνικόν έργον του διάσημου συγγραφέως Λέρμοντωφ σε μετάφραση Γεωργίου Τσουκαλά. «Τους Κάλπικους Πολιτισμούς» του διαπρεπούς Έλληνος συγγραφέως Δημοσθένους Βουτυρά. (Αριστείον Γραμμάτων). «Ο Γάμος και η Ηθική», το αριστούργημα του παγκοσμίου φήμης Άγγλου φιλοσόφου Μπέρναρντ Ράσελ, μετάφραση Θ. Τσαβέα. «Οι Σκιές» το αισθηματικόν αριστούργημα του Μ. Ντελλύ σε μετάφραση Μ. Πριονιστή.

«Το Έρως-Θάνατος» το αριστούργημα της μεταπολεμικής ρωσικής φιλολογίας υπό Ηλία Έρεμπουργκ σε μετάφραση Ελένης Σιφναίου. «Ο Αλή Πασάς» του Κώστα Καιροφύλλα και άλλοι τίτλοι έργων αγνώστων σήμερα συγγραφέων. Από τις διαφημιστικές περιγραφές των βιβλίων βλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποικιλία θεμάτων που αφορούν την ελληνική οικογένεια που συμπεριλαμβάνει ηθικοπλαστικά και αισθηματικά μυθιστορήματα της εποχής του μεσοπολέμου, ιστορικά, παιδαγωγικά, φιλοσοφικής χροιάς κλπ. Λαϊκές εκδόσεις που εκδόθηκαν και μόρφωναν τα ελληνόπουλα και τις ελληνικές οικογένειες.

Στο βιβλιαράκι που κρατούμε στα χέρια μας έχουμε 26 συνεντεύξεις εξεχόντων αντρών και γυναικών της εποχής. Που με τον έναν ή άλλον τρόπο τα ίδια τα πρόσωπα και τα έργα τους, οι δραστηριότητές τους, κρατούσαν το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας και έχαιραν μεγάλου σεβασμού και θαυμασμού, ακόμα και μετά την αποχώρησή τους από την ενεργή πολιτική δραστηριότητα. Αναφέρομαι στην ομάδα των πολιτικών και στρατιωτικών, που άφησαν τα ίχνη τους στην ελληνική πολιτική και πολεμική ιστορία. Οι απαντήσεις τους αφορούν συνήθως μικρολεπτομέρειες της καθημερινής τους ζωής και του δημόσιου βίου τους, εντός της οικογενειακής τους εστίας και του άμεσου περιβάλλοντός τους.

Εξέχοντες Έλληνες που προέρχονται από τον χώρο της πολιτικής, από τον χώρο των γραμμάτων και της καλλιτεχνίας. Με τον νεαρό ποιητή και δημοσιογράφο Γεώργιο Δημάκο συνομιλούν οικεία ή και οφ δη ρέκορντ, οι Πολιτικοί, όπως ο πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Ο Καρπενήσιος πολιτικός και δικηγόρος Γεώργιος Καφαντάρης. Ο αρχηγός του Αγροτοεργατικού Κόμματος, πρωθυπουργός, επίσης πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Ο αρχηγός του Ριζοσπαστικού Κόμματος και στρατιωτικός δικτάτορας Γεώργιος Κονδύλης, ο οποίος ανέτρεψε με πραξικόπημα τον στρατιωτικό δικτάτορα Πάγκαλο.

Ο Κεφαλλονίτης αρχηγός των Ελευθεροφρόνων και στρατιωτικός, κατόπιν δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς. Κάθε μία πολιτική προσωπικότητα σκιαγραφείται από τον δημοσιογράφο περισσότερο από τα ντεσού της προσωπικής του ζωής και  μικρά στιγμιότυπα του ατομικού του βίου, απόψεών του συνηθειών του και «παραξενιών» του. Όμως, η εικονογράφησή τους γίνεται με σεβασμό, αγάπη, διακριτικότητα, και ένα λεπτό χιούμορ εκ μέρους του νεαρού δημοσιογράφου, που συμπληρώνει την συνέντευξη με εποικοδομητικά σχόλια. Πέρα όμως από τους έλληνες πολιτικούς έχουμε την ομάδα των Εξεχόντων Ποιητών και Ποιητριών-Συγγραφέων.

Σκιαγραφείται ο ποιητής και δάσκαλος, αρχηγέτης της Αθηναϊκής Σχολής Κωστής Παλαμάς που μεσουρανούσε τα χρόνια αυτά και φώτιζε με το φως της ποίησής του και της σκέψης του τους γύρω του. Την παλαιά έκδοση των Απάντων του από τις εκδόσεις Μπίρης, στις μέρες μας, αντικαθιστά αργά και σταθερά η νέα κυκλοφορία των συνολικών Απάντων του, από το ίδρυμα και τις εκδόσεις Κωστής Παλαμάς που στεγάζεται στο τελευταίο σπίτι του ποιητή στην οδό Ασκληπιού στην Αθήνα. Ο ποιητής και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών Ιωάννης Γρυπάρης. Ο τόμος των Απάντων του κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δωρικός σε επιμέλεια και φροντίδα του Γιώργου Βαλέτα.

Ο ορφικός, αρχαιολάτρης Άγγελος Σικελιανός που αναβίωσε μαζί με την Εύα Πάλμερ-Σικελιανού τις Δελφικές Εορτές. Τα Άπαντά του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ο αθηναιολάτρης ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Δροσίνης. Το έργο του επιμελήθηκε ο Γιάννης Παπακώστας και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ωφελίμων Βιβλίων. Η ποιήτρια και ηθοποιός Μυρτιώτισσα, (Θεώνη Δρακοπούλου). Τα Άπαντά της εκδόθηκαν το 1965 από τις εκδόσεις Albin. Όχι οι μεταφράσεις της και οι παιδικές της ανθολογίες. Η χειραφετημένη και αριστερή πεζογράφος Γαλάτεια Καζαντζάκη, πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη και αδερφή της συγγραφέως Έλλης Αλεξίου. Τα βιβλία της κυκλοφορούν σε διάφορες εκδόσεις. Εκδόσεις Ζηκάκη, Δίφρος, Καραβίας, Μπαρμπουνάκη της Θεσσαλονίκης, Καστανιώτη.

Ο συγγραφέας Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, που μας έχει δώσει μεταξύ άλλων, και μια εξαιρετική τετράτομη Ιστορία των Αθηνών. Το πεζό του «Ο Αναδρομάρης» που ανατυπώθηκε από την Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών του βιβλιοπωλείου και των εκδόσεων του Νότη Καραβία, αποτελεί πηγή για την ιστορία της Πόλης του Πειραιά. Είναι αναστατική επανέκδοση της έκδοσης του Γεωργίου Φέξη 1914. Ο πειραιώτης ιατρός, μυθιστοριογράφος και χρονογράφος Παύλος Νιρβάνας. Τα Άπαντά του κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Γιοβάνης, σε επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα. Ο θεατρικός συγγραφέας και διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» Γρηγόριος Ξενόπουλος. Τα Άπαντά του που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Μπίρης, (τα Μυθιστορήματα) προσφέρονται από ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες.

Ο ακάματος συγγραφέας που διέσωσε τα απομνημονεύματα των ηρώων του 1821, βλέπε Στρατηγός Μακρυγιάννης, ο Ρουμελιώτης λόγιος Γιάννης Βλαχογιάννης. Τα 7 τόμων Άπαντά του επιμελήθηκε ο Γεώργιος Κουρνούτος στις εκδόσεις Ε.Ε.Ε. Αλλά και το ίδρυμα και οι εκδόσεις Κώστα και Ελένης Ουράνη, οι εκδόσεις Νεφέλη, οι ΑΣΕ κυκλοφόρησαν πεζά του. Ο διηγηματογράφος που συνδέθηκε με την πόλη του Πειραιά Δημοσθένης Βουτυράς. Τα Άπαντά του  επιμελήθηκε ο ιστορικός Βάσιας Τσιοκόπουλος στις εκδόσεις Δελφίνι. Που αντικατέστησαν τις παλαιές εκδόσεις Δίφρος που εξέδωσαν τα Άπαντά του. Ο προπολεμικός χρονογράφος και ευθυμογράφος της εφημερίδας «Εθνος» Τίμος Μωραϊτίνης.

Οι καθηγητές, ο παλαιός καθηγητής του πανεπιστημίου Βυζαντινολόγος Νίκος Βέης, δημοσιεύματά του διαβάζουμε μεταξύ άλλων σε πολλά τεύχη του περιοδικού «Νέα Εστία».  Ο πρύτανης του πανεπιστημίου και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Στυλιανός Σεφεριάδης. Πατέρας του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Οι φημισμένες ελληνίδες ηθοποιοί Μαρίκα Κοτοπούλη, Κυβέλη και Σαπφώ Αλκαίου. Ο πειραιώτης ηθοποιός και συγγραφέας κομμουνιστής Αιμίλιος Βεάκης. Ο σημαντικός τηνιακός μαρμαρογλύπτης  τραγικός Γιαννούλης Χαλεπάς και ο μυστηριώδης ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης, με το τραγικό τέλος.

Τέλος, ο υδραίος ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, πατέρας του διακεκριμένου εικαστικού της γενιάς του 1930, και συγγραφέα Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Κανείς ακόμα και σήμερα αναγνώστης του μικρού αυτού βιβλίου, δεν μπορεί να μην συμφωνήσει ότι ο νέος ποιητής και δημοσιογράφος μας πρόσφερε μια μεγάλη θεματική εικονογραφία Εξέχοντων Ελλήνων. Μια ενδιαφέρουσα κοινωνική και καλλιτεχνική πολυχρωμία φυσιογνωμιών της εποχής του που στο σύνολό τους, διαμόρφωσαν κατά κάποιον τρόπο την χαρακτηριστική ιδιοπροσωπεία της ελληνικής ιστορίας και καλλιτεχνίας.

Οι ερωτήσεις του Γεωργίου Δημάκου είναι απλές, κατανοητές, το ίδιο και τα μικρά σχόλια που συμπληρώνουν τις συνεντεύξεις. Είναι προσιτές δημοσιογραφικές προσεγγίσεις Ελλήνων και Ελληνίδων που «διδάσκουν» με τις πράξεις τους και τις ενέργειές τους, την πνευματική τους παρουσία το ελληνικό κοινό και τις ελληνικές οικογένειες. Προσωπικές μνήμες περασμένων μεγαλείων και συμβάντων. Δοξασμένες ιστορικές και πολεμικές στιγμές του Έθνους, επίκαιρες βραβεύσεις και καλλιτεχνικές δημιουργίες, ατομικά στιγμιότυπα και αυτοβιογραφικές μνήμες, καταγραφές επεισοδίων, ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής που η Ελλάδα διεύρυνε τα γεωγραφικά της σύνορα, αναζητούσε τον πολιτικό της βηματισμό, αγωνίζονταν για την εμπέδωση της Δημοκρατίας, πάλευε μεταξύ του πολιτεύματος της βασιλευόμενης και αβασίλευτης δημοκρατίας, ξεπερνούσε ή ανέχονταν θύλακες της ελληνικής κοινωνίας στρατιωτικά κινήματα και εξεγέρσεις, έκανε ίσως ινδάλματά της, στρατιωτικούς κινηματίες που ανελάμβαναν την εξουσία και ανατρέπονταν μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, από άλλους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς, που ανήκαν στις ίδιες ιδεολογικές και πολιτικές ομάδες και πολιτικά κόμματα.

Βενιζελικοί πραξικοπηματίες συναγωνίζονταν Βασιλικούς στρατιωτικούς ανατροπείς της έννομης ελληνικής πολιτικής τάξης. Ενώ η ζωή συνεχίζονταν, με κυκλοφορίες νέων βιβλίων, βραβεύσεις και αριστεία ποιητών και μυθιστοριογράφων. Εξέχοντες Έλληνες από την καλή και την ανάποδη. Μνήμες εικαστικών και πανεπιστημιακών της εποχής. Με δυό λόγια, ένα μικρό σύμπαν Εξεχόντων Ελλήνων και Ελληνίδων που αναζητούσε την ταυτότητά του και στερέωνε τα πεδία της καλλιτεχνικής και πολιτικής του φήμης με τις προσωπικές δραστηριότητες και συμπεριφορές των Ελλήνων.

Ο Γεώργιος Δημάκος, (1907-1934) αυτός ο νεαρός έλληνας ποιητής και δημοσιογράφος της ελληνικής διασποράς, ο γεννημένος στην Πάνιτσα σημερινή Μυρσίνη της Λακωνίας, που είχε εγκατασταθεί οικογενειακώς τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, μετά το 1922, φανέρωσε από νωρίς τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες και ενδιαφέροντα, το συγγραφικό ταλέντο του. Γράφει ο Νίκος Παπαδημητρίου:

«Μέλος της φιλολογικής συντροφιάς που είχε δημιουργηθεί γύρω από το γνωστό εκδοτικό οίκο «Γράμματα» του Στ Πάργα, αναμίχθηκε από πολύ νέος στην τοπική πνευματική ζωή και, παράλληλα δημοσίευσε στη «Νησίδα» του Ε. Λαχανοκάρδη και σε άλλα φιλολογικά έντυπα του Ελληνισμού τους πρώτους του στίχους και διάφορα λογοτεχνικά κείμενα (αισθητικά μελετήματα, κριτικά σημειώματα, αφηγήματα, φιλολογικά πορτραίτα κλπ.). Στην Αλεξάνδρεια άλλωστε, εξέδωσε σε αυτοτελείς συλλογές και τα περισσότερα ποιήματά του που έγιναν δεκτά από την κριτική με κολακευτικά σχόλια και κυρίως με θετικές επισημάνσεις για τη μελλοντική του πορεία στο χώρο της νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ήταν ενδεικτικός των ελπίδων που υπόσχονταν οι πρώτες του επιδώσεις στην Ποίηση ο ενθουσιασμός με τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς έκρινε ένα από τα νεανικά του τραγούδια που δημοσιεύθηκε το 1925 στην «Ανθολογία των Νεώτερων Ποιητών». Στα δύο κριτικά του σημειώματα με τον τίτλο «Οι Νέοι» που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», ο δημιουργός της «Ασάλευτης Ζωής», αφού παρέθετε ολόκληρο το ποίημα-το «Κυπαρίσσι»- σημείωνε ότι απετέλεσε γι’ αυτόν την πραγματοποίηση «δικού του παιδικού ονείρου κι ας ήταν από άλλο χέρι».

Μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα το 1929 ακολούθησε την επαγγελματική Δημοσιογραφία, αλλά ο πρόωρος θάνατός του-πέθανε σε ηλικία μόλις 27 χρόνων- δεν τον άφησε να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του στον αθηναϊκό Τύπο. Τη δημοσιογραφική καριέρα, άλλωστε, είχε ακολουθήσει και ο μεγαλύτερος αδερφός του Ανδρέας Δημάκος ο μετέπειτα διευθυντής της εφημερίδας «Το Βήμα», μια ξεχωριστή προσωπικότητα του αθηναϊκού Τύπου. Εργάστηκε κατά διαστήματα στις εφημερίδες «Ελεύθερος Άνθρωπος», «Ασύρματος» και «Εστία» και παρά την σύντομη καριέρα του ως επαγγελματίας δημοσιογράφος-μόλις που ξεπέρασε την πενταετία- διακρίθηκε ως ρεπόρτερ με πολυμέρεια και ανησυχίες.

Κινήθηκε κυρίως στους τομείς του ελεύθερου και του αστυνομικού ρεπορτάζ, έγραψε «καμπάνιες» και έρευνες και πήρε συνεντεύξεις από προσωπικότητες της Πολιτικής και Επιστήμης και του Πνεύματος. Ήταν από τους πρώτους δημοσιογράφους που έδωσαν στο αστυνομικό ρεπορτάζ αναγνωσματική δομή και πολλά κείμενά του, όπως εκείνα από την πολύκροτη δίκη της Φούλας Κάστρου το 1931 που δημοσιεύθηκαν πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα «Ασύρματος» του Δημήτρη Πουρνάρα συγκίνησαν την κοινή γνώμη για το ανθρώπινο περιεχόμενό τους.

Στη Λογοτεχνία αξιολογήθηκε κυρίως στη λυρική ποίηση στην οποία έδωσε νέα εκφραστικά μέσα, σε τόνους ήρεμης μελαγχολίας, πικρής αναπόλησης και νοσταλγικής εξομολόγησης. Έγραψε, επίσης, και δημοσίευσε σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά δοκίμια, βιογραφίες και φιλολογικά μελετήματα, είτε με το όνομά του είτε με το ψευδώνυμο «Δήμος Χάλκης». Για τη ζωή και το έργο του έχουν καταχωρηθεί σχόλια και αναφορές σε ανθολογίες και άλλες φιλολογικές εκδόσεις.

Έργα

Ποιητικά:  «Τα ρόδα της αυγής» (1927). «Παλμοί» (1929). «Αέρα, Φως» (1930), «Ένα μοιρολόγι» (1930). «Με τη ζωή και με σένα» (1932).

Μελέτες-Δοκίμια: «Ο Παλαμάς και ο κομμουνισμός» (1929). «Οι εξέχοντες Έλληνες. Από την καλή και την ανάποδη» πορτραίτα (1934). Σελίδες 98-99.

Παρατίθενται και μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του από τις εξής συλλογές του:

-(«Τα ρόδα της αυγής»). Α) ΡΟΔΟ ΜΑΡΑΜΕΝΟ.-1. Β) ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ…

-(«Παλμοί»).  ΠΑΛΜΟΙ.

-(«Αέρα, Φως»). ΑΕΡΑ, ΦΩΣ

-(«Με τη ζωή και με σένα»). ΜΙΚΡΗ ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ.

ΡΟΔΟ ΜΑΡΑΜΜΕΝΟ

Σαν τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη
Εμαράθης ένα δείλι
Κι έγειρες στο προσκεφάλι
Το ξανθό σου το κεφάλι.
Με τα μάτια σου κλεισμένα
Και τα χέρια σταυρωμένα.
Με νεράϊδα π’ εκοιμήθη
Στου καλού το παραμύθι.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ

Τα χρόνια που περάσανε χωρίς να αγαπήσω,
Πώς τα θωρώ πολύ φτωχά και θέλω να τα σβύσω
Από μπροστά μου’ μα στο νου νάχω πάντα ποθώ
Τα χρόνια που αγάπησα χωρίς ν’ αγαπηθώ.

Δεν ξέρω αν αγαπήθηκα κι ούτε γνωρίζω πόσο,
Μα ξέρω πως αγάπησα κάποια μικρούλα τόσο,
Που στην καρδιά η αγάπη μου έμεινε σαν λουλούδι
Κι η μυρωδιά του έχει μπει στο κάθε μου τραγούδι.

Τα χρόνια που περάσανε χωρίς να αγαπήσω
Είναι για μένα άχαρα, θέλω να λησμονήσω’
Των χρόνων που αγάπησα χωρίς ν’  αγαπηθώ
Οι πίκρες, γίνονται χαρές όταν τις θυμηθώ.

ΠΑΛΜΟΙ

Το πλοίο που μας άρπαξε
Πού τάχα θα μας φέρη;
Κι η νύχτα ειν’ ατέλειωτη
Χωρίς κανεν’ αστέρι.

Κι η νύχτα που μας σκέπασε
Στην ερημιά τ’ απείρου,
Με τη σκιά μας τύλιξε
Εκστατικού ονείρου.

Κι αμίλητοι θυμόμαστε
Χιλιάδες παραμύθια,
Δίχως ποτέ να ξέρωμε
Ποιο θα μας βρη στ’ αλήθεια.

Το πλοίο που μας άρπαξε
Πού τάχα θα μας φέρη;
Η νύχτα που μας σκέπασε
Μονάχ’ αυτή το ξέρει.

 

Από το  APELA gr. Το Site της Λακωνίας. 23/6/2015, αντιγράφω τα παρακάτω:  Το κείμενο είναι του  Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗ

Ο Γιώργος Π. Δημάκος γεννήθηκε στη Μυρσίνη (Πανίτσα) της Μάνης το 1907. Στα 1912 μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια, όπου μαθήτευσε στα εκεί Κοινοτικά Σχολεία, αποφοιτώντας από το Αβερώφειο  Γυμνάσιο. Αδέλφια του ήταν ο γνωστός δημοσιογράφος Ανδρέας Δημάκος, ο ιατρός Αλέκος Δημάκος και ο νομικός Λεωνίδας Δημάκος.

Από νεαρός άρχισε να ασχολείται με τα Γράμματα, έγραφε ποιήματα και σύχναζε στους φιλολογικούς κύκλους της Αλεξανδρείας. Αργότερα πήγε στην Αθήνα και εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες ¨Ανεξάρτητος¨, ¨Εστία¨ και ¨Μωρηάς¨.

Ως δημοσιογράφος είχε κατορθώσει, με ιδιαίτερη ικανότητα και ευαισθησία, να πάρει συνέντευξη από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες των χρόνων του Μεσοπολέμου. Είκοσι έξι από εκείνες τις συνομιλίες περιελήφθησαν σ΄ ένα βιβλίο – που όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο, όμοιο του δεν είχε κυκλοφορήσει έως τότε στην Ελλάδα – με τίτλο ¨Οι εξέχοντες Έλληνες. Απ΄ την καλή και την ανάποδη¨, το οποίο κυκλοφόρησε για τους αναγνώστες του ¨Ανεξάρτητου¨ την 1/7/1934. Γεώργιος Καφαντάρης, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Γεώργιος Κονδύλης Ιωάννης Μεταξάς από τους πολιτικούς, Κωστής Παλαμάς, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Άγγελος Σικελιανός, Δημοσθένης Βουτυράς, από τους συγγραφείς, Κωνσταντίνος Παρθένης, Γιαννούλης Χαλεπάς, Αιμίλιος Βεάκης, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κυβέλη, από τους καλλιτέχνες, είναι μερικές από τις προσωπικότητες που σκιαγραφούνται στο εν λόγω βιβλίο.

Σημειώνεται επίσης, η βαθυστόχαστη μελέτη του με θέμα ¨Ο Καβάφης και το έργο του¨, που δημοσιεύτηκε στο αλεξανδρινό έντυπο ¨Ίσις¨ τον Αύγουστο του 1928.

Για την ποίηση του, ο Μ. Γιαλουράκης σημειώνει πως ¨έγραψε μερικούς αξιοπρόσεκτους λυρικούς στίχους. Η δε συλλογή του ¨Ρόδα της Αυγής¨ μαρτυρά τον γνήσιο καλλιτέχνη¨.

Ο πολύ όμορφος αυτός νέος πέθανε δυστυχώς σε ηλικία μόλις 27 ετών, από μία μόλυνση σε κάποιο δόντι, στην Αθήνα του 1934.
Ο Γεώργιος Δημάκος εξέδωσε τα εξής βιβλία : ¨Ρόδα της Αυγής¨, εκδ. Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1927 – ¨Παλμοί¨, Αλεξάνδρεια 1929 – ¨Ο Παλαμάς και ο κομμουνισμός¨, Αλεξάνδρεια 1929 – ¨Αέρα, Φως¨, τυπ. Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια 1930 – ¨Ένα μοιρολόγι¨, Τρίπολη 1930 – ¨Με τη ζωή και με σένα¨, Τρίπολη 1932 – ¨Οι εξέχοντες Έλληνες. Απ΄ την καλή και την ανάποδη¨, εκδ. εφημερίδας ¨Ανεξάρτητος¨, Αθήνα 1934.
Ας παραθέσουμε λοιπόν δύο ποιήματα του Δημάκου και μέσω των στίχων τους ας ταξιδέψει η ψυχή μας σε τόπους και στιγμές του χθες…

Απολογία

Απ΄ τα παληά μας όνειρα τι μείνανε;
Λίγα τραγούδια ξεχασμένα μόνο,
που άλλοτε συγκίνηση μας δίνανε
και μας γεμίζαν με χαρά και πόνο.

Λίγα φτωχά τραγούδια που τα λέγαμε
σ΄ ένα σκοπό κοινό, συνηθισμένο.
Κι όμως εμείς τόσες φορές εκλαίγαμε
απ΄ την ψυχή μας, νοιώθοντας κλεισμένο

κάτι σ΄ αυτά. Μα να τα χρόνια πέρασαν
στης νέας ζωής την άγρια πόλη.
Ψυχροί στα όνειρα που τώρα γέρασαν
αλλού γυρνάμε το βαρύ κεφάλι.

Κι απ΄ τα παληά μας όνειρα να μείνουνε
λίγα τραγούδια μπόρεσαν και μόνο,
που κι αν τα πούμε δεν μας δίνουνε
καμιά χαρά, κανένα πόνο.

Σίντι Μπισρ

Μια χρυσοκίτρινη γραμμή,
δυο φοινικιές κι ένα τζαμί,
κάποια φωνή που σβύνει.

Αλάχ ουάκμπαρ ! κι ο πιστός,
που προσκυνάει γονατιστός
του κόσμου τη γαλήνη.

Αυτό είναι το πρώτο σημείωμα στον Γεώργιο Δημάκο. Σε άλλα σημειώματα, θα αντιγράψω τις άλλες του συνεντεύξεις ανάλογα με την ιδιότητα του προσώπου που παίρνει την συνέντευξη και μας μιλά.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Δευτέρα 5 Απριλίου 2021.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή