Η πτωτική τάση του δικομματισμού Ν.Δ. – ΣΥΡΙΖΑ

Το μετέωρο βήμα ανανέωσης του ΚΙΝΑΛ και το απρόβλεπτο των επόμενων εκλογών

by ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ

Διανύοντας τον τρίτο χρόνο  υπάρχουν νέα δεδομένα στο πολιτικό σκηνικό. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν την πτώση του δικομματισμού μεσοσταθμικά στο 50% λαμβάνοντας υπόψη ότι στις τελευταίες εκλογές ήταν 71%.
Οι κρυφές δημοσκοπήσεις που έχουν στα χέρια τους τα κόμματα είναι ακόμα χαμηλότερες και κυμαίνονται γύρω στο 40%, κάτι που θυμίζει την κατάρρευση του δικομματισμού όπως συνέβη το 2012 που έγινε αναπόφευκτη η συγκυβέρνηση Ν.Δ.- ΠΑΣΟΚ.
Το ΚΙΝΑΛ  ένα μήνα μετά τις εσωκομματικές εκλογές φαίνεται ότι απολαμβάνει ακόμα το μήνα του μέλιτος της νέας ηγεσίας του, με μία σχετική δημοσκοπική άνοδο που την έχουμε βέβαια ξαναδεί στο παρελθόν με την εκλογή  τότε της  της Φ. Γεννηματά, για να υποχωρήσει βέβαια στη συνέχεια σε χαμηλότερα ποσοστά. Πολύ σύντομα θα δοκιμαστεί και ο Ν. Ανδρουλάκης όταν αναγκαστεί να αποκαλύψει τις πολιτικές του θέσεις.

Η πρώτη ανάγνωση αυτών των μέχρι τώρα δεδομένων, ειδικότερα από τα  ΜΜΕ είναι ότι, η Νέα Δημοκρατία έχει εξασφαλίσει το απαραίτητο συμπλήρωμα που  ενδεχομένως χρειάζεται για να συνεχίσει να κυβερνά και μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές.

Κι αυτό είναι επόμενο καθώς είναι γνωστό καθώς το μιντιακό σύστημα και ένα μεγάλο κομμάτι της κεντροδεξιάς επένδυσε και συνέβαλε έμπρακτα στην εκλογή  της νέας ηγεσίας ΠΑΣΟΚ και το πέτυχε ώστε, μπροστά στο δίλημμα των συμμαχιών που θα τεθεί εκ των πραγμάτων μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ να επιλέξει χωρίς να αμφιταλευθεί μια συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, όπως επέλεξε και στο παρελθόν το ΠΑΣΟΚ με την Συγκυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου.

Είναι γνωστό άλλωστε ότι υπήρξε μία άτυπη αντιπαροχή ψήφων με στήριξη  ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας προς την κεντροδεξιά πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, κάτι που από πολλούς υπολογίζεται ότι μπορεί να ανήλθε στο ¼ της εκλογικής βάσης που ψήφισε ΚΙΝΑΛ στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές.

Αυτό μπορεί να είναι θεμιτό σύμφωνα με την ισχύουσα ανοικτή εκλογική διαδικασία αλλά, δεν παύει να παραμορφώνει τους κομματικούς συσχετισμούς και το ίδιο το περιεχόμενο της ανανέωσης. Το πλασματικό στοιχείο λοιπόν της «ανανέωσης» χωρίς περαιτέρω εμβάθυνση με απολιτικά χαρακτηριστικά της δυναμικής που έχει η νέα ηγεσία θα το βρει μπροστά της. Στις επερχόμενες εθνικές εκλογές οι δανικοί ψήφοι θα ξαναγυρίσουν στην κοίτη τους. Το επικοινωνιακό δάνειο που αποθέωσε την «φούσκα» της ανανέωσης της ηγεσίας του Ν. Ανδρουλάκη θα πρέπει να εξοφληθεί προς την κεντροδεξιά. Αν για κάποιο λόγο θα ήθελε να ανεξαρτηκοποιηθεί και να χαράξει αυτόνομη πορεία τότε το επικοινωνιακό σύστημα το οποίο τον στήριξε και κατευθύνεται από την ολιγαρχία της μιντιοκρατίας, θα στραφεί εναντίον του.

Σ’ εκείνη τη φάση ο Ν. Ανδρουλάκης θα είναι αναγκασμένος να αναμετρηθεί πολιτικά με τα αντίπαλα κόμματα του δικομματισμού, αλλά το ζήτημα είναι τι έχει να αντιτάξει ως νέος ηγέτης. Ιδεολογικά το στίγμα του είναι εντελώς ασαφές και κενό πέραν από μία γενικόλογη φρασεολογία περί σοσιαλδημοκρατίας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφοροποιείται από τον παρωχημένο «τρίτο δρόμο» που ταυτίστηκε με τον νεοφιλελευθερισμό, δηλ. την κεντροδεξιά της σοσιαλδημοκρατίας κι αυτό σε μια εποχή που η κοινωνία βαδίζει προς την κεντροαριστερά.

Σε σχέση με το πολιτικό πρόγραμμα δεν έχει να αντιτάξει τίποτε ουσιαστικό για τα μεγάλα θέματα πού βρίσκονται σήμερα στην πολιτική ατζέντα, όπως η πολιτική στο θέμα της εργασίας το παραγωγικό μοντέλο, το κράτος πρόνοιας, το σύστημα υγείας, την ενεργειακή και την ψηφιακή μετάβαση.

Στον επικοινωνιακό μηχανισμό επίσης δεν έχει καμία στρατηγική και επικοινωνιακό πρόταγμα· δεν έχει τίποτε να αντιτάξει στο κυρίαρχο μιντιακό σύστημα που ενδιαφέρεται μόνο για τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών και τραπεζών. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν διαθέτει καμιά ρητορική ικανότητα και προσωπικό επικοινωνιακό χάρισμα τότε το «παιδί θαύμα» που δεν μιλάει πολύ θα αποκαθηλωθεί από τα ίδια τα μέσα.

Αν το ισχυρό του όπλο είναι χωρίς αντίρρηση ο οργανωτικός μηχανισμός που του εξασφάλισε την εσωκομματική νίκη, αυτό το πλεονέκτημα χωρίς ιδεολογική πυξίδα είναι κατάλληλο μόνο για την διαχείριση και νομή της εξουσίας, των 10 έως 20 χιλιάδων στελεχών που θα αξιοποιηθούν σε μία πιθανή συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία. Οι μηχανισμοί είναι κατάλληλοι να αναδεικνύουν βουλευτές και στελέχη, όχι ηγέτες με κοινωνική απήχηση. Γιατί ο Ανδρουλάκης ως επίγονος θα πετύχει εκεί που απέτυχε ο επικοινωνιακά πολύς Βενιζέλος;

Σε τι λοιπόν η ηγεσία του Ανδρουλάκη θα φανεί ικανότερη για να μεγαλώσει το ΠΑΣΟΚ; Το πιθανότερο σενάριο σ΄αυτή την περίπτωση είναι μία αναπαλαίωση της πολιτικής ατζέντας όπως έγινε και με την συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, με το αφήγημα της επιστροφής στην κανονικότητα και στην ένδοξη εποχή του ΠΑΣΟΚ. Η ένδοξη εποχή όμως του ΠΑΣΟΚ είχε διαφορετικά ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Με ποια πολιτικά πλεονεκτήματα θα διεμβολίσει την Ν.Δ και τον ΣΥΡΙΖΑ;

Φυσικά μία τέτοια προοπτική είναι αδύνατη με ένα κεντροδεξιό στίγμα καθώς, μετά την αναλαμπή των εσωκομματικών εκλογών, θα έλθει η ρουτίνα και θα συρρικνώσει περαιτέρω το χώρο. Αυτή τη στιγμή μπορεί να πει κανείς ότι έχει το πλεονέκτημα της εικονικής ανανέωσης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως πολύ πιθανόν ο Τσίπρας να ξαναπάρει πόντους «ανανέωσης» εάν υιοθετήσει και αυτός το σύστημα της άμεσης εκλογής από την κοινωνική βάση, όπως φαίνεται τώρα στρέφοντας τα φώτα της δημοσιότητας στις εσωκομματικές εξελίξεις του ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο τρίμηνο.

Η σχηματική ανανέωση βεβαίως «πουλάει» και ας κουβαλάει ό,τι πιο παλιό και αναχρονιστικό υπάρχει (όπως είναι το πελατειακό κομματικό σύστημα), όταν λείπει η πραγματική ανανέωση και το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στην πολιτική. Αλλά έχει ημερομηνία λήξης ειδικότερα, εάν κάποιος άλλος εμφανιστεί επικοινωνιακά πιο καινοτόμος.

Εάν η πολιτική ήταν μόνο μακιαβελισμός, πανουργία και διαδικασία εξαπάτησης της λαϊκής βάσης από τις πραγματικές προθέσεις τότε, σημασία θα είχε μόνο το επικοινωνιακό περιτύλιγμα που μονοπωλούν τα ΜΜΕ. Το ΠΑΣΟΚ όμως σήμερα δεν έχει στην πραγματικότητα κανένα μέσο για να ασκήσει ανεξάρτητη επικοινωνιακή πολιτική.

Ο Ν. Ανδρουλάκης ανήκει σε μια γενιά της Ν. ΠΑΣΟΚ γνωστή ως «μια γραβάτα, ένα κινητό στο χέρι και παράγοντες στα υπουργεία», προϊόν της ελληνικής κοινωνίας όταν αυτή ζούσε στον αστερισμό της ανέμελης ευμάρειας. Η γενιά αυτή χαρακτηρίζεται από χαμηλή πολιτική και θεωρητική κατάρτιση, περιορισμένη ομοιοπαθητική με το ιστορικό ΠΑΣΟΚ και μεγάλες ωστόσο φιλοδοξίες.

Όταν βγει στο ξέφωτο και θ’ αρχίσει να διαχειρίζεται την καθημερινή πολιτική του κόμματος σε όλα τα πεδία, τότε οι θερμοκρασίες στην υψικάμινο θα ανέβουν πολύ και θα δοκιμαστεί το σημείο θραύσης του μετάλλου του. Εδώ θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν είναι, κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό κορυφαίου ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, απλώς ένας κισσός που έχει αναρριχηθεί στον κορμό του ΠΑΣΟΚ.

Μέχρι τώρα ο ισχυρός πανελλαδικός μηχανισμός που έχει δημιουργήσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια τον έχει βοηθήσει αποφασιστικά σε όλες τις εκλογές του. Ομως οι μηχανισμοί είναι κατάλληλοι να αναδεικνύουν βουλευτές και στελέχη, όχι ηγέτες. Εχει δικαίωμα στην ευκαιρία του. Εχει δικαίωμα να του δοθεί εύλογη περίοδος χάριτος για να δοκιμαστεί. Θα κριθεί από τη στρατηγική που θα αναπτύξει και τα μέτωπα που θα ανοίξει. Μια πολιτική που θα προσπαθεί απλώς να τηρεί ίσες αποστάσεις δεν οδηγεί πουθενά. Λειτουργεί με επικοινωνιακά «δάνεια» που οφείλει να ξεπληρώσει. Ο Ανδρουλάκης δεν είναι Λένιν, ούτε κανένας επαναστάτης, για να ξεγελάσει και να προκαλέσει την άρχουσα τάξη. Θα την υπηρετήσει απαρέγκλιτα. Γι΄αυτό και όταν έλθει η στιγμή μετά τις εκλογές θα επιλέξει την πλευρά που όλοι υποψιάζονται και τότε γρήγορα θα του πέσουν τα φτερά.

Με δεδομένη όμως την πτωτική τάση του δικομματισμού το ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να σχηματιστεί συγκυβέρνηση Ν.Δ. -ΠΑΣΟΚ ή θα χρειαστεί και ένα τρίτο κόμμα;

The following two tabs change content below.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ

Ο Βασίλης Τακτικός είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Παράλληλα, είναι συντονιστής του Πανελλήνιου Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Οικονομίας και εργάζεται ως εμπειρογνώμων σύμβουλος σε σχετικά προγράμματα Τοπικής Ανάπτυξης. Αναφορικά με την Τοπική Αυτοδιοίκηση προωθεί το μοντέλο των «Κοινωνικών Αναπτυξιακών Συμπράξεων» σε συνεργασία με τις Οργανώσεις Κοινωνίας Πολιτών με έμφαση στους τομείς της κοινωνικά υποστηριζόμενης Γεωργίας και κοινωνικών αγροκτημάτων – την αυτονομημένη ενέργεια, τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς υγείας, τον βιοτουρισμό – αγροτουρισμό, την πράσινη ανάπτυξη και το περιβάλλον. Διευθύνει την επιστημονική ομάδα Μελετών για την Κοινωνική Οικονομία. Έχει γράψει τα βιβλία: «Θεσμοί και εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας», «Κοινωνική Οικονομία και Αυτοδιαχείριση. Τοπικές αναπτυξιακές συμπράξεις».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή