Site icon Times News

Η ψυχή κατά τον Πλωτίνο…

Η ψυχή, η ευδαιμονία και ο ανώτερος εαυτός…

Τα φυτά και τα ζώα έχουν ψυχή; Τα φυτά και τα ζώα είναι ανώτερα ή κατώτερα του ανθρώπου;

Οι δυσκολίες πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται;

Ο «κόσμος» σήμαινε στην ελληνική γλώσσα της αρχαιότητας «τάξη, διευθέτηση» καθώς και «κόσμημα, στολίδι». Αργότερα πήρε τη σημασία του συνόλου των πραγμάτων στο σύμπαν και στην οικουμένη, λόγω της ομορφιάς και της αρμονίας που διακρίνει το φυσικό υλικό σύστημα (Armstrong, 2006). Το μεταφυσικό σύμπαν του Πλωτίνου αποτελεί μια αιώνια δομή διατεταγμένη σε στρώματα που διασχίζουν γραμμές ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα ως όλο είναι ακίνητη. Στην αρχή της βρίσκεται το Εν ή Αγαθόν. Το Εν είναι πηγή κάθε όντος χωρίς το ίδιο να είναι ον, πηγή κάθε νόησης, χωρίς το ίδιο να είναι νόηση (Vegetti, 2003).

Το δεύτερο επίπεδο στην ιεραρχία του Πλωτίνειου σύμπαντος αποτελείται από τον Νου και από τις ιδέες που περιέχονται εντός του. Από τη σφαίρα του Νου απορρέει η τρίτη «υπόστασις», το κατώτερο επίπεδο του θεϊκού σύμπαντος: η ψυχή. Η ψυχή συνορεύει προς τα πάνω με τον Νου που τη φωτίζει και προς τα κάτω με το σωματικό κόσμο τον οποίο η ψυχή ρυθμίζει και διέπει ως κοσμική ψυχή, επιβάλλοντάς του τις μορφές που λαμβάνει από τη σφαίρα των Ιδεών. Στο κατώτερό της επίπεδο η σφαίρα της ψυχής συνορεύει με τον υλικό κόσμο. Η ψυχή διαμορφώνεται ως «φύση» και δημιουργεί τις μορφές των σωμάτων. Πέρα από τις μορφές των σωμάτων απλώνεται η σκοτεινή περιοχή της Ύλης. Στην Ύλη δεν φτάνουν ούτε το είναι, ούτε το Αγαθόν που διαχέονται από το Εν (Vegetti, 2003).

Άρα, ο Νους έχει για αιτία το Εν, η ψυχή έχει για αιτία τον Νου, τα Εμψυχωμένα Σώματα έχουν για αιτία την ψυχή και η Ύλη έχει για αιτία όλα τα παραπάνω.  Έτσι, λοιπόν, κι ο άνθρωπος του Πλωτίνου όπως ακριβώς το μεταφυσικό σύμπαν, έχει τρία επίπεδα. Στο υψηλότερο επίπεδο βρίσκεται η αιώνια ψυχή, φωτιζόμενη από τον Νου, αέναα προσηλωμένη σε μια καθαρή γνωστική δραστηριότητα, χωρίς καθόλου να την αγγίζουν τα πάθη και η οδύνη του σώματος. Η ψυχή αυτή διαχέεται σε μια υποδεέστερη ψυχή που ζει στο εσωτερικό του σώματος, σε μια αμυδρή αντανάκλαση της πραγματικής ψυχής από την οποία προέρχεται η ικανότητα της λογικής γνώσης, το θεϊκό φως της γνώσης. Η υποδεέστερη αυτή ψυχή μπορεί να έχει άγνοια καθώς και οδύνη και αμαρτία. Η υποδεέστερη όμως ψυχή μπορεί να οδηγηθεί προς τα άνω. Έτσι, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει σε ποιο επίπεδο θα ζήσει και μόνο η φιλοσοφική γνώση μπορεί να επαναφέρει την ψυχή στο υψηλότερό της επίπεδο που βρίσκεται στον Νου (Vegetti, 2003). Όπως θα δούμε αυτός ο συλλογισμός συνιστά την κύρια διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα φυτά – ζώα. Για τον Πλωτίνο «και τα ζώα και τα φυτά και γενικά το καθετί χρωστούν στο Εν το είναι τους καθώς και την ενότητα που το καθένα τους αποτελεί. Στη βάση της Εν-ολογικής καταγωγής των πάντων ακόμα και τα αισθητά γίνονται δίοδος προς το Εν» (Λέκκας, 2006, σελ. 281).

«Η ευδαιμονία είτε ως ίδια με την ευζωία, είτε ως σκοπός θα πρέπει να αποδοθεί και στα φυτά και στα ζώα εφόσον είναι ζωντανά και έχουν αίσθηση και ζωή που εξελίσσεται προς ένα σκοπό. Αλλά αίσθηση σημαίνει να μην περνάει απαρατήρητο ένα αίσθημα το οποίο πρέπει να είναι Αγαθό, δηλαδή την ευζωία δεν θα την έχουν όσοι νιώθουν ηδονή, αλλά όποιος μπορεί να έχει επίγνωση ότι το Αγαθό είναι η ηδονή. Και αυτό που κρίνει είναι κάτι καλύτερο απ’ αυτό που αντιστοιχεί στο αίσθημα, διότι είναι ή το λογικό ή ο Νους, ενώ η ηδονή είναι αίσθημα και σε καμία περίπτωση το ά-λογο δεν είναι ανώτερο από το λογικό» (Καλλιγάς, 1994, σελ. 61).

Άρα, αυτό που συγκρατούμε από εδώ εκτός των άλλων είναι και το γεγονός ότι και τα ζώα και τα φυτά ανήκουν στα Εμψυχωμένα Σώματα, είναι όμως κατώτερα από τον άνθρωπο. Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο «Πλωτίνος είχε υπαινιχθεί ότι η θνητότητα του Εμψυχωμένου Σώματος οφείλεται στην αποσπασματικότητά του, στην αδυναμία του να συνδεθεί αποτελεσματικά με την ψυχή που το κινεί και τελικά να αναχθεί στην καθολικότητά της» (Λέκκας, 2006, σελ. 278). Ο άνθρωπος όμως, όπως είδαμε έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει και να επιλέξει σε ποιο επίπεδο της ψυχής θα ζήσει. Προσθέτει επίσης ο Πλωτίνος ότι «είναι γελοίο να ισχυριστεί κανείς ότι η ευδαιμονία φτάνει ως το ζώο, εφόσον η ευδαιμονία είναι η ευζωία η οποία αφορά την ψυχή και αποτελεί ενέργειά της και μάλιστα όχι όλης της ψυχής – όχι βέβαια της φυτικής- οπότε θα ερχόταν σε επαφή με το σώμα. Η ευδαιμονία αυτή δεν συνίσταται στο να έχει κανείς καλές αισθήσεις γιατί υπάρχει κίνδυνος να τον ρίξουν προς το μέρος τους με το βάρος τους. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει «αντίβαρο» από την άλλη μεριά προς τα ανώτερα αγαθά» (Καλλιγάς, 1994, σελ. 83).

Ο Πλωτίνος προσθέτει ότι «η ευδαιμονία συγκροτείται όχι απλά γύρω απ’ ότι έχει λογική ζωή, αλλά γύρω από αυτό που διαθέτει ζωή στον υπέρτατο βαθμό. Έτσι, η ευδαιμονία θα υπάρχει μόνο για ό,τι ζει στον υπέρτατο βαθμό, διότι αυτό θα κατέχει το υπέρτατο Αγαθό, εφόσον για τα όντα το υπέρτατο Αγαθό θα είναι να ζουν πραγματικά την τέλεια ζωή. Όμως, αφού η τέλεια ζωή βρίσκεται σε εκείνη τη νοητική φύση, οι άλλες είναι ατελείς και απεικάσματα ζωής. Άρα, μόνον ο άνθρωπος θα μπορούσε να αποκτήσει την τέλεια αυτή ζωή, ώστε να είναι ευδαίμων. Και αυτό διότι η τέλεια ζωή δεν έχει μόνο την αισθητηριακή ζωή, αλλά και λογισμό και αληθινό Νου» (Καλλιγάς, 1994, σελ. 67).

Επιπροσθέτως, ο Πλωτίνος αναφέρει ότι: «όταν ο σοφός βρίσκεται μαζί με το υπέρτατο Αγαθό, τότε η ζωή που ζει μ’ αυτό τον τρόπο είναι αυτάρκης και εφόσον είναι σοφός, είναι αυτάρκης και στην ευδαιμονία του και στην απόκτηση του Αγαθού». Έτσι, ούτε σε δυστυχίες, όπως το να πεθάνουν συγγενείς ή φίλοι του, η ευδαιμονία του θα ελαττωθεί, αλλά θα παραμείνει αμετάβλητη διότι αυτός ξέρει τι είναι ο θάνατος. Αναρωτιέται όμως ο Πλωτίνος τι γίνεται με τους πόνους και τις αρρώστιες και γενικά με όσα εμποδίζουν την ενέργεια κάποιου; Ιδιαίτερα αν δεν έχει γνώση του εαυτού του, θα μπορούσε κάτω από τέτοιες καταστάσεις να είναι κανείς ευδαίμων; Και συνεχίζει λέγοντας, πώς θα μπορούσε να είναι ευδαίμων κάποιος σοφός όταν του προξενούν λύπη οι δυστυχίες και οι οδύνες που μπορεί να τον βρουν; Την απάντηση την δίνει ευθύς αμέσως, αναφέροντας ότι ο σοφός θα πρέπει να σπάσει το δεσμό με το σώμα, ή ακόμη και με την αίσθηση του σώματος και να επιζητήσει μ’ αυτόν τον τρόπο την αυτάρκεια που θα τον οδηγήσει στην ευδαιμονία (Καλλιγάς, 1994, σελ. 69, 71).

Στο σημείο αυτό γίνεται προφανώς λόγος για την φύση της ψυχής. Η ψυχή δηλαδή εμφανίζεται ως κάτι σύνθετο από δύο συστατικά, ένα αμέριστο και ένα που είναι μεριστό σε σώματα. Με βάση τη θεωρία της διττής ενέργειας, η ψυχή προβάλλει πάνω στο οργανικό σώμα μια δεύτερη ενέργειά της και αυτή είναι που ζωοποιεί το σώμα, κάνοντάς το να φαίνεται σαν ζωντανό, ενώ στην πραγματικότητα ζωή έχει μόνο η ίδια η ψυχή, η οποία παραμένει πάντοτε προσηλωμένη στο νοητό, χωρίς να εμπλέκεται ουσιαστικά στα αισθήματα και στα παθήματα του σώματος (Καλλιγάς & Ράγκος, 2000).

Με άλλα λόγια, «ο άνθρωπος είναι δισυπόστατος. Ο πραγματικός μας εαυτός, ο ‘’εσωτερικός άνθρωπος’’ είναι η ανώτερη ψυχή μας, η οποία βρίσκεται αιωνίως κοντά στο επίπεδο του Νου και μετέχει του φωτός του. Αυτός ο εσωτερικός εαυτός δεν υποφέρει, το πνεύμα και ο Νους του λειτουργούν ανεπηρέαστα από τις επιφανειακές αναταραχές του υλικού σώματος και του κόσμου που τον φιλοξενεί. Ο ‘’έτερος’’ ή κατώτερος εαυτός είναι που υποφέρει, που ξεχνάει τη σύνδεσή του με την ανώτερη πραγματικότητα και διαταράσσεται συναισθηματικώς. Ο ρόλος της φιλοσοφίας είναι να μας κατευθύνει σωστά, ώστε να ακολουθήσουμε τον ανώτερο εαυτό μας» (Armstrong, 2006, σελ. 74-75, 78).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι «η φιλοσοφία του Πλωτίνου αποκαλύπτει το πνεύμα του Πλατωνισμού, δηλαδή την αξεδιάλυτη ενότητα της γνώσης με την αρετή, όπου γνώση υπάρχει μόνο μέσα και μέσω της υπαρξιακής προόδου προς την κατεύθυνση του Αγαθού» (Hadot, 2002, σελ. 225). Έτσι, ο Πλωτίνος στην πραγματεία του τονίζει ότι «έργο της αρετής είναι να οδηγήσει την κοινή μας φύση προς ένα επίπεδο καλύτερο και σωστότερο απ’ ότι αυτό των πολλών. Γιατί δεν πρέπει να είναι κανείς νωθρός, αλλά σαν μεγάλος αγωνιστής να αποκρούει τα χτυπήματα της τύχης, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι δυσάρεστα για ορισμένες φύσεις, ανεκτά όμως γι’ αυτόν» (Καλλιγάς, 1994, σελ. 75).

Συνοψίζοντας, για τον Πλωτίνο η ψυχή έχει επίπεδα. Η ψυχή ως κοσμολογική πραγματικότητα έχει δύο μέρη ή λειτουργίες, τα μέρη αυτά ο Πλωτίνος τα αντιλαμβάνεται ως ενέργειες. Με την κατώτερη λειτουργία της η ψυχή γεννά σώματα αισθητά, ενώ με την ανώτερη λειτουργία της μένει σε επικοινωνία με τον νοητό κόσμο. Με το να κατέλθει η ψυχή στα εμψυχωμένα σώματα, τότε η ψυχή γεννά Εμψυχωμένα Σώματα. Η ψυχή κατεβαίνει για να υπακούσει το τυφλό παιχνίδι δημιουργίας των πάντων, δηλαδή έχουμε ανάγκη για την κάθοδο, αλλά και ανάγκη για την επιστροφή. Επίσης, για τον Πλωτίνο ο άνθρωπος μπορεί να είναι ευδαίμων ακόμη και στην μεγαλύτερη υλική δυστυχία και θεωρεί την Ύλη παθητική κατάσταση. Πήρε, λοιπόν, ο Πλωτίνος από τον Αριστοτέλη το ότι η ευδαιμονία είναι δυναμική ενέργεια, ενώ από τους Στωικούς ότι η ευδαιμονία είναι στατική κατάσταση. Για το Αγαθό πιστεύει ότι είναι παρόν στην ψυχή του ευδαίμωνος. Τέλος, ότι ο σοφός υπάρχει πρώτα και κύρια για τον εαυτό του και ότι ο σοφός είναι η αποθέωση του Εμψυχωμένου Σώματος.

Βιβλιογραφία

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Αναρτήθηκε από Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια, MSc 

Exit mobile version